Κρήτη

31 χρόνια τραυματιοφορέας: Όταν βλέπεις το θάνατο μπροστά σου, μαθαίνεις να συγχωρείς

«Έχουμε ψυχή, πονάμε, συμπάσχουμε με εκείνους που πονάνε κι εκείνους που αγωνιούν συνοδεύοντας έναν ασθενή

Γιώργος Χονδροζουμάκης: 31χρόνια «σπρώχνει» στην καρέκλα της δημόσιας υγείας

Συγκλονιστική μαρτυρία για τα τροχαία

Τριάντα ένα χρόνια τραυματιοφορέας στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο, ο Γιώργος Χονδροζουμάκης “σπρώχνει” την καρέκλα της Υγείας... Τριάντα ένα χρόνια τρέχει από ιατρείο σε ιατρείο για τη σωτηρία της. Τη βλέπει άλλοτε να αργοπεθαίνει κι άλλοτε να ανασταίνεται...

Σήμερα φοβάται για τον αιφνίδιο θάνατό της, παρά τις καθημερινές προσπάθειες των εργαζομένων να την κρατήσουν στη ζωή... Τα χρόνια πέρασαν, άλλωστε, κι εκείνη έχει “πονέσει” απίστευτα... Λάθη, παραλείψεις, ελλείψεις, μεταξύ των μεγάλων πληγών της... Μεγάλωσαν άλλωστε κι εκείνοι που εργάζονται για αυτήν...

«Να γυρίσεις σπίτι σου, μην αφήσεις να σε γυρίσουν»

Σοκάρει την ίδια ώρα η μαρτυρία για τα τροχαία και το πώς και οι ίδιοι οι τραυματιοφορείς, οι νοσηλευτές, κ.λπ., βιώνουν τον πόνο, τον ακρωτηριασμό, το θάνατο ανθρώπων που μεταφέρονται στα νοσοκομεία μετά από τροχαίο.
«Ζούμε μαζί τους και τις οικογένειές τους τον πόνο και την αγωνία τους», λέει ο Γιώργος Χονδροζουμάκης. «Αν κι εμείς είμαστε αυτοί που με ψυχραιμία πρέπει να δώσουμε τη μάχη για την αποκατάσταση της υγείας τους... Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί γίνεται αυτό το μακελειό...».


Τον βάζουμε στη διαδικασία να φέρει στη μνήμη του εικόνες δύσκολες κι επώδυνες, να ακούσουμε τη δική του καταγραφή: «Παραμονή Πρωτοχρονιάς, πριν από 25 χρόνια, κληθήκαμε να ετοιμαστούμε όλοι μας, γιατροί, νοσηλευτικό προσωπικό, τραυματιοφορείς, κλινικές, καθώς μετέφεραν στο νοσοκομείο τραυματίες τροχαίου. Δύο ασθενοφόρα, δύο ταξί και μια κλούβα έφερναν νέα παιδιά μετά από σοβαρή σύγκρουση αυτοκινήτων στη λεωφόρο Κνωσού. Νεαροί που διασκέδαζαν λόγω της ημέρας...


Προσπαθήσαμε να κινηθούμε όσο πιο γρήγορα γινόταν. Οι κλινικές, Παθολογική, Χειρουργική και Καρδιολογική, όπως και τα χειρουργεία, βρίσκονταν σε κατάσταση ετοιμότητας. Εμείς επιχειρούσαμε να τους μεταφέρουμε όσο πιο γρήγορα γινόταν. Ένας νεαρός συνεπιβάτης στο ένα από τα αυτοκίνητα που ενεπλάκησαν στο τροχαίο, 23 χρόνων παιδί, που δεν έφερε - τουλάχιστον όπως φαινόταν - ούτε γρατζουνιά, μας βοηθούσε όπως μπορούσε για να κάνουμε το καλύτερο δυνατό για τους φίλους του.


Το παλικάρι αρχικά με εντυπωσίασε με τη στάση του, με την εμπειρία μου όμως με έβαλε σε υποψίες ότι κάτι δεν πήγαινε καλά... Και δυστυχώς ήταν αλήθεια. Τον έπεισα με κόπο να καθίσει στην καρέκλα προκειμένου να τον βοηθήσω. Το χρώμα στο πρόσωπό του αλλοιωνόταν. Φοβήθηκα την εσωτερική αιμορραγία, και δεν έπεσα έξω. Άλλωστε η πάγια οδηγία είναι πως εξετάζονται άπαντες όταν προέρχονται από τροχαίο...
“Έπεσε πάνω του” το “μισό” ιατρικό προσωπικό του νοσοκομείου. Αυτό το “μπρατσωμένο” παλικάρι, που βοηθούσε τους φίλους του, έχασε πολύτιμο χρόνο και, παρά τις προσπάθειες των γιατρών, δύο ώρες αργότερα, μετά την εγχείρηση, έχανε τη μάχη. Τα όργανά του ήταν κομμάτια. Απέξω καμία γρατζουνιά και βοηθούσε τους άλλους...».


Είκοσι πέντε χρόνια μετά και στο πρόσωπό του αποτυπώνονται ακόμα η αγωνία, η προσπάθεια σωτηρίας και ο πόνος εκείνης της Πρωτοχρονιάς. Χωρίς ανάσα συνεχίζει: «Δεν είναι μόνο ο θάνατος. Είναι κι ο σταυρός που σηκώνουν οι τραυματίες και οι οικογένειες τους σε πολλαπλά επίπεδα».


«Με κάλεσαν να μεταφέρω μια τραυματία από τροχαίο. Νέα γυναίκα που ενεπλάκη με το μηχανάκι της. Το πόδι της κρεμόταν. Η μάχη που έδωσαν οι γιατροί ήταν φοβερή. Τα κατάφεραν, όπως κι εκείνη, αλλά σε βάθος χρόνου. Πόνος, μάχη για τη ζωή, θεραπείες ακριβές και δυσβάστακτες για την οικογένειά της... Άλλοτε αισιοδοξία κι άλλοτε τόση απαισιοδοξία που σου έσφιγγε την καρδιά. Οδυνηρές αναμνήσεις, ο απολογισμός του τι της συνέβη, γιατί, αν θα μπορούσε να αποφευχθεί... μα όλα κατόπιν εορτής.


Συνάντησα ανθρώπους που δε συγχώρεσαν τον εαυτό τους, εκείνους που αφοσιώθηκαν στο να εμφυσήσουν το μήνυμα του σεβασμού προς τους άλλους οδηγούς. Τραυματίες που με κινητικά προβλήματα στη συνέχεια ντρέπονταν για την εικόνα και τα λάθη τους...».
Ο Γιώργος Χονδροζουμάκης διαμηνύει σε όλους τους τόνους πως είμαστε αναλώσιμοι κι όχι υπεράνθρωποι. Πως όποιος οδηγεί φέρει την ευθύνη της ασφάλειας όλων όσοι βρίσκονται δίπλα του κι εκείνων που επίσης μετακινούνται στους δρόμους. «Να γυρίσεις είναι το ζητούμενο», επισημαίνει, «κι όχι να σε γυρίσουνε».

31χρόνια «σπρώχνει» στην καρέκλα της δημόσιας υγείας


«Τριάντα ένα χρόνια τραυματιοφορέας, αν σε καλούσαν να ξεκινήσεις την επαγγελματική σου σταδιοδρομία από την αρχή, στον ίδιο χώρο, τι θα απαντούσες», τον ρωτώ; «Πάλι από ’δω θα τα λέγαμε», μου είπε όσο πιο απλά γινόταν...

Πάντα επίκαιρη παραμένει τελικά η κουβέντα για την Υγεία, από όποια σκοπιά κι αν την “δεις”. Διαχρονικά ίδια, όπως και τα προβλήματά της, χωρίς εκπτώσεις ή υπερβολές, σε παράλληλη πορεία με την οικονομία, τις αποφάσεις της εκάστοτε κυβέρνησης, τις χρόνιες “ασθένειές” της... Κανείς δεν κάνει να ξεχνά βέβαια πως “έζησε” και χρυσές ημέρες ακόμα και με τους “λύκους” που τη σημάδεψαν ανεξίτηλα.

«Στο σήμερα, μετράς μόνο πληγές, επουλώνεις όλο και πιο λίγες, “απολυμαίνεις” ακόμα λιγότερες, γκρινιάζεις, καταγγέλλεις... Μόνο που το δίκιο το χάνεις όπου κι αν βρίσκεσαι, σε όποιο διάδρομο της δημόσιας Υγείας κι αν “τσουλάς” ή σε “τσουλάνε”...
Εκείνοι που εργάζονται γι’ αυτήν, που μεγάλωσαν δίπλα της, αναπολούν τα μεγαλεία της, συμπάσχουν με τις οδύνες της και προσεύχονται για τη σωτηρία της»...
Το νήμα μιας ζωής ξετυλίγουμε, λοιπόν, από την αρχή για τον Γιώργο και το Βενιζέλειο, το Βενιζέλειο και τον Γιώργο... Πορείες παράλληλα δεμένες μέχρι σήμερα, με τον ίδιο να επισημαίνει σε όλους τους τόνους: «Έχουμε ψυχή, πονάμε. Τραυματιοφορείς, νοσηλευτές, γιατροί, ασθενείς... Όλοι μας ευάλωτοι στην πίεση, την ταχύτητα, το άγχος, τον πόνο. Κυματοθραύστες, ανάμεσα σε πολίτες, νοσηλευτές, γιατρούς. Λεπτές γραμμές και ισορροπίες...
Συμπάσχουμε με εκείνους που πονάνε ακόμα, και με εκείνους που μας κρίνουν, μας επιτίθενται και μας κατηγορούν γιατί οι δικές μας κινήσεις κοντράρουν με την ανησυχία και το φόβο των ανθρώπων που συνοδεύουν. Όμως ο χειρισμός αντιμετώπισης ενός περιστατικού δε συνάδει με το συναίσθημα, αλλά με τον κίνδυνο της ζωής του ασθενούς...».
Ο Γιώργος βρέθηκε κατά τύχη και στη συνέχεια κατ’ ανάγκη στο χώρο της Υγείας. «Αγάπησα μια δουλειά που δεν μπορούσα να σκεφτώ μέχρι τα 24 μου χρόνια ότι θα έκανα. Δεν την κυνήγησα, δεν την ονειρεύτηκα, δεν τη ζήλεψα», λέει.
«Παιδί πολύτεκνης οικογένειας και με ανάπηρο τον πατέρα μου, μετά το Λύκειο, αντί σπουδών για να ζήσουμε, δούλευα στα χωράφια τις μισές ώρες της ημέρας και ναύτης σε ρυμουλκό, στο λιμάνι του Ηρακλείου, τις υπόλοιπες. Μια εξυπηρέτηση σε ένα φίλο, ωστόσο, έμελε να καθορίσει για πάντα τη ζωή μου. Το 1986, ένα “συγχωριανάκι” μού ζήτησε βοήθεια. Ήθελε να τον πάω στο Βενιζέλειο, να καταθέσει αίτηση για τραυματιοφορέας. Ήταν η χρονιά που άνοιγε τις “πόρτες” το νοσοκομείο. Τη χάρη του την έκανα, αλλά εκείνος καθυστερούσε κι εγώ έπρεπε να επιστρέψω στη δική μου εργασία. Ο μόνος τρόπος για να τον βρω ήταν να μπω στο νοσοκομείο. Η υπάλληλος στην οποία απευθύνθηκα θεώρησε ότι πήγα για να υποβάλω αίτηση. Δεν είπα όχι. Συμπλήρωσα τα στοιχεία μου και την κατέθεσα.
Ουσιαστικά δεν ξαναβγήκα. Οι πρώτες μου μέρες στο νοσοκομείο ήταν δραματικές. Δεν ήξερα, δε φανταζόμουν... Την πρώτη εβδομάδα ήμουν πανικόβλητος. Τη δεύτερη και την τρίτη πιο ψύχραιμος. Την τέταρτη εβδομάδα ήμουν εκτεθειμένος στον ανθρώπινο πόνο.
Αποφάσισα να ακολουθήσω το δρόμο της προσφοράς. Ούτε στη σύζυγό μου δεν αποκάλυψα τι ήταν εκείνο που με κράτησε σε αυτή τη δουλειά. “Μη με ρωτήσεις ποτέ ξανά πώς ήταν η μέρα μου”, της είπα. Εκείνη το σεβάστηκε και το κρατάει μέχρι σήμερα».
Έτσι ξεκίνησε η δύσκολη γνωριμία του με το χώρο της Υγείας: τη στιγμή που το Βενιζέλειο, μικρό και “κεκλεισμένων των θυρών” νοσοκομείο, άνοιγε τις πόρτες του στο πλαίσιο του ΕΣΥ κι ενισχυόταν με προσωπικό. Έως τότε λειτουργούσαν μόνο οι Παθολογικές Κλινικές, μια Χειρουργική, η Μαιευτική και η Καρδιολογική. Τα υπόλοιπα περιστατικά καλύπτονταν στα νοσοκομεία των Αθηνών.
Τα χρόνια που ακολούθησαν, 1986-1991, οι υπάρχουσες κλινικές αναπτύχθηκαν περαιτέρω, άνοιξαν νέες, στελεχώθηκαν και λειτούργησαν, με το σύνολο των ιατρικών πράξεων να γίνεται πλέον εδώ, ενώ οι οικογένειες των ασθενών ανακουφίστηκαν από το οικονομικό φορτίο της μετακίνησης, διαμονής και νοσηλείας σε άλλη πόλη. ΜΕΘ, αύξηση των χειρουργικών τραπεζιών σε όλες τις ειδικότητες, Ορθοπαιδική, ΩΡΛ, και τελικά η απόφαση επέκτασης του νοσοκομείου δίνουν ανάσα στην Υγεία και στο ίδρυμα, καθώς οι ασθενείς “στοιβάζονταν” ακόμα και στα ράφια.
Ακολούθησε, μετέπειτα, η λειτουργία του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου με τη βοήθεια των εργαζομένων του Βενιζελείου, η εμπειρία και τεχνογνωσία των οποίων αποδείχτηκε πολύτιμη για τη στελέχωσή του. «...Η Υγεία διένυε τις καλύτερες ημέρες της. Γαστρεντερολογικό, αξονικός, υπέρηχος, κλασική ακτινογραφία... γνώρισαν λαμπρές ημέρες. Οι κλινικές απέκτησαν νευρολόγους και νεφρολόγους, ο τεχνικός νεφρός αναπτύχθηκε άμεσα, ενώ η Καρδιολογική Κλινική εξοπλίστηκε με τα μηχανήματα που χρειάζονταν για την αντιμετώπιση όλων των περιστατικών. Η Καρδιολογική μάλιστα», όπως θυμάται ο Γιώργος Χονδροζουμάκης, «διέθετε έναν υπέρηχο που, για να καταλάβεις τις ενδείξεις του, έπρεπε να είσαι εφοδιασμένος με ειδικά γυαλιά και να έχεις γνώσεις πυρηνικού επιστήμονα»...
Ήταν το σανατόριο κάποτε, όπως λέει με νόημα ο Γιώργος Χονδροζουμάκης, αναφερόμενος στην ιστορία του ιδρύματος, με τις 170 κλίνες από το 1954 μέχρι το 1973. Εκείνη την ίδια χρονιά και μέσα σε μια νύχτα το ενσωμάτωσαν με το Πανάνειο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, για να φτάσει στο 2018 να διαθέτει 460 κλίνες, αλλά με τον κόσμο να επιμένει και να περνά τις πύλες του ακόμα και μια συνταγογράφηση. (Αδιάψευστος μάρτυρας οι αριθμοί: 10.000 όλοι όσοι ζητούν βοήθεια μηνιαία τη χειμερινή περίοδο, και 11.000 με 12.000 εκείνοι που εξυπηρετούνται μηνιαίως το καλοκαίρι, συνεπεία της οικονομικής κρίσης, με ολοένα και περισσότερο κόσμο να επισκέπτεται το νοσοκομείο προκειμένου να τον “εξετάσει” γιατρός).

«Σήμερα δεν ξέρω τι να περιμένω»

Ο Γιώργος Χονδροζουμάκης κάνει ιδιαίτερη μνεία στους ανθρώπους, ιατρικό-νοσηλευτικό προσωπικό, που έδωσαν αγώνα για την ανάπτυξη του νοσοκομείου. Μιλά όμως και για εκείνους που φέρουν την ευθύνη της σημερινής εικόνας του. Το μειωμένο προσωπικό, τις ελαστικές σχέσεις εργασίας, τους συμβασιούχους μέσα από προγράμματα κοινωφελούς εργασίας και ΟΑΕΔ, τους επικουρικούς, εκείνους που βρίσκονται με το ένα πόδι εκτός, λόγω συνταξιοδότησης, και το κραχ με το οποίο κινδυνεύουν τα νοσοκομεία, με δεδομένη τη δήλωση του υπουργού Υγείας πως το 2018 δεν αναμένεται να γίνουν προσλήψεις.


«...Όταν έχεις προσωπικό- “λάστιχο” δεν μπορείς να προγραμματίσεις και να σχεδιάσεις. Όταν το μεταφέρεις από τμήμα σε τμήμα, όταν δεν του επιτρέπεις να αναπτυχθεί σωστά, απλά διαχειρίζεσαι μια καθημερινότητα. Δεν μπορούμε να γινόμαστε αποδέκτες των παραπόνων του κόσμου που διαμαρτύρεται γιατί περιμένει, γιατί πληρώνει τα ασφαλιστικά του ταμεία και δεν απολαμβάνει των υπηρεσιών που δικαιούται. Δεν μπορεί η Υγεία να περιφέρεται με το “καροτσάκι” από γραφείο σε γραφείο στους διαδρόμους ενός νοσοκομείου και κάποιοι απλά να βλέπουν...».


Με αφοπλιστικό τρόπο ο Γιώργος Χονδροζουμάκης συνεχίζει: «Δεν μπορείς να διακονείσαι κάθε τρεις και λίγο για να πάρεις ψίχουλα, όταν ο κόσμος πάει μπροστά. Δεν μπορείς να τα καταφέρεις καλά όταν μια νοσηλεύτρια κατά τη διάρκεια της νύχτας εξυπηρετεί σαράντα ασθενείς και ένας τραυματιοφορέας καλύπτει ένα όροφο. Δεν μπορούν δύο τραυματιοφορείς σε εφημερία, απογευματινή-βραδινή, να καλύψουν κατά μέσο όρο 1.000 περιστατικά. Αυτό δεν αντέχεται. Δε σε βαστούν τα πόδια σου. Δε σε βαστά και η αδικία σε βάρος σου, όταν εσύ δίνεις ψυχή και ο εργοδότης σου δεν αναγνωρίζει τη δουλειά σου, όταν ακόμα δεν έχουν πληρωθεί οι υπερωρίες μας και η υπέρβαση γίνεται μονομερώς.


Σήμερα δεν ξέρω τι μπορώ να περιμένω για την Υγεία. Ό,τι απαιτεί ο ασφαλισμένος το έχει πληρώσει και δε χρειάζεται να παρακαλά κανέναν γι’ αυτό...».

«Έχουμε ψυχή, πονάμε, συμπάσχουμε με εκείνους που πονάνε κι εκείνους που αγωνιούν συνοδεύοντας έναν ασθενή. Κι όμως, πάνω στην πίεση, ένα λάθος βλέμμα, μία λάθος κουβέντα, μία κίνηση, δε συγχωρούνται...
Πώς ν’ αντέξεις όταν έχεις μπροστά σου ένα παιδί που υποφέρει, που πονά; Δεν αντέχω όταν βλέπω ένα παιδί που δεν τα καταφέρνει...


Πώς να νιώσεις όταν έχεις μπροστά σου έναν ασθενή που δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί και εσύ πρέπει να καθαρίσεις γιατί οι δικοί του δεν μπορούν να το κάνουν; Με αρρώστιες, κατακλύσεις, λερωμένους, ματωμένους...
Και πώς να καταλαγιάσεις τους ασθενείς που σε αντίδραση της δικής τους περιπέτειας επιχειρούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να σε πονέσουν, να σε προσβάλουν, να σε “κολλήσουν”, χωρίς να ξέρουν ουσιαστικά τι κάνουν;
Πώς απαντάς άραγε καθημερινά σε εκείνους τους άλλους που δε σε πλησιάζουν γιατί φοβούνται μήπως μεταφέρεις μικρόβια που τους αρρωστήσουν;


Φτάνεις πολλές φορές στα όρια της παράνοιας, αλλά εκείνο που ξέρω είναι ότι η καθημερινότητα αυτή σε κάνει να αλλάζεις στάση ζωής, να συγχωρείς...», λέει ο Γιώργος Χονδροζουμάκης.
«Όταν ήμασταν μικρά παιδιά», θυμάται, «στο χωριό τσακωνόμασταν με ένα γειτονάκι μου πιο πολύ από ό,τι με τα υπόλοιπα παιδιά. Ο πατέρας του δε με συγχωρούσε για αυτή την αντιπαλότητα με το γιο του και προσπάθησε να με τιμωρήσει και ενήλικα. Ήμουν ωστόσο εγώ που τον παρέλαβα όταν έφτασε ασθενής στο νοσοκομείο, τον εξυπηρέτησα, στάθηκα δίπλα του και του είπα πως μπορεί να με ζητήσει για ό,τι ήθελε. Τόσο ο ίδιος όσο και τα παιδιά του δεν περίμεναν αυτή μου την αντίδραση. Μου ζήτησαν στη συνέχεια οι ίδιοι συγνώμη...».

Σχόλια