Κόσμος

Συμμετοχή και λαϊκισμός - Η «ρουλέτα» των κρίσιμων ευρωεκλογών

Τα μεγάλα στοιχήματα που αποτελούν τον γρίφο της επόμενης μέρας για την Ευρώπη - Οι εξελίξεις που θα μπορούσαν να δρομολογήσουν τα αποτελέσματα της ευρωκάλπης

Από τα μεγάλα στοιχήματα που χαρακτηρίζουν αυτές τις ευρωεκλογές και εξηγούν το γιατί θεωρούνται οι κρισιμότερες στην ιστορία είναι αφενός η συμμετοχή που θα δείξει αν οι Ευρωπαίοι ψηφοφόροι έχουν πειστεί για τον δικό τους πλέον ρόλο στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα και αφετέρου το πού θα καθίσει η μπίλια στη “ρουλέτα” της δύναμης και της συσπείρωσης των κομμάτων της άκρας Δεξιάς και του λαϊκισμού, που αποτελούν το μεγαλύτερο εφιάλτη των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των παραδοσιακών συντηρητικών κομμάτων.

Το πρώτο στοίχημα είναι από τα πιο δύσκολα να κερδηθεί, με δεδομένο το γενικότερο σκηνικό στην Ευρώπη. Από το 1979, οπότε διενεργήθηκαν οι πρώτες ευρωεκλογές, έως και τις πιο πρόσφατες, το 2014, τα ποσοστά συμμετοχής βαίνουν σταθερά μειούμενα, τόσο σε επίπεδο μέσου όρου για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο και ανά χώρα, με κάποιες εξαιρέσεις όπου καταγράφονται αυξομειώσεις.

Η συνολική εικόνα είναι απογοητευτική ακόμα και στην Ελλάδα, που συγκαταλέγεται μεταξύ των πιο φιλευρωπαϊκών χωρών της Ε.Ε., παρά το ότι τα ποσοστά είναι κατά πολύ υψηλότερα από πολλές άλλες χώρες, ενώ οι μόνες αισιόδοξες “πινελιές” στον “καμβά” έρχονται από το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο, δύο χώρες όπου η συμμετοχή είναι πάνω από το 80% και σχεδόν σταθερή όλα τα χρόνια που γίνονται οι ευρωεκλογές. Το αξιοσημείωτο είναι ότι η αδιαφορία δε σημαίνει απαραίτητα αρνητική ψήφο στο ευρωπαϊκό σχέδιο.

Λίγο πριν ξεκινήσει η κούρσα για τις ευρωεκλογές, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε δημοσιοποιήσει δημοσκόπηση η οποία επιβεβαιώθηκε και από τα ευρήματα άλλων ερευνών που έδειχναν το ιστορικό υψηλό που παρουσιάζει η στήριξη των Ευρωπαίων στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, με τα δύο τρίτα των πολιτών να εκφράζονται θετικά απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Γιατί λοιπόν εμφανίζεται αυτό το παράδοξο; Αρχικά γιατί οι πολίτες αντιμετωπίζουν τις ευρωεκλογές με το κριτήριο της λεγόμενης “χαλαρής ψήφου”. Έχοντας την αίσθηση ότι η φωνή τους δεν ακούγεται όσο θα έπρεπε στις Βρυξέλλες και το Στρασβούργο, όπου βρίσκεται η έδρα του Ευρωκοινοβουλίου, επιλέγουν την αποχή από την ψηφοφορία, πιστεύοντας ότι ούτως ή άλλως η ετυμηγορία τους δε βαρύνει ιδιαίτερα.

Στην εξίσωση πρέπει να προστεθεί η μόνιμη - και δικαιολογημένη - γκρίνια για τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών και το ότι, παρά τη διαδικασία της συναπόφασης Ευρωκοινοβουλίου και Συμβουλίου ηγετών που θέσπισε η Συνθήκη της Λισαβόνας, παραμένει η αίσθηση ότι αυτή που μετράει περισσότερο είναι η γνώμη των ηγετών και όχι των ευρωβουλευτών. Και φυσικά είναι το θέμα του τρόπου με τον οποίο οι ίδιοι οι πολιτικοί αντιμετωπίζουν τις ευρωπαϊκές κάλπες, μετατρέποντάς τις - όχι μόνο στην Ελλάδα - σε ένα κρίσιμο πολιτικό δημοψήφισμα με καθαρά εσωτερικούς πολιτικούς όρους, όπου οι ψηφοφόροι μπορούν πιο ανώδυνα να εκφραστούν χωρίς το “ρίσκο” η απόφασή τους να βαρύνει καταλυτικά στην κεντρική πολιτική σκηνή.

Από αυτές τις ευρωεκλογές θα κριθούν πολλά... Αρχικά η πορεία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος που εξαρτάται άμεσα από τις ισορροπίες οι οποίες θα διαμορφωθούν στην Ευρωβουλή και θα καθορίσουν όχι μόνο την εύρυθμη λειτουργία του και την προώθηση των μεγαλόπνοων σχεδίων για το μέλλον της Ε.Ε., αλλά και την επιλογή των επικεφαλής των κορυφαίων θεσμών, προέδρου Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προέδρου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, προέδρου Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προέδρου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Διπλωματίας. Πρόκειται για... εξισώσεις για γερούς λύτες, αφού εμπίπτουν και στις σχέσεις μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, που διεκδικούν τους πιο σημαντικούς θεσμούς, ήτοι αυτούς του προέδρου της Κομισιόν και του επικεφαλής της ΕΚΤ. Και φυσικά μοιραία περνούν μέσα από τις επιδόσεις των κομμάτων των ηγετών σε Παρίσι και Βερολίνο, με τα προμηνύματα να μοιάζουν απαισιόδοξα τόσο για την Άγκελα Μέρκελ όσο και για τον Εμανουέλ Μακρόν.

“Σφήνα” σε όλα αυτά μπαίνει το Brexit, καθώς, αν η Βρετανία δεν έχει αποχωρήσει από την Ε.Ε. πριν ανοίξει η αυλαία της νέας κοινοβουλευτικής περιόδου στο Στρασβούργο, τον Ιούλιο, τότε οι Βρετανοί ευρωβουλευτές που θα εκλεγούν θα μπορούν να αλλάξουν τις ισορροπίες για την επιλογή των νέων οργάνων.

Αυτό ισχύει τόσο στην περίπτωση που τελικά επανεπιβεβαιωθεί η διαδικασία του spitzenkandidat, η οποία θέλει την πολιτική ομάδα που θα έχει τις περισσότερες ψήφους να διεκδικήσει την έδρα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όσο και σε εκείνη που τελικά οι ηγέτες της Ε.Ε. (όπως επιθυμεί ο Μακρόν) την παρακάμψουν. Και αυτό γιατί, στη δεύτερη περίπτωση, της επιλογής ενός τρίτου υποψηφίου, αυτός πρέπει να κερδίσει την απόλυτη πλειοψηφία των 376 από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπως θα συμβεί άλλωστε και με τα μέλη της νέας Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

“Γρίφος” παραμένει η δύναμη που θα αποκτήσει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο η άκρα Δεξιά και τα λαϊκιστικά κόμματα, τα οποία επιχειρεί να ενώσει σε μια κοινοβουλευτική ομάδα ο Ιταλός επικεφαλής της Λέγκας και υπουργός Εσωτερικών της χώρας Ματέο Σαλβίνι. Αν το στοίχημά του πετύχει, τότε προβλέπονται πολύ δύσκολες ημέρες για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενώ οι μετασεισμοί που θα προκληθούν σε πολλές χώρες, αν επιβεβαιωθεί αυτή η τάση, θα λειτουργήσουν ως καταλύτης για πολιτικές εξελίξεις, ειδικά στην περίπτωση της Γαλλίας, όπου φαίνεται να προηγείται η Μαρίν Λεπέν, και της Ιταλίας, όπου δοκιμάζεται σκληρά ο κυβερνητικός συνασπισμός της Λέγκας με τα 5 Αστέρια. Και βέβαια, ειδικά όσον αφορά στη Βρετανία, τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών θα έχουν την εύλογη “μετάφραση” γύρω από το Brexit από τους υποστηρικτές της παραμονής στην Ε.Ε. και εκείνους της εξόδου, με ή χωρίς συμφωνία.

 

ΠΡΟΣΕΛΕΥΣΗ ΣΤΙΣ ΚΑΛΠΕΣ

Τα πάνω και τα κάτω στη συμμετοχή

Το ότι η προεκλογική εκστρατεία για τις ευρωεκλογές έγινε με σχεδόν αποκλειστικά εσωτερική πολιτική ατζέντα στις περισσότερες από τις χώρες της Ε.Ε., ανάμεσά τους και η Ελλάδα, μένει να φανεί κατά πόσο θα μετρήσει στην απόφαση των ψηφοφόρων να προσέλθουν στις κάλπες. Τα στοιχεία πάντως μέχρι στιγμής παραμένουν αποκαρδιωτικά, τόσο σε συνολικό επίπεδο Ε.Ε., όσο και αναφορικά με τη συμμετοχή σε κάθε χώρα-μέλος.

Για την Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι κατατάσσεται στην πεντάδα των χωρών με τη μεγαλύτερη συμμετοχή στις ευρωεκλογές, τα ποσοστά βαίνουν μειούμενα. Από το 81,48% το 1981, όταν για πρώτη φορά στήθηκαν στη χώρα ευρωκάλπες, στο 80,59 το 1984, στο 80,03 το 1989 και ακόμα χαμηλότερα το 1994 στο 73,18. Το ποσοστό αυτό έπεσε το 1999 στο 70,25, το 2004 στο 63,22 και καταποντίστηκε στο 52,61% το 2009.

Μικρή ανάκαμψη σημειώθηκε το 2014 με τη συμμετοχή να καταγράφεται στο 59,97% - υψηλότερο όμως, ακόμα κι έτσι, από χώρες- “στυλοβάτες” της Ε.Ε. όπως η Γερμανία (48,1% το 2014) και η Γαλλία (42,4%). Στην πεντάδα των χωρών με τη μεγαλύτερη συμμετοχή “ηγούνται” το Βέλγιο (89,6% το 2014), το Λουξεμβούργο (85,6%), η Μάλτα (78,4%), η Ελλάδα (59,97%) και η Ιταλία (57,2%). Στον αντίποδα, το χαμηλότερο ποσοστό κατέγραψε το 2014 η Σλοβακία (13%) και ακολουθούν η Τσεχία (18,2%), η Πολωνία (23,8%), η Σλοβενία (24,6%) και η Κροατία (25,2%).

Σχόλια