Ελλάδα

Μην παρακολουθείτε τα παιδιά, εμπιστευθείτε τα!

Όπως αναφέρουν οι ειδικοί είναι άγνωστο το τίμημα που θα πληρώσουμε στο μέλλον εξαιτίας της χρήσης εφαρμογών γεωπροσδιορισμού και κατασκοπείας ανηλίκων

Συνεχώς αυξάνεται ο αριθμός των ηλεκτρονικών εκείνων εφαρμογών που επιτρέπουν στους γονείς να παρακολουθούν κάθε κίνηση των παιδιών τους.

Η FindMyFriends της Apple, είναι μεταξύ των πιο διαδεδομένων και από το 2015 εξοπλίζει όλα τα προϊόντα της εταιρείας. Ανάλογης χρησιμότητας είναι και η εφαρμογή Life360, από το 2008, παρέχει δυνατότητα εντοπισμού μέσω GPS και έναντι αμοιβής περισσότερες υπηρεσίες, όπως ειδοποίηση αν κάποιος στον «κύκλο σας» ενεπλάκη σε αυτοκινητικό ατύχημα, αν ξεπέρασε το όριο ταχύτητας ή αν απομακρύνθηκε από τα όρια που έχετε καθορίσει.

Η εμπορική επιτυχία που σημειώνουν τα τεχνολογικά αυτά προϊόντα είναι μεγάλη. Ειδικότερα, η Life360 χρησιμοποιείται από 32 εκατομμύρια χρήστες σε 140 κράτη και η αξία της εταιρείας που τη δημιούργησε ξεπερνά το ένα δισεκατομμύριο δολάρια.

Ερευνα σε 4.000 γονείς και κηδεμόνες στη Βρετανία, το 2019, έδειξε ότι το 40% χρησιμοποιούσε καθημερινά σύστημα γεωπροσδιορισμού για να μάθει πού βρίσκονται τα παιδιά του. Το 15%, μάλιστα, παραδέχθηκε ότι έκανε διαρκή χρήση του.

Aυτές οι εφαρμογές φαντάζουν στα παιδιά με διαρκή, από αέρος, παρακολούθηση ή ακόμα και κακοποιητική κατασκοπεία. Παρότι οι δημιουργοί τους ισχυρίζονται ότι «παρέχουν ασφάλεια στο παιδί και ηρεμία στους γονείς», κάποιες δεν είναι τόσο αθώες. Η εφαρμογή FindMyKids επιτρέπει την ενεργοποίηση ενός μικροφώνου στο κινητό του παιδιού και ο γονέας μπορεί να κρυφακούει κάθε συζήτησή του. Η OurPact επιτρέπει την πρόσβαση σε όλη τη διαδικτυακή δραστηριότητα του ανηλίκου με την αποστολή «στιγμιοτύπων οθόνης», ενώ η Bark παρακολουθεί και ελέγχει τα μηνύματα που αποστέλλει μια συσκευή αναζητώντας εκφοβισμό, σεξουαλικό περιεχόμενο, παιδεραστές, τάσεις αυτοχειρίας, κατάθλιψη, απειλές βίας και πολλά άλλα.

Είναι άγνωστο κατά πόσον η χρήση τέτοιων συστημάτων παρακολούθησης πράγματι εγγυάται ότι τα παιδιά παραμένουν ασφαλή και ότι ενεργούν με μεγαλύτερη σύνεση, επισημαίνει στο σχετικό ρεπορτάζ της η βρετανική εφημερίδα Observer. Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι μπορούν να επηρεάσουν τη σχέση τους με τους γονείς. Προφανώς, όταν η σχέση εμπιστοσύνης έχει διαρραγεί, τα συστήματα γεωπροσδιορισμού δεν συμβάλλουν στην αποκατάστασή της. Περιορισμένης κλίμακας μελέτη που εκπονήθηκε στην Ολλανδία διαπίστωσε ότι οι έφηβοι που βρίσκονταν υπό διαρκή γονική επιτήρηση ήταν περισσότερο κρυψίνοες και μυστικοπαθείς και ένιωθαν λιγότερο την ανάγκη εξομολόγησης στους γονείς τους. «Οταν οι έφηβοι θέλουν να προφυλάξουν την ιδιωτικότητά τους, θα βρουν τρόπο να το κάνουν», επισημαίνει η Σόνια Λίβινγκστον, καθηγήτρια Κοινωνικής Ψυχολογίας στο London School of Economics, η οποία έχει γράψει συγγράμματα για τα δικαιώματα των παιδιών στην ψηφιακή εποχή.

Τι γίνεται με τα δεδομένα

Ταυτόχρονα, έντονη ανησυχία δημιουργεί και η τύχη που έχουν τα δεδομένα που συγκεντρώνονται από τέτοιες εφαρμογές. Η Life360 το 2020 κέρδισε 16 εκατομμύρια δολάρια πωλώντας τα στοιχεία που είχε συγκεντρώσει σχετικά με τον προσδιορισμό θέσης των χρηστών. Δεν αποκλείεται αυτός ο πληροφοριακός πλούτος να καταλήξει σε ασφαλιστικές εταιρείες ή σε οποιονδήποτε άλλο θεωρεί ότι θα του είναι χρήσιμος.

«Το γεγονός ότι τα παιδιά δημιουργούν ένα λεπτομερές ψηφιακό αποτύπωμα, που τους ακολουθεί παντού, χωρίς να το επιλέγουν, και το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την προώθηση διαφημίσεων, είναι αποτρόπαιο», επισημαίνει η δρ Λίβινγκστον.

Στην τηλεοπτική σειρά «Black Mirror», που περιγράφει ένα δυστοπικό μέλλον, τα συστήματα παρακολούθησης καταλήγουν σε ολική καταστροφή: την καθολική διάβρωση της εμπιστοσύνης και της κατανόησης μεταξύ γονιών και παιδιών. «Στον πραγματικό κόσμο, αυτό το πείραμα, στο οποίο όλοι συναινέσαμε, συνεχίζεται, και θα βιώσουμε τα αποτελέσματά του καθώς θα εμφανίζονται. Οι αγαπημένοι μας θα νιώσουν τις συνέπειες. Τα παιδιά ανέκαθεν είχαν κάποιες στιγμές χωρίς καμία επιτήρηση. Επαιζαν έξω διατρέχοντας κινδύνους τους οποίους αντιμετώπιζαν», τονίζει η δρ Λίβινγκστον στον Observer. «Σήμερα βιώνουμε μια κρίση ψυχικής υγείας, η οποία δεν αποκλείεται να οφείλεται στο ότι δεν αναπτύσσουμε πλέον αυτές τις καθημερινές συνήθειες που μας επέτρεπαν να ενισχύσουμε την ανθεκτικότητά μας. Δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει να μεγαλώνεις υπό διαρκή παρακολούθηση».

«Κάποια στιγμή αφήνεις τα λουριά»

Της Λίνας Γιάνναρου*

«Ανιχνεύθηκε κίνηση», λέει το κινητό μου. Ανοίγω την εφαρμογή tapo, βάζω τα γυαλιά μου και κοιτάω την εικόνα από την κάμερα που έχουμε εγκαταστήσει στο παιδικό δωμάτιο. Ο μικρός είχε απλώς αλλάξει πλευρό στο κρεβατάκι του, λήξη συναγερμού. Βάλαμε την κάμερα ώστε να μη σηκωνόμαστε με τον παραμικρό θόρυβο μες στη νύχτα, ωστόσο έχει συμβεί να την ανοίγουμε χωρίς λόγο και να τον χαζεύουμε που κοιμάται ή που παίζει στο κρεβάτι ανυποψίαστος ακόμη ότι οι γονείς του είναι ημίτρελοι. Είναι άραγε τα πρώτα συμπτώματα της «νόσου» που χτυπάει πολλούς γονείς και οδηγεί στον υπερέλεγχο των παιδιών τους; Θα μετατραπεί σταδιακά η κάμερα του δωματίου σε «μάτι» που θα τον ακολουθεί παντού; 

«Γι’ αυτό έχουν κινητά»

Οι εφαρμογές που επιτρέπουν στους γονείς να παρακολουθούν ανά πάσα στιγμή τις κινήσεις των παιδιών τους είναι πλέον ευρέως διαθέσιμες. Στην Ελλάδα, πολύ δημοφιλής είναι η εφαρμογή για κινητά Family Link, η οποία παρέχει δυνατότητα γονικού ελέγχου στις δραστηριότητες του παιδιού στο Ιντερνετ, ενώ επιτρέπει τον εντοπισμό της τοποθεσίας της συσκευής – και άρα του παιδιού. «Ομολογώ ότι ήταν ο λόγος που πήρα κινητά στα παιδιά, για να μπορώ να τα βρίσκω ανά πάσα στιγμή», λέει στην «Κ» ο Στέλιος Μαύρος, ο οποίος έχει δύο γιους, 12 και 14 ετών. «Από πέρυσι τα άφηνα να πηγαίνουν στα αγγλικά με το ποδήλατο. Στην αρχή ενεργοποιούσα την εφαρμογή για να τα βλέπω στη διαδρομή, αλλά σιγά σιγά το έκοψα. Για την ακρίβεια, αρχίζω να πιστεύω ότι πιο πολύ κινδυνεύουν αν έχουν το κινητό σε κοινή θέα».

«Δεν φοβάστε;»

Οταν αναφέρει σε φίλους γονείς ότι τα παιδιά κυκλοφορούν μόνα τους στη γειτονιά σε αυτή την ηλικία, η αντίδραση είναι σταθερή: «Και δεν φοβάστε; Τόσα γίνονται!». «Δεν είναι ότι δεν φοβάμαι, αλλά θεωρώ ότι έτσι αναπτύσσουν δικούς τους μηχανισμούς άμυνας. Οταν έχεις ένα παιδί συνεχώς από το χέρι, πώς θα μάθει να κοιτάει δεξιά κι αριστερά διασχίζοντας τον δρόμο; Κάποια στιγμή πρέπει να αφήνεις τα λουριά».

Για νέους και ηλικιωμένους

Η Νατάσα Μανίτσα, με δύο κόρες 15 και 18 ετών, θεωρεί ότι αυτές οι εφαρμογές είναι πολύ χρήσιμο εργαλείο. «Η εμπιστοσύνη χτίζεται, δεν επιβάλλεται», λέει στην «Κ». «Αυτό είναι το μόνο σίγουρο και είναι ξεκάθαρο ότι η επιλογή ήταν θέμα ασφάλειας και ηρεμίας. Εμείς το είδαμε ως μαξιλαράκι και όχι ως έλεγχο, ένα μαξιλαράκι που βολεύει και στις δύο “παιδικές” ηλικίες των ανθρώπων, δηλαδή και στη νεαρή αλλά και στην προχωρημένη ηλικία. Με άλλα λόγια, η στιγμή που θα το θέλουν πιο πολύ αυτές για να εντοπίζουν εμένα, άρα και να γυρίσουν το νόμισμα από την ανάποδη, τη βλέπω να έρχεται με αγάπη και κατανόηση. Κυρίως γιατί ξέρω από τώρα τις προθέσεις. Πρόκειται για ασφάλεια και όχι παρέμβαση».

«Ανιχνεύθηκε κίνηση»

«Ανιχνεύθηκε κίνηση», λέει πάλι το κινητό. Το παιδί είναι δίπλα μου, κανείς άλλος μέσα στο σπίτι, μα τι γίνεται; Τρέχω στο δωμάτιο. Είχε κουνηθεί η κουρτίνα από τον αέρα. Αυτή η εφαρμογή μια μέρα θα με πεθάνει. 

«Οχι στον αυτόματο πιλότο»

«Οι γονείς έχουν αμέτρητα εργαλεία στη διάθεσή τους. Ομως πρέπει να αναρωτηθούν: η χρήση τους ταιριάζει στη δική τους περίπτωση; Ή μήπως κινδυνεύουν να καταστρέψουν τη σχέση με το παιδί τους;». 

Σύμφωνα με την ψυχολόγο – παιδοψυχολόγο Αντιγόνη Γινοπούλου, η χρήση εφαρμογών εντοπισμού των παιδιών μπορεί να καθησυχάζει τις αγωνίες των γονιών, όμως εκπέμπει και ένα μήνυμα. «Δείχνουμε στα παιδιά ότι δεν τα εμπιστευόμαστε». Με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται αυτό για το μέλλον της σχέσης μας με το παιδί μας. 

Δεν είναι πανάκεια

Σε κάθε περίπτωση, η τεχνολογία, όπως οι εφαρμογές εντοπισμού ή ελέγχου της online δραστηριότητας των παιδιών, δεν είναι πανάκεια, τονίζει η κ. Γινοπούλου. «Χρειάζεται να έχει προηγηθεί πολλή δουλειά. Να έχουν γίνει οικογενειακά συμβούλια, ενημερώσεις, να έχουν ανοίξει θέματα και να έχουν συζητηθεί. 

Οι γονείς δηλαδή να έχουν προετοιμάσει το παιδί τους για όσα ενδέχεται να αντιμετωπίσει στην κοινωνία. Τους ανθρώπους, τις σχέσεις, τα κριτήρια με τα οποία θα επιλέγει με ποιους θα συσχετιστεί, την επικινδυνότητα των πραγμάτων που θα συναντήσει έξω. Γιατί κακά τα ψέματα, θα αντιμετωπίσει διάφορα στη ζωή του». Οπως λέει, αν δεν έχει γίνει αυτή η προετοιμασία, «θα αναγκαστεί ο γονιός να το παρακολουθήσει, με συνέπεια να συγκρουστεί μαζί του». 

Οι γονείς οφείλουν να ενημερώνονται πρώτα οι ίδιοι –ακόμα και πριν φέρουν στον κόσμο το παιδί τους– και μετά να ενημερώνουν τα παιδιά τους. «Μπορεί να μην είναι όλοι οι γονείς σχετικοί, αλλά γι’ αυτό υπάρχουν τα βιβλία. Υπάρχουν άφθονα βιβλία εκεί έξω, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να καθοδηγηθούν στο πώς να κουβεντιάσουν με τα παιδιά τους διάφορα θέματα, ανάλογα φυσικά με την ηλικία τους». 

Κι όμως, σύμφωνα με την εμπειρία της, οι περισσότεροι γονείς επαναπαύονται. «Θεωρούν ότι είτε το παιδί θα τα μάθει κάποια στιγμή μόνο του είτε ότι είναι ακόμα μικρό και δεν θα καταλάβει. Ομως τα παιδιά δεν είναι μικρά. Είναι… μικρομέγαλα. Μπορεί να είναι ανεπτυγμένα σωματικά –έχουμε κορίτσια που έχουν περίοδο από τα 10 τους–, αλλά δεν είναι ώριμα. Ισα ίσα είναι πελαγωμένα και χωρίς καμία καθοδήγηση. Εμφανισιακά δείχνουν μεγάλα, έχουν θράσος απίστευτο, γιατί οι γονείς τους ήθελαν να έχουν ό,τι δεν είχαν οι ίδιοι, και δίνουν την αίσθηση ότι μπορούν να σταθούν έξω στην κοινωνία. Τα σημερινά παιδιά είναι όπως ήταν τα παιδιά πριν από 30 χρόνια, απλά τώρα έχουν πληθώρα πληροφοριών, τις οποίες δεν μπορούν να διαχειριστούν». Είναι σημαντικό λοιπόν να τα αντιμετωπίζουμε ως παιδιά και να τους δίνουμε τις κατάλληλες γνώσεις για να αντεπεξέλθουν στις προκλήσεις της ζωής. «Να μην τα αφήνουμε στον αυτόματο πιλότο». 

Το GPS, λύση απελπισίας

Το GPS είναι λύση απελπισίας, σημειώνει. «Το σημαντικό είναι η οριοθέτηση σε συνδυασμό με τις κατάλληλες πληροφορίες, ώστε το παιδί όταν είναι ελεύθερο να μπορεί να οριοθετήσει τον εαυτό του. Γιατί η κοινωνία τρέχει με ρυθμούς που δεν μπορούμε να διαχειριστούμε».

* Η Λίνα Γιάνναρου είναι δημοσιογράφος στην  εφημερίδα «Καθημερινή» - Πηγή: kathimerini.gr

(φωτογραφίες shutterstock, AP)

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια