Κρήτη

«Ράγισε» η δυνατή καρδιά μας – Τα... επακόλουθα από την παρουσία του δυτικού τρόπου ζωής

Εγκαταλείποντας την κουζίνα των παππούδων και των γονιών μας, ανοίξαμε τις πύλες του εφιάλτη που η ιατρική κοινότητα επισημαίνει ως... καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Ξεχάσαμε τη γευσιγνωστική μας ιστορία, εγκαταλείψαμε τους διατροφικούς θησαυρούς της κρητικής γης, που τώρα ανακαλύπτει ολόκληρος ο κόσμος, υποκύψαμε στα δέλεαρ του εύκολου και γρήγορου δυτικού τύπου φαγητού, εγκαταλείποντας την κουζίνα των παππούδων και των γονιών μας, και ανοίξαμε τις πύλες του εφιάλτη που η ιατρική κοινότητα επισημαίνει ως... καρδιαγγειακός κίνδυνος.


Το αποτέλεσμα είναι μεν να ζούμε περισσότερο, καθότι αυξάνεται με τη ραγδαία πρόοδο της ιατρικής το προσδόκιμο της επιβίωσης, όμως η ποιότητα της ζωής μας είναι χειρότερη καθώς στηρίζεται στα “δεκανίκια” των φαρμάκων. Τη σκληρή πραγματικότητα αποκαλύπτει η σύγκριση δεδομένων μελέτης, που θεωρείται “ιερό ευαγγέλιο” για την επιστημονική/επιδημιολογική έρευνα, της λεγόμενης μελέτης των “Επτά χωρών” σε δείγμα Κρητικών ανδρών του 1960, ηλικίας 40-60 ετών, με αντίστοιχο εξομοιωμένο δείγμα του 1997.


Τέσσερις δεκαετίες πριν, οι καρδιές των Κρητικών χτυπούσαν δυνατά, όλο υγεία, με το λάδι, τα λαχανικά και τα άλλα προϊόντα της κρητικής γης στο καθημερινό τραπέζι, με αρκετή σωματική άσκηση και λιγότερη κατανάλωση κρέατος. Η σύγκριση με το σύγχρονο Κρητικό είναι όχι απλά ανησυχητική αλλά οδυνηρή. Περιορίσαμε το ελαιόλαδο και το αντικαταστήσαμε με άλλες λιπαρές ουσίες και με τυποποιημένα προϊόντα, αυξήσαμε την κατανάλωση κρέατος και υπερδιπλασιάσαμε την αντίστοιχη του οινοπνεύματος. Και φυσικά έχουμε υιοθετήσει την καθιστική ζωή, έχουμε μειώσει την άσκηση και έχουμε μετατρέψει το άγχος σε μια ρουτίνα της καθημερινότητάς μας.


Τα δεδομένα που προκύπτουν είναι εντυπωσιακά και καταγράφονται στο άρθρο με τίτλο “Μεταβολή του 10ετούς καρδιαγγειακού κινδύνου και συμπεριφορικών παραγόντων κινδύνου για χρόνια νοσήματα σε άνδρες της Κρήτης, από την έναρξη της μελέτης των 7 χωρών (1960-1997)”, το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Journal of Public Health” (Springer) στις 8 Ιανουαρίου. Το άρθρο υπογράφουν οι επιστήμονες Άννα Βεργετάκη, ΜΡΗ, από το Ινστιτούτο Πληροφορικής του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ), Αλίνα Παπαδάκη, MSc, PhD, λέκτορας, από το Κέντρο Επιστημών Σωματικής Αγωγής, Διατροφής & Υγείας, της Σχολής Πολιτικών Ερευνών του Πανεπιστημίου Μπρίστολ του Ηνωμένου Βασιλείου, Μανόλης Λιναρδάκης, MSc, PhD, από την Κλινική Κοινωνικής Προληπτικής Ιατρικής & Διατροφής, του Τομέα Κοινωνικής Ιατρικής, της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, και Αντώνης Καφάτος, MD, ομότιμος καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Δραματικές αλλαγές στην υγεία μας

Τα συμπεράσματα για τις τάσεις μέσα στο χρόνο ήταν εντυπωσιακά. Μεταξύ των δύο δειγμάτων, εκείνου του 1960 και του 1997, η μέση τιμή του 10ετούς καρδιαγγειακού κινδύνου αυξήθηκε στατιστικά σημαντικά από 3,4 σε 4,7% (ή σε ποσοστιαία αύξηση κατά +38% σε 37 χρόνια), ενώ εκείνου που εκτιμήθηκε σύμφωνα με το σωματικό βάρος από 1,6% ανήλθε σε 3,0%, αύξηση που αντιστοιχεί στο 88%.


Στη χρονική αυτή περίοδο, αυξήθηκε επίσης στατιστικώς σημαντικά το ποσοστό των υπέρβαρων και παχύσαρκων ανδρών από περίπου 22 σε 84%, εκείνων με υπερχοληστερολαιμία από 52 σε 82% ή με έλλειψη σωματικής άσκησης από 37 σε 56%. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι παρατηρήθηκε μικρή μη σημαντική μείωση στο ποσοστό των καπνιστών από 57 σε 48%. Το ποσοστό ή επιπολασμός των ανδρών με αυξημένο 10ετή καρδιαγγειακό κίνδυνο (≥5%) ήταν σχεδόν διπλάσιος (+90%) το 1997 σε σχέση με το 1960, οφειλόμενος κυρίως στα υψηλά επίπεδα της χοληστερόλης, που αυξήθηκαν κατά 84%. Στις διατροφικές τους συνήθειες επίσης και από υποδείγματα των ανδρών αυτών βρέθηκε μείωση το 1997 της πρόσληψης μονοακόρεστων λιπαρών οξέων κατά 35%, όπου βασική πηγή για πρόσληψη αποτελεί το ελαιόλαδο και αύξηση των κορεσμένων λιπαρών οξέων κατά 11% ή της χοληστερόλης τροφής κατά 28%.


Ανάλογα στα τρόφιμα, παρατηρήθηκε μείωση κατά 59% στην κατανάλωση ελαιολάδου και αύξηση κατά 160% στο κρέας ή 220% στην αιθυλική αλκοόλη ή στην καθαρή ποσότητα οινοπνεύματος στο ποτό. Στην επίπτωση της θνησιμότητας από καρδιαγγειακά νοσήματα, μέχρι το 1970 τρεις άνδρες (ποσοστό 0,5%) της ομάδας του 1960 απεβίωσαν από τις συγκεκριμένες παθήσεις και μέχρι το 2010 ένας της ομάδας του 1997 (σε ποσοστό 1,3%).


Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, ότι βασικό μειονέκτημα για τη μελέτη του 1960 υπήρξε η μη διερεύνηση της νηστείας, στοιχείο που, σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, αποδεικνύεται να έχει θετική επίδραση στον τρόπο ζωής και στη μείωση των παραγόντων κινδύνου.


Πρακτικά οι άνθρωποι του 1960 στην Κρήτη, όπως μας εξήγησε ο κ. Μανόλης Λιναρδάκης, τηρούσαν όχι μόνο τη νηστεία κατά τις μεγάλες γιορτές (Χριστούγεννα και Πάσχα), με τις ευεργετικές συνέπειες που είχε για τον οργανισμό και την υγεία τους αυτή η διατροφική αποτοξίνωση, αλλά δεν έτρωγαν λάδι κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, κάτι που σήμερα φυσικά δε συμβαίνει στις νεότερες ηλικιακές ομάδες. Αξιολογώντας τα συγκριτικά δεδομένα, οι επιστήμονες συμπεραίνουν στη δημοσίευσή τους ότι τα συγκεκριμένα αποτελέσματα και σε συνδυασμό με την τρέχουσα επιστημονική βιβλιογραφία καταδεικνύουν τις δυσμενείς μεταβολές στον καρδιαγγειακό κίνδυνο και σε άλλους συμπεριφορικούς παράγοντες σε άνδρες μέσης ηλικίας της Κρήτης στη διάρκεια 37 ετών.
Κατά συνέπεια, κρίνεται επιτακτική και αναγκαία για τη δημόσια υγεία η προώθηση και υιοθέτηση αρχών του παραδοσιακού τρόπου ζωής των Κρητών και όπως αναδύθηκαν διαχρονικά από τη μελέτη των “Επτά χωρών”.

Καμπανάκι για τα καρδιαγγειακά

Όταν ξεκίνησε η μελέτη των “Επτά χωρών” το 1960, τα δεδομένα ήταν τελείως διαφορετικά. Οι συμμετέχοντες από την Κρήτη αποδείχτηκε ότι διέτρεχαν το μικρότερο κίνδυνο θνησιμότητας από καρδιαγγειακά νοσήματα σε σχέση με άλλους πληθυσμούς σε ολόκληρο τον κόσμο, και αιτία βεβαίως ήταν ο τρόπος ζωής τους. Όταν όμως οι επιστήμονες προχώρησαν στην επαναξιολόγηση της μεταβολής του κινδύνου το 1997, διαπίστωσαν ότι οι ρυθμοί παρουσίας των νοσημάτων αυτών δείχνουν να έχουν αλλάξει ραγδαία στην Κρήτη με την ταχύτατη επιδείνωσή τους.


Η επιλογή του νησιού μας και ειδικότερα η γεωγραφική προτίμηση σε άντρες 14 χωριών και οικισμών της Πεδιάδας το 1960 ως δείγμα μελέτης δεν ήταν τυχαία. Όπως μας εξήγησε ο κ. Μανόλης Λιναρδάκης, οι επικεφαλής της μελέτης ήθελαν να δουν τα δεδομένα και από τις δύο όψεις του νομίσματος: από τη μια το προφίλ των πλέον βιομηχανοποιημένων αστικών κοινωνιών και από την άλλη εκείνων με πολύ χαμηλής έντασης τρόπο ζωής σε σχέση με τις αστικοποιημένες, επιλέγοντας την Κρήτη και την αγροτική περιοχή της Πεδιάδας. Και έπεσαν μέσα, όπως σημειώνει ο κ. Λιναρδάκης. Το δείγμα της μελέτης του 1960 αφορούσε σε τυχαίο δείγμα 627 συμμετεχόντων από 14 χωριά και οικισμούς της περιοχής και πιο συγκεκριμένα από Θραψανό, Βόνη, Καστέλι, Διαβαϊδέ, Αποστόλους, Αγία Παρασκευή, Αρχάγγελο, Καρουζανό, Κασταμονίτσα, Λυττό (Ξιδά), Λιλιανό, Πολυθέα/Τζίγκουνα, Μπιτζαριανό και Αγιές Παρασκιές.


Οι άνθρωποι αυτοί ζούσαν με τρόπο αγνό και απλό, τρέφονταν αποκλειστικά με ντόπια προϊόντα, μετακινούνταν με ζώα, καλλιεργούσαν τη γη με τα χέρια, χωρίς τη χρήση μηχανημάτων, και βρίσκονταν σε άμεση επαφή με τη φύση. Το δείγμα ήταν αντιπροσωπευτικό της περιοχής, καθώς περιελάμβανε όχι μόνο αγρότες, αλλά ιερείς, δημοσίους υπαλλήλους, δασκάλους και κάθε άλλη πιθανή επαγγελματική τάξη του πληθυσμού. Και φυσικά χάρη στον τρόπο ζωής που είχαν υιοθετήσει αποδείχτηκε ότι είχαν, μεταξύ άλλων, τη χαμηλότερη θνησιμότητα από καρδιαγγειακά νοσήματα σε σχέση με άλλους πληθυσμούς σε όλο τον κόσμο, που συμμετείχαν στη μελέτη των “Επτά χωρών”.
Πιο συγκεκριμένα, το δείγμα περιελάμβανε 16 ομάδες (κοόρτες) περίπου 13.000 ανδρών ηλικίας 40-60 ετών από 7 χώρες: την Ελλάδα (δύο ομάδες, από Κρήτη και Κέρκυρα), τις ΗΠΑ (μία ομάδα), τη Φιλανδία (δύο ομάδες), τη Γιουγκοσλαβία (πέντε ομάδες), την Ιαπωνία (δύο ομάδες), την Ολλανδία (μία ομάδα) και την Ιταλία (τρεις ομάδες). Τριάντα επτά χρόνια αργότερα πραγματοποιήθηκε η τυχαία επιλογή της δεύτερης ομάδας, εν προκειμένω για την Κρήτη, από 93 άντρες, αντίστοιχης ηλικίας και διαστρωμάτωσης, από την ίδια πάντα περιοχή. Ο στόχος ήταν να διερευνηθεί η σχέση της διατροφής και του τρόπου ζωής με την εμφάνιση καρδιαγγειακών νοσημάτων και επιτεύχθηκε στο ακέραιο. Ακολούθησε η διαχρονική ιατρική παρακολούθηση της ομάδας κάθε 10 χρόνια.


Επικεφαλής και πρωτοπόρος του σχεδιασμού το 1958 και εφαρμογής της μελέτης από το 1960, αλλά και θεμελιωτής της επιδημιολογίας των καρδιαγγειακών νοσημάτων ήταν ο Αμερικανός βιολόγος Άνσελ Κέις (1904-2004).
Σημειώνεται ότι από κρητικής πλευράς, μετά το 1991 και έως το 2010, η συνέχιση των προσπαθειών της παρακολούθησης της κοόρτης του νησιού μας γινόταν από την Κλινική Προληπτικής Ιατρικής και Διατροφής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, με επικεφαλής τον ομότιμο καθηγητή κ. Αντώνη Καφάτο.

Ο δείκτης κινδύνου

Οι επιστήμονες εκτίμησαν το λεγόμενο “HeartScore” ως δείκτης κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα ή την πιθανότητα καρδιαγγειακής νόσου στα επόμενα 10 χρόνια. Αυτός αφορούσε τον 10ετή καρδιαγγειακό κίνδυνο, όπως ορίζεται από την Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία, καθώς εκτιμάται από τρεις παραμέτρους και πιο συγκεκριμένα: τη συνήθεια καπνίσματος, τη συστολική αρτηριακή πίεση και την ολική χοληστερόλη ορού αίματος. Επιπλέον, εκτιμήθηκε ο 10ετής καρδιαγγειακός κίνδυνος, σύμφωνα όμως με το σωματικό βάρος (δείκτης μάζας σώματος). Και αυτό καθώς ο δείκτης αυτός θεωρούσε το σωματικό βάρος ως σημείο αναφοράς του κινδύνου, αφού η επικινδυνότητα των άλλων τριών παραγόντων εξαρτιόταν για παράδειγμα από τη συχνότητα καπνίσματος ή έκθεσης σε άλλους επιβαρυντικούς παράγοντες.
Παράλληλα, αποτυπώθηκαν οι μεταβολές μεταξύ 1960 και 1997 στην αρτηριακή πίεση αίματος, στην ολική χοληστερόλη ορού αίματος, στο σωματικό βάρος, στη σωματική άσκηση ή αδράνεια και στην ημερήσια πρόσληψη ενέργειας, θρεπτικών συστατικών και κατανάλωσης τροφίμων. Τέλος, αξιολογήθηκε η θνησιμότητα από καρδιαγγειακά νοσήματα στην ομάδα ανδρών του 1960 δέκα χρόνια μετά την έναρξή της (το 1970), και από εκείνη του 1997 δεκατρία χρόνια αργότερα (το 2010), συγκρίνοντας την επίπτωση της σχετικής θνησιμότητας στις δύο κοόρτες.

Σχόλια