Κόσμος

Ο «συντροφικότερος εχθρός» με ιστορία ως την τελευταία τζούρα

Η καπνισμένη Βουλή, ο πρώτος αντικαπνιστικός νόμος και τα “κακά παιδιά” του κλήρου

«Δώστε μου να καπνίσω. Θέλω να καπνίσω!». Άνοιξη του 1916. Ο βασιλεύς Κωνσταντίνος Α’ μόλις έχει συνέλθει από σοβαρή επέμβαση στον πνεύμονα. Στο δελτίο Τύπου, που διανέμεται στους δημοσιογράφους, αναφέρεται: «Ο βασιλεύς μετ’ αυτήν (την επιτυχή επέμβαση) εδέχθη ολίγην τροφήν και εκάπνισεν»!

Δεν ήταν κάποιο φρούτο, ούτε και κανένα πολύτιμο ποτό αρχαίας κάβας, αλλά ένα τσιγάρο, το πρώτο πράγμα που ζήτησε επίμονα μετά την επέμβαση, γράφει ως «κύριος Άσοφος» στο χρονογράφημά του στην εφημερίδα “Εστία” ο Παύλος Νιρβάνας, συμπληρώνοντας, ωστόσο, ότι το τσιγάρο υπονόμευσε τη βασιλική υγεία. Με πόνο ψυχής, βεβαίως, διότι ο Νιρβάνας, αν και γιατρός και ο ίδιος, είναι δεινότερος καπνιστής του Κωνσταντίνου Α’, γεγονός που θα εξομολογηθεί σε συνέντευξή του στα “Αθηναϊκά Νέα” το 1936, έναν χρόνο πριν τον θάνατό του από βρογχοπνευμονία: «Η μεγαλύτερή μου ευχαρίστηση είναι το κάπνισμα... Καπνίζω σαν φουγάρο».

Αλλά δεν είναι ο μόνος θεριακλής των λογοτεχνών. Οι χλομές παρυφές των δικών του δακτύλων, όσο και του Παπαδιαμάντη, φανερώνουν το πάθος και των δύο. Μόνο που ο δεύτερος έχει κι άλλον... προδότη. Η νικοτίνη έχει κιτρινίσει τη γενειάδα του, σε αντίθεση με τον Σικελιανό, που προτιμάει την... καθαρότερη καπνοσύριγγα. Οι σχεδόν σύγχρονοι: ο δημοσιογράφος και ποιητής Βουτιερίδης αναρωτιέται «υπάρχουν άνθρωποι που σκέφτονται χωρίς να καπνίζουν;», ο Παπαδιαμαντόπουλος (Ζαν Μωρεάς) αποχωρεί από εκδήλωση προς τιμήν του επειδή δεν τον αφήνουν να καπνίσει μέσα στην αίθουσα, και ο παρών - επίσης καπνιστής - Μαλακάσης σπεύδει να ακολουθήσει τον μέντορά του συντασσόμενος με τη διαμαρτυρία του. Από κοντά κι ο Εμπειρίκος, για τον οποίο οι χρονικογράφοι μαρτυρούν πως το τσιγάρο έχει γίνει προέκταση των δαχτύλων του...

Μια “καπνισμένη” αφρόκρεμα της λογοτεχνίας συνδυάζει το τσιγάρο με τη δημιουργία απέναντι στον φανατισμένο αντικαπνιστή Ζαχαρία Παπαντωνίου να διαψεύδει τον μύθο της έμπνευσης: «Ο καπνιστής θα αναζητεί πάντα το πιο ακλόνητο άλλοθι στη βλακεία του», λέει.

Ο Κωνσταντίνος Α’, πάντως, ο οποίος πριν την επέμβαση κάπνιζε περί τα 70 τσιγάρα ημερησίως, μετά την επέμβαση πέφτει στα 50! Αναχωρεί για το στερνό ταξίδι το 1923, στα 55 του, από ανακοπή, κληροδοτώντας, μεταξύ άλλων, στους επόμενους, τη γνωμάτευση των γιατρών του: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μέρος της σοβαρότητος (σ.σ. της υγείας του βασιλιά) οφείλεται εις την κατάστασιν εις την οποίαν εκ του καπνίσματος ευρέθησαν τα αναπνευστικά όργανα». Στις περισσότερες σωζόμενες φωτογραφίες του, ένα τσιγάρο είναι σκαλωμένο στα δάχτυλά του.

Και να σκεφτεί κανείς ότι το πρώτο αντικαπνιστικό διάταγμα της Ελλάδας έφερε την υπογραφή προκατόχου του στον θρόνο. Ή μάλλον, για την ακρίβεια, την υπογραφή της συζύγου του προκατόχου του.

Αμαλία και Όθωνας

Οπισθοδρομούμε στα 1855. Ο βασιλεύς των Ελλήνων, Όθων, απουσιάζει στο εξωτερικό. Χρέη βασιλέως εκτελεί η σύζυγός του, Αμαλία, η οποία δηλώνει - και είναι - παθιασμένη αντικαπνίστρια. Ακόμα και ο Όθων δεν τολμά να ανάψει μπροστά της τσιγάρο, όποτε - σπανίως - του κάνει κέφι να καπνίσει. Ο Γάλλος συγγραφέας και δημοσιογράφος Εντμόντ Αμπού, που αυτή την εποχή βρίσκεται στην Αθήνα, γράφει: «...λένε ότι, όταν η βασίλισσα είναι στη Γερμανία, ο βασιλιάς επιτρέπει στον εαυτό του να κάνει κανένα τσιγάρο». Κατά την περιγραφή, ωστόσο, τόσο του Γάλλου, όσο και των εφημερίδων, που λοιδορούν την κακιά συνήθεια, φαίνεται ότι αυτή την εποχή στην ελληνική πρωτεύουσα ο καπνός τείνει να γίνει... ιερό φυτό.

Οι μηχανές τσιγαροποίησης δεν έχουν εφευρεθεί ακόμα και οι καπνιστές κυκλοφορούν με ένα σακουλάκι κομμένο καπνό - τον οποίο προμηθεύονται με το δράμι - στη μία τσέπη και τσιγαρόχαρτα στην άλλη.

«Όλοι οι Έλληνες έχουν τη συνήθεια να καπνίζουν. Καπνίζουν το τσιγάρο στον δρόμο και το τσιμπούκι στο σπίτι. Τον ναργιλέ τον καπνίζουν μόνο στα κακόφημα καφενεία γύρω από το παζάρι ή στα καπηλειά στα χωριά [...]. Οι Έλληνες, με ελάχιστες εξαιρέσεις, έξω από το σπίτι τους καπνίζουν μόνο τσιγάρο. Το καπνίζουν παντού, ακόμα και στο φουαγιέ του θεάτρου, που γίνεται έτσι ντουμάνι», γράφει ο Αμπού.

Και καλά στο σπίτι, στον δρόμο ή, τέλος πάντων, σε ένα θέαμα. Το ζήτημα είναι ότι οι Έλληνες καπνίζουν και στις δημόσιες υπηρεσίες και στη Βουλή. Με έναν ανυπόγραφο λίβελλο στο πρωτοσέλιδό της, η εφημερίδα “Αθηνά” κατακεραυνώνει τους «σιγαρίζοντες», και δη της Βουλής, οι οποίοι «καπνίζουν διαρκώς και, αντί να εργάζονται, φλυαρούν»... Φαίνεται, δε, πως το κάπνισμα έχει γίνει μόδα και στους χώρους εκπαίδευσης, όπου μαθητές και φοιτητές επιδίδονται μετά μανίας στο βλαβερό σπορ... «Βλέπει τις τα μειράκια και τους νεανίσκους συνδιαιτωμένους και μελετώντας με ένα τσιγάρο. Οκτάχρονα και δεκάχρονα παιδιά βγάζουν καπνό από το στόμα ως άλλοι δαίμονες της κολάσεως», σημειώνεται στο δημοσίευμα της “Αθηνάς”, όπου, αφού παρατίθεται σωρεία προβλημάτων που δημιουργεί στον ανθρώπινο οργανισμό το κάπνισμα, ο ανώνυμος συγγραφέας καταλήγει πως ούτε λίγο-ούτε πολύ «τα αναθεματισμένα τσιγάρα» ευθύνονται και για την αποτέφρωση των δασών. Αυτό το καλοκαίρι, βλέπεις, δασώδεις περιοχές και βοσκοτόπια πέριξ της πόλης, για λόγους που ουδέποτε θα εξιχνιαστούν, παραδίδονται σε απανωτές φωτιές (φαίνεται πως επρόκειτο για φαινόμενο και εκείνης της εποχής)!

Η Αμαλία δε θέλει πολύ. Άλλωστε, είναι πεπεισμένη ότι πίσω από το δημοσίευμα της “Αθηνάς” βρίσκεται ο ίδιος ο εκδότης, ο οποίος - όπως η ίδια εκτιμά - δε χάνει ευκαιρία να ασκεί δυσμενή κριτική στον βασιλιά. Η δηκτική πένα του Εμμανουήλ Αντωνιάδη είναι γνωστή από την εποχή της “Ηούς”, της εφημερίδας που εξέδιδε στο Ναύπλιο, τότε που με την ίδια τόλμη και παρρησία καταχέριζε τα τρωτά τόσο της καποδιστριακής διοίκησης όσο και της φυλής. Ως εκ τούτου, μια Βουλή με θεριακλήδες βουλευτές, που, αντί να δρουν, καπνίζουν, είναι ευθεία βολή σε έναν βασιλιά που δεν ελέγχει τους υπηκόους του.

«Απαγορεύεται η χρήσις του καπνίζειν»

Τα θέματα προσβολής της υγείας είναι ακόμη άγνωστα, αλλά το «περί αποτέφρωσης» είναι ένας ισχυρός λόγος για να στηρίξει την έκδοση ενός βασιλικού διατάγματος, ακόμη κι εν αγνοία του βασιλιά. Έτσι, η Αμαλία δίνει εντολή στον πρωθυπουργό Δημήτριο Βούλγαρη να ετοιμάσει το σχετικό κείμενο κι εκείνος τής το παρουσιάζει. Η διατύπωσή του είναι σαφής και ολιγόλογη:

«Διάταγμα περί απαγορεύσεως του καπνίζειν εντός των δημοσίων γραφείων και των καταστημάτων.

Όθων ελέω Θεού, βασιλεύς της Ελλάδος,

Θέλοντες να προλάβωμεν όσον ένεστι τα εξ ενδεχομένων πυρκαϊών δυστυχήματα, επί τη προτάσει του ημετέρου επί των Εσωτερικών υπουργού, απεφασίσαμεν και διατάττομεν:

Α’. Απαγορεύεται η χρήσις του καπνίζειν είτε διά καπνοσυρίγκων (τσιμπουκίων), είτε διά σιγάρων, εις πάντας εν γένει τους υπαλλήλους και υπηρέτας του κράτους εντός των δημοσίων γραφείων και καταστημάτων.

Β’. Η απαγόρευσις αύτη επεκτείνεται και εις πάντα άλλον προσερχόμενον εις τα ειρημένα καταστήματα και γραφεία χάριν υποθέσεως ή άλλης τινός αιτίας.

Γ’. Ο ημέτερος επί των Εσωτερικών υπουργός θέλει δημοσιεύσει και εκτελέσει το παρόν Διάταγμα.

Εν Αθήναις, την 31 Ιουλίου 1856,

Εν ονόματι του βασιλέως

Η βασίλισσα Αμαλία».

Το διάταγμα διατηρεί καθαρό τον δημόσιο τομέα για επτά χρόνια. Με την έξωση του Όθωνα εκτοπίζεται και αυτό ως προερχόμενο από τον «τύραννο» και η... δεσποτεία των αρειμανίως καπνιζόντων εγκαθίσταται εκ νέου στη Βουλή, με την αίθουσα συνεδριάσεων να επανέρχεται στην προτεραία “ομιχλώδη” κατάστασή της. Τα βουλευτικά έδρανα, που θα έπρεπε να καλύπτονται από σημειώσεις και νομοθετήματα, βρίθουν τριμμάτων καπνού. Η ατμόσφαιρα ζέχνει. Αντίστοιχη είναι η κατάσταση των δημοσίων υπηρεσιών.

Στις αρχές του 1887, ο πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης επιχειρεί να απαγορεύσει το κάπνισμα σε κλειστούς χώρους, αλλά η αντιπολίτευση πέφτει επάνω του με μένος. Μια εκδίωξη της κακιάς συνήθειας από τη ζωή των υπαλλήλων του κράτους θα έχει πολιτικό κόστος. Αφού δεν μπορεί να πετύχει ευθέως τον στόχο του, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους επιχειρεί διά της πλαγιάς. Φέρνει στη Βουλή νομοσχέδιο περί ενίσχυσης της φορολόγησης του καπνού, προκειμένου, εκτός από την αύξηση των εσόδων του κράτους, να επιτύχει τουλάχιστον μια μείωση της βλαβερής συνήθειας. Αλλά κομματικό κοινό αποτελούν και οι καπνοκαλλιεργητές. Η αντιπολίτευση, με μπροστάρη τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη, αντιδρά και πάλι με την ίδια σφοδρότητα. Παρά ταύτα, η φορολόγηση περνάει. Τα δέκα δράμια καπνού δεν κοστίζουν πλέον μία πεντάρα, αλλά 25 λεπτά. Ωστόσο, ακόμη κι αν δεν καταφέρνει να περάσει τον αντικαπνιστικό νόμο, ο Τρικούπης πετυχαίνει τελικά και πιστώνεται την απαγόρευση του καπνίσματος στη Βουλή, που απαλλάσσεται στο εξής από τον βραχνά του τσιγάρου.

Στην ανατολή του 20ού αι. (1901) μια μεγάλη πυρκαγιά σε παντοπωλείο της οδού Αιόλου πυροδοτεί νέο πόλεμο στο κάπνισμα. Ο νεαρός παραγιός του ιδιοκτήτη, που καπνίζει κρυφά στο υπόγειο του καταστήματος, έχει ξεχάσει το τσιγάρο του αναμμένο, με αποτέλεσμα αυτό να κυλήσει στις χάρτινες κούτες με το εμπόρευμα και να παραδώσει στις φλόγες ολόκληρο το κτήριο. Στον πρωθυπουργικό θώκο είναι πια ο Δηλιγιάννης και έρχεται στη θέση του Τρικούπη, τον οποίο αντιπολιτευόταν με μένος για το επίμαχο θέμα. Φέρνει ο ίδιος νόμο «περί απαγορεύσεως του καπνίζειν σε καταστήματα και κλειστούς χώρους», και αυτή τη φορά ο νόμος περνάει παμψηφεί και αδιαμαρτύρητα.

Λίγο νωρίτερα, το 1898, οι θεριακλήδες ιερείς έχουν μπει στο αντικαπνιστικό στόχαστρο των φανατικών «δούλων του Κυρίου». Σύμφωνα με τον ιστορικό Ελευθέριο Σκιαδά, αυτή τη χρονιά εγκαινιάζεται στην Αθήνα ο “Σύλλογος των Ορθοδόξων”, που στοχεύει στην κόσμια δημόσια εμφάνιση του κλήρου! Κατά το δόγμα του Συλλόγου, οι εκκλησιαστικοί νόμοι επιβάλλουν στους ιερείς να είναι εγκρατείς και να αποφεύγουν τις σαρκικές επιθυμίες, συμπεριλαμβανομένου και του «αντιχριστιανικού» καπνίσματος... Ως εκ τούτου, κι επειδή «είναι ανάρμοστο να καπνίζει ένας λειτουργός του Υψίστου», τις Κυριακές τα μέλη του Συλλόγου χωρίζονται σε ομάδες και ξεχύνονται σε ανηλεές κυνηγητό των «βλάσφημων ιερέων»! Οι ιδρυτές του Συλλόγου έχουν επιχειρήσει, προηγουμένως, να κάνουν κοινωνό του... ιερού σκοπού τους τον τότε Μητροπολίτη Αθηνών και πρόεδρο της Ιεράς Συνόδου, Προκόπιο Β’, αλλά δεν τον βρήκαν και πολύ πρόθυμο να τραβήξει το αφτί των ξετσίπωτων λειτουργών του Κυρίου... Έτσι, αποφάσισαν να το κάνουν οι ίδιοι! Αυτό που παραμένει άγνωστο είναι η τιμωρία που επιβάλλεται στα κακά παιδιά του κλήρου...

Ο 20ός αιώνας

Με τούτα και με κείνα, μπαίνει ένας χειμαρρώδης 20ός αι., με τεχνολογικά επιτεύγματα και πολέμους, που νομιμοποιούν το τσιγάρο, αποδίδοντάς του χαρακτηριστικά πολύτιμου συντρόφου και «ψυχοθεραπευτή». Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η παγκόσμια καπνοβιομηχανία γνωρίζει τεράστια ανάπτυξη, καθώς οι στρατιώτες, στην προσπάθειά τους να αντέξουν το άγχος της μάχης, εθίζονται όλο και περισσότερο στη νικοτίνη.

Προϊόντος του χρόνου και κατά έναν λογικό ή στρεβλό (τι σημασία έχει;) τρόπο, το κάπνισμα ταυτίζεται με την παρέα, τη δουλειά, τη σκέψη. Παρά την εξέλιξη της επιστήμης και τα ευρήματα που το ενοχοποιούν για βλάβες στην υγεία, το τσιγάρο, σε μια οξύμωρη συνύπαρξη, στρογγυλοκάθεται πλάι στη ζωή και στεριώνει. Γίνεται και λόγος ύπαρξης (!) και έμπνευση και δημιουργία. Η λογοτεχνία - ξένη και ελληνική - βρίθει σχετικών πονημάτων... Νωρίτερα, από τα μέσα του 20ού αι., ο Τσιφόρος μετατρέπει σε πρωταγωνιστές ενός σπαρταριστού χρονογραφήματος δύο αποτσίγαρα:

«Με φίλησε κάποια κυρία. Ήταν χαριτωμένη σαν πορσελάνη και φλύαρη όσο μια κίσσα. Ακούμπησε το στόμα της επάνω μου κι ένιωσα να ανατριχιάζω ολόκληρο. Ύστερα με άναψε, εγώ καιγόμουν σιγά-σιγά και, όσο μίκραινα, γινόμουν ευτυχισμένο, γιατί καταλάβαινα πως της κάνω ευχαρίστηση...», εξομολογείται το ένα, αυτό με τα κόκκινα αποτυπώματα...

«Εμένα με άναψε ένας πολιτευτής. Περίφημος κύριος! Και σαγηνευτικός ομιλητής! Με κρατούσε στο στόμα του και μιλούσε διαρκώς. Σε βεβαιώ ότι έλεγε τόσο συγκινητικά πράγματα που κρατήθηκα να μην κλάψω, γιατί τότε θ’ αναγκαζόμουν να σβήσω... Έχει περίφημα σχέδια αυτός ο άνθρωπος! Όλη η Ελλάς θα σωθεί απ’ αυτόν!», αποκρίνεται το ρουμελιώτικο, αυτό που ανατράφηκε μέσα σε καπνομπόστανα μαζί με τα αδέλφια του!

Είναι θέση, άποψη, φιλοσοφία, μποέμικη ζωή, ξέσπασμα και επανάσταση ή και τίποτα από όλα αυτά. Διαφημίζεται, πουλιέται αδρά, αγοράζεται με κόπο και ιδρώτα. Γράφει αιώνια ιστορία, ως ο «συντροφικότερος εχθρός», κι αν ακόμα εκδιώκεται από επιστήμη ή αισθητική, κάτι μένει πίσω να το θυμίζει...

«Στερέωσε καλά το φιτίλι στην καντηλήθρα και το βύθισε στο λαδάκι του ποτηριού. “Θα κρατήσει ίσαμ’ αύριο”, μονολόγησε, κι έκανε έτσι στις τσέπες της, συνηθισμένη από τότε που κάπνιζε κι έβρισκε σε κάθε τσέπη κι από έναν αναπτήρα. Τίποτα. Ύστερα έπιασε να ψάχνει με μανία το εσωτερικό της τσάντας της. Κάτι. Έναν ξεχασμένο διαφημιστικό αναπτήρα, ίσως και σπίρτα... Τίποτα κι εκεί. Κοίταξε γύρω τριγύρω. Ερημιά στο κοιμητήρι. Τότε αναθεμάτισε για πρώτη φορά τον εαυτό της που ’κοψε πριν χρόνια το τσιγάρο. Μία φορά χρειάστηκε φωτιά για σοβαρό λόγο και δεν τη βρήκε. Πώς θα άναβε το καντήλι της μάνας της;».

 

 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια