Κόσμος

Γιατί Κίνα και ΗΠΑ είναι στα μαχαίρια;

Στο ναδίρ βρίσκονται οι εμπορικές σχέσεις ΗΠΑ και Κίνας, με τις δύο χώρες να υιοθετούν ακραίες στάσεις, επιβάλλοντας εκατέρωθεν δασμούς.

Πρόκειται ουσιαστικά για ένα εμπορικό πόλεμο που θα βλάψει τις δύο εθνικές οικονομίες των χωρών, ενώ επίκεντρο της αντιπαράθεσης θα είναι οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις που θα αντιμετωπίσουν μεγάλες οικονομικές επιβαρύνσεις.

Τελευταίο επεισόδιο της αντιπαράθεσης είναι η απόφαση της Κίνας να επιβάλει πρόσθετους δασμούς 25% σε εισαγωγές αμερικανικών προϊόντων αξίας 16 δισ. δολαρίων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται το πετρέλαιο, προϊόντα χάλυβα, αυτοκίνητα και ιατρικός εξοπλισμός σύμφωνα με ανακοίνωση του κινέζικου υπουργείου Εμπορίου.

Η εφημερίδα “Νέα Κρήτη” επικοινώνησε με τον κ. Γιάννη Παρμακίδη, διεθνολόγο με ειδίκευση στις στρατηγικές σπουδές, ο οποίος μας μίλησε για την εμπορική σύγκρουση, όπως έχει εκδηλωθεί, ανάμεσα σε αυτές τις δύο χώρες.

Ο κ. Παρμακίδης ανέφερε χαρακτηριστικά: «Ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ αυτών των δυο βασικών δρώντων του διεθνούς συστήματος δεν είναι κάτι καινούργιο. Το 1979 οι Η.Π.Α. επέβαλαν στη Κίνα βραχυπρόθεσμες δασμολογικές εκπτώσεις με ετήσια ανανέωση σε περίπτωση μη εκπλήρωσης βασικών παραχωρήσεων όπως μείωση εμπορικών δασμών για τα αμερικανικά προϊόντα. Σήμερα, η Κίνα αντιπροσωπεύει το 15% περίπου της παγκόσμιας οικονομίας με πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Η ιστορική εμπειρία πάντως κατέδειξε πως το εν λόγω modus operandi δεν απέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα όπως είχε παραδεχθεί άλλωστε και ο Πρόεδρος Μπους ο πρεσβύτερος το 1990».

Ο ίδιος συνέχισε, λέγοντας: «Παρακολουθούμε λοιπόν έναν ανοικτό οικονομικό ‘‘πόλεμο’’ φθοράς. Όπως και σε κάθε πόλεμο φθοράς ανταπεξέρχεται αυτός που έχει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και δυνατότητα απορρόφησης των παντός φύσεως κραδασμών που προκύπτουν και τη διαθεσιμότητα πόρων. Σίγουρα η Αμερική υπερέχει εκθετικά στο δεύτερο σε σχέση με τη Κίνα αλλά ως προς το πρώτο οφείλουμε να λάβουμε υπ’ όψιν πως ο Σι Ζινπίνγκ είναι επικεφαλής ενός απολυταρχικού καθεστώτος με κρατικοκεντρικά κατευθυνόμενη οικονομία χωρίς να είναι υποχρεωμένος να λογοδοτεί και να τίθεται η πολιτική του υπό αμφισβήτηση. Απεναντίας, ο Τραμπ είναι υποχρεωμένος αφ’ ενός θεσμικά να υφίσταται εποπτεία από το Κογκρέσο και αφ’ ετέρου δέχεται τρομερές πιέσεις από τον εγχώριο ιδιωτικό τομέα για να διατηρηθούν οι επενδύσεις του στη Κίνα με κάθε κόστος».

Η αρχή του σίριαλ των δασμών έγινε από την αμερικανική πολιτική επιβολής δασμών σε μέταλλα. Σύμφωνα με τον Ντόναλντ Τραμπ, το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ, που φτάνει περίπου στα 800 δισεκατομμύρια δολάρια, οφείλεται σε εμπορικές συμφωνίες που είχαν στο παρελθόν οι Η.Π.Α. με άλλες χώρες. Μία από αυτές ήταν και η Κίνα, που διείσδυσε σημαντικά στην αμερικανική οικονομία και την ανταγωνίζεται ευθέως, κυρίως σε τεχνολογικά προϊόντα.

Έτσι, οι ΗΠΑ έχουν υιοθετήσει μια στρατηγική τιμωρίας έναντι της Κίνας, καθιστώντας τα κινέζικα προϊόντα ακριβότερα για τους Αμερικάνους. Η συγκεκριμένη στρατηγική στηρίζεται στο εξής γεγονός. Εάν τα κινέζικα προϊόντα ξαφνικά γίνουν πιο ακριβά, οι καταναλωτές θα αγοράζουν τα ίδια προϊόντα από κάπου αλλού και οι κινέζικες επιχειρήσεις θα χάσουν έσοδα. Αυτή η στρατηγική έχει απτά αποτελέσματα τόσο στην αμερικανική γεωργία όσο στην αγορά ενέργειας.

Ο κ. Παρμακίδης, σχολιάζοντας τη συγκεκριμένη στρατηγική, ανέφερε χαρακτηριστικά:

«Η στρατηγική τους απέναντι στη Κίνα είναι πολυεπίπεδη και ο εμπορικός προστατευτισμός είναι μόνο μια διάσταση αυτής. Η Κίνα σε σχέση με την πρώην ΕΣΣΔ καθίσταται δυσκολότερος αντίπαλος για τις ΗΠΑ καθώς η δεύτερη σ’ όλη τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου ήταν οικονομικά ασθενέστερη. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο με τη Κίνα της οποίας τα κέρδη των επιχειρήσεων αποτελούν οικονομικό αιμοδότη για τον εκσυγχρονισμό της βιομηχανίας, βασικός πυλώνας στο σχεδιασμό των κινέζων στρατηγιστών οι οποίοι προσβλέπουν στη δημιουργία της υπερδύναμης του 2050.

Ο κ. Παρμακίδης αναφέρθηκε και στο ρόλο των Η.Π.Α., που αν και έχουν τη στρατιωτική πρωτοκαθεδρία, σε επίπεδο παγκόσμιας οικονομίας τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά.

«Οι Η.Π.Α. εξακολουθούν να διαθέτουν την αδιαμφισβήτητη πρωτοκαθεδρία σε επίπεδο στρατιωτικής ισχύος, όμως σε επίπεδο παγκόσμιας οικονομίας ζούμε σε ένα ρευστό πολυπολικό περιβάλλον και θα συνεχίσουν να είναι ο κυριότερος εμπορικός εταίρος της Κίνας. Οι ετήσιες εισαγωγές των κινεζικών προϊόντων στις Η.Π.Α. ανέρχονται στα 505 δισ. δολάρια και το διμερές εμπόριο ήταν το 2017 κατά 13% αυξημένο σε σχέση με το 2013. Οπότε δε πρέπει να αναμένουμε άμεσα οικονομικές τεκτονικές ανακατατάξεις καθώς οι συστημικές πιέσεις και στους δυο δρώντες είναι τεράστιες. Είναι γεγονός πως το αφήγημα των δυο τελευταίων δεκαετιών που υποστηρίχθηκε από σημαντικούς θεωρητικούς, αυτό της ισχυρής οικονομικής αλληλεξάρτησης η οποία δρα ως καταλύτης στην επίλυση διαφορών, αρχίζει βαθμιαία να υποχωρεί» δήλωσε χαρακτηριστικά. Τέλος, ο κ. Παρμακίδης κατέληξε κάνοντας λόγο για το μέλλον των αμερικανό - κινεζικών σχέσεων, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Η μετάβαση από ένα διεθνές σύστημα σ’ ένα άλλο δεν προϋποθέτει απαραίτητα τη σύγκρουση. Το διαπιστώσαμε αυτό με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1991 και παλαιότερα με τη σιωπηρή μετάβαση της σκυτάλης της ισχύος από τη Μεγάλη Βρετανία στις Η.Π.Α. Το πιθανότερο είναι να δούμε ένα παγιωμένο μεταψυχροπολεμικό σινικό containment από πλευράς των ΗΠΑ με ενδυνάμωση των παραδοσιακών πολιτικών, στρατιωτικών και οικονομικών δεσμών στη περιοχή σε χώρες όπως Ιαπωνία, Ταιβάν, Ν. Κορέα, μια δοκιμασμένη με επιτυχία συνταγή δηλαδή. Το περασμένο Ιούνιο ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Τζέιμς Μάτις κατέστησε σαφές πως ‘‘Η Αμερική ήρθε στον Ινδο-Ειρηνικό Ωκεανό για να μείνει’’», ενώ συνέχισε λέγοντας: «Η Κίνα από τη σκοπιά της προσδίδει, και θα συνεχίσει να το πράττει, ιδιαίτερη βαρύτητα στη προάσπιση του τρίτου δακτυλίου συμφερόντων της, αυτού της ασφάλειας, καθώς σύμφωνα με το SIPRI, στη παγκόσμια κατάταξη βρίσκεται σταθερά εδώ και μια δεκαετία στη 2η θέση σε στρατιωτικές δαπάνες και 5η στις εισαγωγές στρατιωτικού εξοπλισμού δικαιώνοντας πλήρως το καθηγητή Tζον Μερσχάιμερ σύμφωνα με τον οποίο η οικονομική ανάπτυξη διολισθαίνει νομοτελειακά στην άνοδο της στρατιωτικής ισχύος».

Σχόλια