Κρήτη

Ποια η σχέση Εκκλησίας της Κρήτης με το Οικουμενικό Πατριαρχείο

Η Εκκλησία της Κρήτης βρίσκεται σε καθεστώς ημιαυτονομίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Το Πατριαρχείο εκλέγει τον Αρχιεπίσκοπο Κρήτης, η Σύνοδος όμως των Μητροπολιτών της Κρήτης αποφασίζει αυτόνομα για τα υπόλοιπα θέματα της Εκκλησίας της Κρήτης. Πλην του Αρχιεπισκόπου, οι λοιποί Μητροπολίτες εκλέγονται και αυτοί από την Επαρχιακή Σύνοδο.

«Η Κρήτη πάντοτε ανήκε στην Κωνσταντινούπολη. Καθώς υπήρχαν οι ιστορικές ανακατατάξεις, κάποιες φορές είχαμε μικροαλλαγές. Η βάση ήταν, όμως, ενιαία. Η Εκκλησία της Κρήτης δεν είναι ούτε αυτοκέφαλη ούτε αυτόνομη. Είναι ημιαυτόνομη. Είναι βασικό κομμάτι του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τον Αρχιεπίσκοπο Κρήτης τον εκλέγει ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ενώ, εάν ήταν αυτοκέφαλη η Εκκλησία της Κρήτης, οι δικοί μας Μητροπολίτες θα εξέλεγαν τον Αρχιεπίσκοπο Κρήτης. Αυτό καταδεικνύει τη στενή σχέση Πατριαρχείου-Εκκλησίας Κρήτης», αναφέρει στη “Νέα Κρήτη” ο κ. Ιωάννης Λίλης, λέκτορας Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Ηρακλείου Κρήτης.

Με πράξη της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου (812/25ης Σεπτεμβρίου 1962), ο Μητροπολίτης Κρήτης ονομάστηκε Αρχιεπίσκοπος, ενώ η διοίκηση της Εκκλησίας Κρήτης ασκείται από την Επαρχιακή Σύνοδο, η οποία είναι το ανώτατο τοπικό όργανο και ασκεί εποπτεία σε όλους τους τομείς του εκκλησιαστικού βίου των Μητροπόλεων, αναφέρεται όμως στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ως ημιαυτόνομη Εκκλησία.

Η Εκκλησία της Κρήτης αποτελείται από την Αρχιεπισκοπή Κρήτης με έδρα το Ηράκλειο και τις Μητροπόλεις:

- Γορτύνης και Αρκαδίας με έδρα τις Μοίρες Ηρακλείου,
- Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου με έδρα το Ρέθυμνο,
- Κυδωνίας και Αποκορώνου με έδρα τα Χανιά,
- Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων με έδρα το Σπήλι Ρεθύμνης,
- Ιεραπύτνης και Σητείας με έδρα την Ιεράπετρα,
- Πέτρας και Χερρονήσου με έδρα τη Νεάπολη Λασιθίου,
- Κισσάμου και Σελίνου με έδρα το Καστέλι Κισσάμου και
- Αρκαλοχωρίου, Καστελίου και Βιάννου με έδρα το Αρκαλοχώρι Ηρακλείου.

Η αρχή

Από τα πρώτα χρόνια εξάπλωσης του Χριστιανισμού οργανώθηκε και η κρητική Εκκλησία με προκαθήμενο και Επισκόπους, που αποτέλεσαν την τοπική Σύνοδο. Ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κρήτης έφερε τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου και η Κρήτη ήταν μία από τις δώδεκα Αρχιεπισκοπές του Ιλλυρικού (όπως ονομαζόταν τότε η Βαλκανική Χερσόνησος), και κατείχε την ενδέκατη θέση ανάμεσα στις 64 Αρχιεπισκοπές του Οικουμενικού Θρόνου. Στις αρχές του 8ου αιώνα οι Επισκοπές ήταν δώδεκα και η Κρήτη αποκαλείτο «δωδεκάθρονος».

Ωστόσο, η Τουρκοκρατία μετέβαλε και τη θρησκευτική κατάσταση στην Κρήτη. Μία από τις πρώτες πολιτικές πράξεις της τουρκικής διοίκησης ήταν και η αποκατάσταση της ορθόδοξης ιεραρχίας στην κρητική Εκκλησία. Χειροτονήθηκε ήδη από το 1647 Μητροπολίτης Κρήτης ο Νεόφυτος Πατελλάρος, από την ιστορική Μονή Αρκαδίου, και συγγενής τού τότε Οικουμενικού Πατριάρχου Αθανασίου Γ' του Πατελλάρου. Η παραχώρηση αυτή, που ήταν βέβαια σύμφωνη με την πάγια πολιτική της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποσκοπούσε συν τοις άλλοις και στον ψυχολογικό επηρεασμό των ορθόδοξων Κρητών, που θα έβλεπαν τώρα, για πρώτη φορά έπειτα από τη μακρόχρονη περίοδο της βενετικής κυριαρχίας, ορθόδοξους ιεράρχες στη νήσο.

Στον Μητροπολίτη Κρήτης υπάγονταν τότε δώδεκα Επισκοπές, που διατηρούσαν μάλιστα τα ιστορικά ονόματα: Γορτύνης, Κνωσού, Αρκαδίας, Πέτρας και Χερρονήσου, Αυλοποτάμου, Αγρίου (=Ρεθύμνης), Λάμπης, Κυδωνίας, Ιεράς, Πέτρας, Σητείας και Κισσάμου.

Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ο αριθμός αυτός των Επισκόπων κυμαίνεται από 10 έως 12 και είναι ενδιαφέρον ότι λίγο πριν από το 1821 αναφέρεται και βοηθός του Μητροπολίτη Κρήτης, που έχει τον τίτλο Διοπόλεως.

Μετά το 1700 ο Μητροπολίτης Κρήτης τιτλοφορείται «Κρήτης και πάσης Ευρώπης». Είναι ο επίσημος τίτλος που φέρει και σήμερα. Στην επισκοπική του περιφέρεια είχε την αρχαία Επισκοπή Γορτύνης, καθώς και τη μακρινή επαρχία Σφακίων. Η Επανάσταση του 1821 ήταν κομβικό σημείο για την Εκκλησία Κρήτης. Στη σφαγή του Ηρακλείου της 24ης Ιουνίου 1821 οι εξαγριωμένοι Τούρκοι κατέσφαξαν τον Μητροπολίτη Κρήτης Γεράσιμο Παρδάλη και πέντε επισκόπους: τον Κνωσού Νεόφυτο, τον Χερρονήσου Ιωακείμ, τον Λάμπης Ιερόθεο, τον Σητείας Ζαχαρία και τον τιτουλάριο Επίσκοπο Διοπόλεως Καλλίνικο. Για δύο και περισσότερα χρόνια η Εκκλησία Κρήτης έμεινε και πάλι ακέφαλη.

Το 1823, με άδεια του σουλτάνου Μαχμούτ Δ’, το Πατριαρχείο χειροτόνησε Μητροπολίτη Κρήτης τον Καλλίνικο τον εξ Αγχιάλου (1823-1830) και προσάρτησε στη Μητρόπολη την Επισκοπή Κνωσού, που έτσι καταργήθηκε. Επί του Μητροπολίτη Κρήτης Μελετίου Α' Νικολετάκη (1830-1834), οι Επισκοπές της Κρήτης συγχωνεύτηκαν σε 5, λόγω της μεγάλης ελάττωσης του πληθυσμού. Με τη Μητρόπολη συγχωνεύτηκαν οι πρώην Επισκοπές Κνωσού, Λάμπης και Χερρονήσου. Το 1862 οι Επισκοπές της Κρήτης ανασυστήθηκαν, εκτός από την Κνωσού, που οριστικά καταργήθηκε και προσαρτήθηκε στη Μητρόπολη - ανασυστάθηκε μόλις τα τελευταία χρόνια.

Μετά την Επανάσταση του 1866-1869 και την αποκατάσταση της εσωτερικής γαλήνης στο νησί, η Εκκλησία Κρήτης προχώρησε στην έκδοση του «Διοργανισμού των εν Κρήτη ιερών μονών, σταυροπηγιακών τε και ενοριακών» (1870). Πρόκειται για τον καταστατικό χάρτη των κρητικών μοναστηριών, που ίσχυσε αναλλοίωτος ως το 1900, όταν τα θέματα της Εκκλησίας Κρήτης ρυθμίστηκαν με το νόμο 276 της Κρητικής Πολιτείας. Με τον διοργανισμό του 1870 αναλήφθηκε από την Εκκλησία Κρήτης η υποχρέωση να ιδρύει σχολεία με τα εισοδήματα των μοναστηριών.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα οι Κρητικοί κληρικοί είχαν την ευκαιρία να φοιτούν σε σχολές ανώτερης θεολογικής παιδείας (Αθηνών, Ιεροσολύμων, Χάλκης κ.ά.). Από το 1870 όλοι οι αρχιερείς της Κρήτης είναι Κρητικοί. Για τη μόρφωση του κατώτερου κλήρου ιδρύθηκαν και λειτούργησαν εκκλησιαστικά σχολεία στην Κρήτη, όπως η Σχολή του Αγίου Πνεύματος στην επαρχία Αγίου Βασιλείου, που είχε ιδρυθεί από το 1836, και το Ιεροδιδασκαλείο στη Μονή της Αγίας Τριάδος των Τζαγκαρόλων, που εξακολουθεί και σήμερα να λειτουργεί ως Εκκλησιαστικό Λύκειο Κρήτης, στον Άγιο Ματθαίο Χανίων.

Ο Καταστατικός Χάρτης: Από το 1961 και έπειτα

«Το 1961 έγινε ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Κρήτης. Για πρώτη φορά, το Κράτος νομοθέτησε για την Εκκλησία Κρήτης ως Εκκλησία. Η Εκκλησία Κρήτης ανήκει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο με τα σύγχρονα δεδομένα από τη μέρα που έγινε η ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα, δηλαδή το 1913. Από τότε είναι κομμάτι του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τότε ήταν μια Μητρόπολη όλο το νησί - Μητρόπολη Κρήτης στο Ηράκλειο - με Επισκοπές. Και υπήρχε ένας νόμος για την Εκκλησία, αλλά όχι επίσημος καταστατικός χάρτης.

Το 1961 έχουμε τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Κρήτης. Το 1967 η Μητρόπολη όλη άλλαξε δομή. Η Μητρόπολη Κρήτης στο Ηράκλειο ονομάστηκε Αρχιεπισκοπή και οι Επισκοπές ονομάστηκαν Μητροπόλεις. Είναι σημαντικό αυτό, γιατί η Εκκλησία της Ελλάδος απέκτησε καταστατικό χάρτη το 1977. Μέχρι και σήμερα ισχύει ο Καταστατικός Χάρτης της Κρήτης με κάποιες μικρές τροποποιήσεις», αναφέρει ο κ. Ιωάννης Λίλης.

Στις 9 Μαρτίου 1993 εκδόθηκε Πατριαρχικός Τόμος από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που ανακηρύσσει σε εν ενεργεία Μητροπόλεις τις μέχρι τότε «τιμής ένεκεν» Ιερές Μητροπόλεις της Κρήτης, και προσδίδει στους Μητροπολίτες της νήσου τον τίτλο «Υπέρτιμος και Έξαρχος».

Σήμερα, Αρχιεπίσκοπος Κρήτης είναι ο Ειρηναίος, κατά κόσμον Νικόλαος Αθανασιάδης. Ο ίδιος είχε διατελέσει κατά το παρελθόν Μητροπολίτης Κυδωνίας και Αποκορώνου. «Τους Μητροπολίτες της Κρήτης τούς εκλέγει η δική μας ημιαυτόνομη Εκκλησία. Μεταξύ τους εκλέγονται. Αλλά, από την επόμενη εκλογή, το τριπρόσωπο θα το εκλέξουν οι δικοί μας Μητροπολίτες. Και τον ένα, αυτόν που θα γίνει Αρχιεπίσκοπος, θα τον εκλέξει ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Μέχρι σήμερα, το τριπρόσωπο το κατήρτιζε ο εκάστοτε υπουργός Παιδείας και από αυτό διάλεγε ο Οικουμενικός Πατριάρχης», καταλήγει ο κ. Λίλης, κάνοντας λόγο για τις αλλαγές εντός της Εκκλησίας.

Σχόλια