Καινοτομία

Το «οχυρό» κατά του Εγκέλαδου βάζει στο επίκεντρο τον Άγιο Μηνά

Πρόγραμμα «Ασπίδα»: Το πρόγραμμα - σταθμός του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου που δημιουργεί νέα δεδομένα στην αντισεισμική θωράκιση

Το χρέος απέναντι στην ιστορία αλλά και την προστασία όλων μας από τον αιώνιο κίνδυνο που καιροφυλαχτεί ανά πάσα στιγμή στα σωθικά της Γης, το ξύπνημα του αρχαίου θεού των σεισμών, του Εγκέλαδου, εκπληρώνει το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Αστεροσκοπείου Αθηνών, με ένα πρόγραμμα-σταθμό για τα ελληνικά - και όχι μόνο - δεδομένα. Το “Ασπίδα”, όπως είναι το όνομα και κυριολεκτικά ο ρόλος του, δεν εξέτασε απλώς τα δεδομένα της σεισμικής επικινδυνότητας στη χώρα δημιουργώντας μια εντυπωσιακή βάση δεδομένων, αλλά προχώρησε ένα βήμα παραπέρα... Δημιούργησε ένα γερό θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορεί να χτιστεί ένα οικοδόμημα που θα μετατραπεί στο οχυρό της Ελλάδας και φυσικά της Κρήτης, απέναντι στον πάντα ορατό κίνδυνο μιας σεισμικής δόνησης, πόσω μάλλον των μνημείων μας που αποτελούν τον πυρήνα της εθνικής μας συνείδησης και την ταυτότητα μας.

Και το ακόμα πιο σημαντικό; Όλα τα στοιχεία του φιλόδοξου αυτού προγράμματος που περιλαμβάνουν μια ευρεία γκάμα από ιστορικά και γεωλογικά έως τεχνικά δεδομένα είναι ανοικτά σε όποιον θέλει ώστε να εφαρμόσει στην πράξη τα πορίσματα της μεγάλης αυτής ερευνητικής δουλειάς. Το “Ασπίδα” σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε εξαρχής με σημείο αναφοράς τα μνημεία ώστε να εντοπιστούν τα προβλήματα και με βάση πια τα πραγματικά δεδομένα να δημιουργηθεί ένα νέο ψηφιακό εργαλείο, το οποίο θα μπορεί να αξιοποιηθεί για την αντισεισμική θωράκισή τους.

Για το Ηράκλειο οι επιστήμονες εστίασαν στον παλιό Άγιο Μηνά, τον οποίο μελέτησαν εξονυχιστικά από κάθε πλευρά και μαζί τα σεισμικά δεδομένα για την περιοχή. «Έχει γίνει πολλή δουλειά στην Κρήτη και το Ηράκλειο σε σχέση με άλλες πόλεις», μας εξήγησε ο διευθυντής Ερευνών του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου κ. Βασίλης Καραστάθης, διευκρινίζοντας ότι οι Αρχές ήταν ευαίσθητες σε αυτό το θέμα από παλιά. Το πρόγραμμα εστίασε σε τρία μνημεία της χώρας, τον Άγιο Μηνά στο Ηράκλειο, τον ναό του Αγίου Νικολάου στο Πλατάνι της Αχαΐας που χρονολογείται στον 12ο αιώνα, και τον Ιερό Ναό Αγίων Θεοδώρων στο χωριό Κάμπος του νομού Μεσσηνίας.

Οι επιστήμονες από πολλές ειδικότητες εξέτασαν τα μνημεία για να διαπιστώσουν τη σεισμική τους απόκριση ως προς τα δυσχερέστερα σενάρια, και τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Η δουλειά ξεκίνησε με τον εντοπισμό και την ταξινόμηση των μνημείων και των αρχαιολογικών χώρων στην επικράτεια, έργο καθόλου εύκολο, αφού ουσιαστικά οι επιστήμονες αναγκάστηκαν να δημιουργήσουν μια νέα λίστα από διάφορες πηγές ώστε να συμπληρωθούν τα κενά και να δημιουργηθεί ένας πλήρης χάρτης. Στη συνέχεια τα ενεργά σεισμικά ρήγματα μοντελοποιήθηκαν ώστε να είναι δυνατός ο υπολογισμός της σεισμικής επιτάχυνσης πρακτικά, δηλαδή η δύναμη που θα δεχτούν τα υπό μελέτη μνημεία από την ενεργοποίηση κάποιου ρήγματος που θα δώσει έναν ισχυρό σεισμό.

Η ομάδα κατάφερε να συνδέσει τα μνημεία με τα ενεργά ρήγματα που τα απειλούν και να δημιουργήσει ψηφιακούς σεισμούς για τα τελευταία, ώστε να εξετάσει τη δυνατότητα απόκρισης των συγκεκριμένων ναών στον Εγκέλαδο. Με τον τρόπο αυτό, εντοπίζοντας επακριβώς τις αδυναμίες, η όποια παρέμβαση κρινόταν απαραίτητη θα είχε στοχευμένο και άρα πιο αποτελεσματικό χαρακτήρα.

«Για το κάθε σημαντικό ενεργό ρήγμα υπολογίσαμε, για μια υποθετική ενεργοποίησή του, το πώς θα ήταν ο σεισμός και η κίνηση του εδάφους στις διάφορες θέσεις των μνημείων. Τα “σεισμικά σενάρια” που αναπτύχθηκαν έλαβαν υπόψη τα χαρακτηριστικά των ρηγμάτων, αλλά και τους ιστορικούς σεισμούς στη περιοχή. Με τη διαδικασία αυτή είναι δυνατή η προσομοίωση των μεγάλων ιστορικών σεισμών και η ερμηνεία των αποτελεσμάτων τους, κάτι που συμβάλλει ουσιαστικά στην εκτίμηση της σεισμικής επικινδυνότητας στη θέση ενός μνημείου», μας εξήγησε ο κ. Καραστάθης. Στην πραγματικότητα «μπορούμε με την προσομοίωση γνωστών σεισμών σε κάποια περιοχή να μελετούμε με ακρίβεια τα χαρακτηριστικά της περιοχής και να προβλέπουμε με λεπτομέρεια τα αποτελέσματα που θα είχαμε στο δυσχερέστερο σενάριο ενός ισχυρότερου σεισμού από τα ίδια ρήγματα. Έτσι βλέπουμε το πώς ανταποκρίνεται το κτήριο, ποια είναι τα ευάλωτα σημεία του».

Αυτή η πολύτιμη δουλειά έχει και άμεσο πρακτικό αντίκτυπο, αφού με βάση αυτή τη νέα προσέγγιση απέναντι σε ένα μνημείο οι μηχανικοί που προτείνουν παρεμβάσεις μπορούν να τις κάνουν πιο στοχευμένα. «Όλη η δουλειά που έχει γίνει στο “Ασπίδα”, τα εργαλεία, οι ψηφιακοί χάρτες, τα αποτελέσματα του έργου, είναι στη διάθεσή τους», εξηγεί ο γνωστός επιστήμονας. Και όχι μόνο αυτό. Η βάση δεδομένων είναι “ανοικτή” επιτρέποντας τη διαρκή ενημέρωσή της». Η επιλογή των συγκεκριμένων μνημείων δεν ήταν φυσικά τυχαία, ούτε το γεγονός ότι το πρόγραμμα εστίασε στην πολιτιστική μας κληρονομιά. «Έχουμε χρέος απέναντι στην ιστορία», μας είπε ο κ. Καραστάθης. Ανήκουν στην κατηγορία των ευαίσθητων κτηρίων εκείνων που απαιτούν τη μέγιστη ασφάλεια. Όπως δε νοείται να καταρρεύσει σε περίπτωση σεισμού ή οποιασδήποτε καταστροφής ένα νοσοκομείο ή ένα συντονιστικό κέντρο, έτσι και ένα μνημείο».

Τι έδειξαν οι μελέτες για τον Άγιο Μηνά

Το πρόγραμμα “Ασπίδα”, που ανέπτυξε το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Αστεροσκοπείου Αθηνών στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ (2007-13), στόχευσε στο Ηράκλειο στον γνωστό σε όλους μας ως παλιό Άγιο Μηνά, διαπιστώνοντας με ενδελεχή μακροσκοπική έρευνα ότι το μνημείο βρίσκεται σε καλή κατάσταση και δεν εντοπίστηκε από τους μηχανικούς της “Ασπίδας” κανένα σημείο ή περιοχή που να οδηγεί έστω και σε κάποιες υποψίες σχετικά με ενδεχόμενη δομική βλάβη. Όπως αναφέρεται στη συνοδευτική έκθεση, «το μοναδικό στοιχείο, το οποίο βέβαια κατατάσσεται στα λειτουργικά ή οικοδομικά προβλήματα, είναι η εισχώρηση κατερχόμενων από τη βροχή υδάτων, στα σημεία συναρμογής επιστέγασης-κογχών στην ανατολική πλευρά, τα οποία οφείλονται στην εκτεταμένη φθορά που προκαλείται από τα περιττώματα των πτηνών (περιστέρια). Δευτερευούσης σημασίας προβλήματα που προκαλούν εισχώρηση κατερχόμενων υδάτων είναι οι φθορές στα κεραμίδια, οι οποίες ωστόσο αποκαθίστανται ανά τακτά χρονικά διαστήματα». Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τα ιστορικά δεδομένα που εντοπίστηκαν σχετικά με τις επισκευαστικές εργασίες, προκύπτει ότι το μνημείο δέχτηκε σειρά από επεμβάσεις άρσης επικινδυνότητας λόγω δύο σεισμών που το έπληξαν.

Ρωτήσαμε τον κ. Καραστάθη γιατί το πρόγραμμα δεν εστίασε και στην Κνωσό, με τον γνωστό επιστήμονα να επισημαίνει ότι το ανάκτορο και ο ευρύτερος αρχαιολογικός χώρος θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο μιας μελέτης αποκλειστικά για αυτά, καθώς δεν αποτελούν μνημεία μόνο της Κρήτης ή της Ελλάδας, αλλά ολόκληρης της ανθρωπότητας, και ως τέτοια θα έπρεπε να ευαισθητοποιηθούν και διεθνείς οργανισμοί όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και η UNESCO.

Τα δεδομένα του “Ασπίδα” έχουν ήδη προκαλέσει μεγάλο ενδιαφέρον από ανθρώπους που δραστηριοποιούνται με διάφορους τρόπους στην αντισεισμική θωράκιση της χώρας, όπως μηχανικούς ή ακόμα και καθηγητές, όχι όμως επί του παρόντος τουλάχιστον από φορείς. Και το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας αποκτά μείζονα σημασία, καθώς το επόμενο βήμα αφορά ακριβώς στην προστασία των σχολείων και την ευαισθητοποίηση των μαθητών. Όπως μας είπε ο κ. Καραστάθης, «τη στιγμή αυτή εκτελείται από το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο στην περιοχή του Κορινθιακού Kόλπου ανάλογο πρόγραμμα, το ΓΕΩΡΙΣΚ, με επιστημονικό υπεύθυνο τον καθηγητή Άκη Τσελέντη, στοχευμένο στην προστασία των σχολείων της περιοχής. Στο πρόγραμμα αυτό η ερευνητική μας ομάδα εφαρμόζει παρόμοιες τεχνικές με αυτές της “Ασπίδας”, απλά η στόχευση είναι διαφορετική».

Πλήρης βάση δεδομένων με 3.000 μνημεία και μουσεία

Έχει πάντως ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι το “Ασπίδα” δρομολόγησε, χωρίς να είναι στα πλαίσια του αρχικού προγραμματισμού, και εξελίξεις όσον αφορά στο “κτηματολόγιο” της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, μια που η έναρξη των εργασιών επιφύλασσε μια δυσάρεστη έκπληξη στους ειδικούς. Οι βάσεις δεδομένων που διέθετε το υπουργείο Πολιτισμού για τα μνημεία της χώρας δεν είχαν την απαιτούμενη χωρική ακρίβεια και λεπτομέρεια στις θέσεις των μνημείων, ενώ οι πληροφορίες που υπήρχαν δεν ήταν άμεσα εξαγώγιμες και οι λίστες δεν ήταν ενημερωμένες. Έτσι λοιπόν οι σεισμολόγοι αναγκάστηκαν να κάνουν όλη τη δουλειά από την αρχή, να εντοπίσουν την ακριβή θέση και να καταχωρίσουν ψηφιακά τα μνημεία του “Οδυσσέα” του ΥΠ.ΠΟ., να αναζητήσουν τρίτες πηγές δεδομένων, όπως το Αρχείο Παραδοσιακών Οικισμών και διατηρητέων κτηρίων και τον Διαρκή Κατάλογο Κηρυγμένων Αρχαιολογικών Χώρων, να συμπληρώσουν τις πληροφορίες που έλειπαν και να ελέγξουν τυχόν διπλοεγγραφές. Το αποτέλεσμα ήταν να συγκεντρωθούν πολύτιμα στοιχεία, τα οποία δημιούργησαν μια πληρέστατη γεωγραφική βάση δεδομένων με 3.000 μνημεία και μουσεία με όλες τις απαραίτητες χωρικές και περιγραφικές πληροφορίες, η οποία με τα υπάρχοντα στοιχεία μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ότι αποτελεί την πληρέστερη σχετική βάση στην Ελλάδα. Όσον αφορά στην καινοτομία που εισάγει το “Ασπίδα”, δηλαδή την ελεύθερη πρόσβαση σε όλα τα δεδομένα του προγράμματος από φορείς, υπηρεσίες και ειδικούς, ο διευθυντής Ερευνών του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου εξήγησε ότι τα αποτελέσματα τέτοιων δράσεων πρέπει να περνούν στον κόσμο. «Το θέμα δεν είναι μόνο να παράγουμε προϊόντα για να πηγαίνουν στα επιστημονικά περιοδικά. Πρέπει αυτά τα αποτελέσματα να περνούν στον κόσμο. Για τον λόγο αυτό δίνουμε σε όποιον επιθυμεί τα εργαλεία, γιατί έτσι πρέπει να λειτουργούμε. Είναι καταστροφικός ο αυτισμός της επιστήμης», τονίζει χαρακτηριστικά ο κ. Καραστάθης. Και βέβαια απαιτείται και η προσπάθεια από τους ίδιους τους πολίτες στο μείζον θέμα της αντισεισμικής προστασίας. «Χρειάζεται ένα μοντέρνο σχέδιο αναθεώρησής της. Δεν πρέπει να τα περιμένουμε όλα από την κεντρική διοίκηση. Ο καθένας πρέπει να μεριμνά για το σπίτι του», σημειώνει με νόημα.

Σχόλια