Ελλάδα

Γ. Παπαγεωργίου: Η άλυτη… πρόκληση του προσφυγικού ζητήματος

Για τη διαχρονική απουσία μεταναστευτικής πολιτικής ουσίας στη χώρα μιλά ο αναπληρωτής καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Αριστοτελείου

Στην έλλειψη συγκροτημένης πολιτικής για το Μεταναστευτικό, που ταλανίζει τη χώρα μας από τότε που έγινε “χώρα υποδοχής μεταναστών και προσφύγων”, αναφέρθηκε ο αναπληρωτής καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Διεθνούς και Ευρωπαϊκής Πολιτικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γιάννης Παπαγεωργίου, ο οποίος μίλησε στη “Ν.Κ.” για το προσφυγικό/ μεταναστευτικό ζήτημα, το οποίο συνιστά μια πρόκληση για τη δημόσια πολιτική, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, πως έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά εθνικής ασφάλειας.

Ο κ. Παπαγεωργίου, μιλώντας για το Προσφυγικό, κατέθεσε την άποψη πως το μεταναστευτικό ζήτημα αντιμετωπιζόταν ως ένα αποκλειστικά οικονομικό ζήτημα, ενώ οι πολιτικές ηγεσίες άλλαξαν τον χαρακτήρα του στις αρχές του 2000, όπου έγινε αμιγώς πολιτικό. Ο κ. Παπαγεωργίου, αναλύοντας τις όποιες μεταναστευτικές πολιτικές στη χώρα μας, υποστήριξε πως η Ελλάδα δεν είχε κάποιο μεταναστευτικό μοντέλο καθώς δεν είχε την κουλτούρα της χώρας υποδοχής. Από το 2000, ωστόσο, ο κ. Παπαγεωργίου υποστηρίζει πως «οι πολιτικές των κυβερνήσεων ήταν η παραμονή τους για να “τρομοκρατήσουμε” τους άλλους, για να μην έρχονται πολλοί. Όταν γέμιζαν τα κέντρα κράτησης, τους αφήναμε λίγους-λίγους να φεύγουν κρυφά προς στην υπόλοιπη Ευρώπη, και νομίζαμε ότι το πρόβλημα θα λυνόταν».

Μεταξύ άλλων, ο κ. Παπαγεωργίου υποστήριξε πως «μακροπρόθεσμες σκέψεις για το πώς η Ελλάδα μπορεί να ενσωματώσει μεταναστευτικούς ή προσφυγικούς πληθυσμούς δεν έκανε ποτέ το ελληνικό κράτος». Τέλος, υποστήριξε πως «το κύριο πρόβλημα της Ευρώπης είναι η δραματοποίηση και η πολιτικοποίηση του προσφυγικού/ μεταναστευτικού ζητήματος. Και αυτός είναι ο κύριος λόγος που δεν μπορείς να κάνεις ουσιαστική πολιτική», ενώ ανέφερε ότι «η Ευρώπη ως Ε.Ε. - δηλαδή τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. - δεν μπορεί να αποφασίσει κάτι καθοριστικό για τη μετανάστευση. Αποφασίζει για αυτά τα θέματα μόνο όταν ένας μετανάστης ή πρόσφυγας έχει μπει μέσα».

* Ένας συνάδελφός σας, ο Κωνσταντίνος Λάβδας, έχει υποστηρίξει πως η προβληματική της πολυπολιτισμικότητας συνδέεται με μια σειρά διλημμάτων πρακτικής πολιτικής στις σύγχρονες πλουραλιστικές κοινωνίες, καθώς επίσης συνδέεται με τις θεωρητικές συζητήσεις για τον βαθμό στον οποίο οι αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, των δικαιωμάτων και της ιδιότητας του πολίτη έχουν διάσταση πανανθρώπινη ή αποτελούν εκφάνσεις της μοναδικής πορείας της Δύσης. Θέλω λοιπόν να σας ρωτήσω εάν θεωρείτε πως το προσφυγικό/ μεταναστευτικό ζήτημα είναι πρόκληση για τις σύγχρονες φιλελεύθερες κοινωνίες τόσο σε επίπεδο δημόσιας πολιτικής, όσο και σε επίπεδο πολιτικής θεωρίας.

«Είναι ένα περίεργο ερώτημα. Είναι πρόκληση για το προσφυγικό δίκαιο. Για την πολιτική θεωρία, δε νομίζω. Συνιστά πρόκληση για το προσφυγικό δίκαιο, γιατί το προσφυγικό δίκαιο διαμορφώθηκε σε μια εποχή και με μια λογική όπου τα όρια ήταν ξεκάθαρα μεταξύ πρόσφυγα και μη πρόσφυγα. Αν δούμε τη Σύμβαση της Γενεύης, που είναι το θεμέλιο του προσφυγικού δικαίου, θα διαπιστώσουμε πως είναι μια εξαιρετικά φιλελεύθερη σύμβαση, με την έννοια πως παρέχει ιδιαίτερα πολλά δικαιώματα στους πρόσφυγες σε σχέση ιδίως την εποχή εκείνη με τους μη πρόσφυγες (μετανάστες, αλλοδαπούς). Αυτό αποτελεί πρόκληση που δε θεωρώ ότι είναι μεγάλο ζήτημα της πολιτικής θεωρίας, για το πώς αντιμετωπίζεις αυτή τη στιγμή αυτούς που βρίσκονται στην οριογραμμή του χαρακτηρισμού ως πρόσφυγα ή όχι. Υπάρχει αυτή η λογική των μικτών μεταναστευτικών ροών. Εν γένει στην Ευρώπη έχουμε αντιμετωπίσει αυτήν την εξέλιξη νομικά με την επέκταση της διεθνούς προστασίας και σε περιπτώσεις μαζικών διώξεων, εμφυλίων πολέμων ή παραβιάσεων των αρχών του Διεθνούς Δικαίου (π.χ. περιπτώσεις σφαγών).

Χαρακτηριστικό στοιχείο της προσφυγικής ιδιότητας είναι ο προσωπικός κίνδυνος, δηλαδή ο κίνδυνος ενός συγκεκριμένου ατόμου. Εμείς στην Ευρώπη το έχουμε επεκτείνει κυρίως μέσα από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Για τις δημόσιες πολιτικές, είναι μεγάλη πρόκληση. Όταν ξεκίνησε η Σύμβαση της Γενεύης, ο αριθμός των προσφύγων ήταν σχετικά περιορισμένος και ειδικά στην Ευρώπη είχε πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (συνήθως ένας Ευρωπαίος μορφωμένος λευκός). Ένα επίσης βασικό χαρακτηριστικό της Σύμβασης της Γενεύης ήταν πως στόχευε να προστατέψει τους διωγμένους από τα κουμμουνιστικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης. Ήταν μια σύμβαση που αφορούσε μια ελίτ. Αυτή η σύμβαση καλείται να αντιμετωπίσει σήμερα πολύ περισσότερους ανθρώπους. Είναι επομένως μια πρόκληση για τις δημόσιες πολιτικές όχι μόνο για τις προνοιακές, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, αλλά κυρίως για τη λογική της κρατικής ασφάλειας. Το προσφυγικό ζήτημα έχει αποκτήσει ιδιαίτερα έντονα χαρακτηριστικά εθνικής ασφάλειας, ενώ παλαιότερα είχε ανθρωπιστικά χαρακτηριστικά. Το βλέπουμε στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και στην Αυστραλία. Κατ’ εμέ, είναι άλυτη πρόκληση. Το προσφυγικό ζήτημα δε λύνεται εύκολα».

* Ο αναπληρωτής καθηγητής Διεθνών Σχέσεων Σωτήρης Ρούσσος είχε υποστηρίξει σε μια πρόσφατη προφορική εισήγηση τον Ιούνιο πως την περίοδο 2015-2016, όπου δεχτήκαμε 1,2 εκατ. ανθρώπους, η Ε.Ε. μπορούσε να τους ενσωματώσει, ενώ ταυτόχρονα, μιλώντας για το Προσφυγικό, επισήμανε πως «είναι ένα βαθύ πολιτικό πρόβλημα, που συνδέεται με όλο το αξιακό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί η Ε.Ε. σ’ ένα βαθμό». Το ερώτημα που θέτει είναι εάν επικροτείτε τον συγκεκριμένο ισχυρισμό και πιο συγκεκριμένα εάν το Προσφυγικό έθεσε σε δοκιμασία το αξιακό πλαίσιο της Ε.Ε.

«Η άποψή μου είναι πως πρέπει να είμαστε όσο γίνεται λιγότερο στομφώδεις σε τέτοια ζητήματα. Η Ευρώπη έχει κοντά στους 450 εκατ. κατοίκους. Το 1,2 εκατ. προσφύγων που ήρθαν είναι κοντά στα 0,3-0,4% του πληθυσμού της. Η ένταξη ενός εκατομμυρίου ανθρώπων σε μια κοινωνία 450 εκατ. ανθρώπων δεν είναι πρόβλημα. Βέβαια, και αυτό πρέπει να το δούμε συγκεκριμένα. Το 1 εκατομμύριο δεν εντάχθηκε στα 450 εκατ., αλλά στα 80 εκατ. που είναι η Γερμανία. Μην ξεχνάμε πως η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων πήγε στη Γερμανία. Η ένταση της υποδοχής ήταν πιο μεγάλη στη Γερμανία παρά στη Γαλλία. Και πάλι ωστόσο, η Γερμανία έδειξε ότι τα κατάφερε να τα ενσωματώσει. Βέβαια, η ενσωμάτωση έχει πολλά επίπεδα. Είναι διαφορετική η ενσωμάτωση που σημαίνει ότι οι πρόσφυγες δε μένουν στους δρόμους ή στους καταυλισμούς. Και είναι διαφορετική η ενσωμάτωση που καθιστά τους πρόσφυγες φορείς πολιτικών δικαιωμάτων. Η ενσωμάτωση ελέγχεται συνέχεια.

Σε μεγάλο βαθμό, όλες οι κοινωνίες έχουν γίνει πολύ πιο εγωιστικές. Βλέπουμε κοινωνίες που αισθάνονται απειλούμενες υπό την οπτική της οικονομίας, του δημογραφικού προβλήματος και του συστήματος αξιών. Η Ευρώπη εκφράζει τη φιλελεύθερη δημοκρατία και βλέπουμε πως αυτή η φιλελεύθερη δημοκρατία χάνει. Μια απειλούμενη κοινωνία είναι λιγότερο γενναιόδωρη. Η Ευρώπη παρατηρεί ότι η οικονομία της σημαίνει ανοδικά επίπεδα. Ταυτόχρονα, ωστόσο, οι νέοι βλέπουν πως εντός ευρωπαϊκού πλαισίου η ζωή τους θα είναι χειρότερη από εκείνη των γονέων τους. Υπάρχει ένας γενικευμένος φόβος στο μέλλον και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο πολιτικός κόσμος είναι λιγότερο γενναιόδωρος σε όσους ζητούν «ένα κομμάτι ψωμί από τη γενικότερη ευημερία». Αυτό είναι ένα βασικό πρόβλημα.

Και επίσης, ο φόβος αυτός εργαλειοποιείται από τις κυβερνήσεις και τους πολιτικούς σχηματισμούς. Από τη δεκαετία του 1990 και κυρίως μετά την 11η Σεπτεμβρίου, το προσφυγικό πρόβλημα λαμβάνει χαρακτηριστικά εθνικής ασφάλειας. Δεν ήταν ανθρωπιστικό ζήτημα. Το Μεταναστευτικό/ Προσφυγικό αντιμετωπιζόταν κατά βάση ως ένα οικονομικό ζήτημα. Μετά το 2000, το Προσφυγικό ενσωματώνεται στην πολιτική σφαίρα.

Επίσης, πρέπει να γίνει αναφορά και σε μια παράμετρο που πολλές φορές την ξεχνάμε. Το Προσφυγικό αυτό καθαυτό συνδέεται με το Μεταναστευτικό. Οι περισσότεροι πολίτες δε γνωρίζουν τη νομική διαφορά ενός πρόσφυγα και ενός μη πρόσφυγα. Και το αποτέλεσμα είναι να “κηλιδώνεται” το προσφυγικό ζήτημα από την ευρύτερη επίθεση κατά των μεταναστών. Δεν αμφισβητείται τόσο η Σύμβαση της Γενεύης, όσο το ότι η Σύμβαση χρησιμοποιείται για μεταναστευτικούς σκοπούς.

Στην Ελλάδα, είχαμε ζήσει παλαιότερα αυτοί που είναι πρόσφυγες να μη ζητούν άσυλο στην Ελλάδα για να μην μπουν στη διαδικασία του Δουβλίνου και να θέλουν να φύγουν κρυφά από την υπόλοιπη Ευρώπη. Πάρα πολλές φορές, άτομα που δεν έχουν προσφυγικό προφίλ (π.χ. Ρώσοι, Γεωργιανοί) υπέβαλλαν αιτήματα ασύλου μέσω δικηγόρου μόνο και μόνο για να αποκτήσουν έστω και προσωρινά άδεια παραμονής. Αυτό σημαίνει πως στην πράξη χάνονται τα όρια μεταξύ μετανάστευσης και φυγής.

Η διεθνής προστασία ως συστατικό των διεθνών σχέσεων προέκυψε για να μην ξαναγίνει ένας διωγμός όπως εκείνος των Εβραίων στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή τη στιγμή, ο κόσμος βιώνει εντελώς διαφορετικές συνθήκες από εκείνες του πολέμου. Οι πόλεμοι είναι εσωτερικοί. Η φυγή είναι πολύ πιο γενικευμένο φαινόμενο σε σχέση με τη δεκαετία του 1950.

Η εικόνα που έχω εγώ είναι να ξαναδούμε συνολικά τη μετακίνηση των ανθρώπων σ’ ένα άλλο πλαίσιο. Εμείς είχαμε δεχτεί ότι η μετακίνηση των ανθρώπων που διώκονται είναι ελεύθερη και των ανθρώπων που δε διώκονται πρέπει να περιοριστεί. Αυτό δεν ισχύει πια. Πρέπει να δούμε τη μετανάστευση ως παγκόσμιο φαινόμενο, απότοκο της παγκοσμιοποίησης».

Ο ΡΟΛΟΣ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Από την υποδοχή στην ενσωμάτωση

* Σε μια επιστημονική σας δημοσίευση, όπου αναλύεται την Ελλάδα ως χώρα εισόδου μεταναστών, συμπεραίνετε πως τα τέλη της δεκαετίας του ’80 ο προσφυγικός και μεταναστευτικός πληθυσμός μετά βίας ξεπερνούσε τις 60.000 ανθρώπους. Σε αυτά τα σχεδόν 30 χρόνια, η Ελλάδα χαρακτηρίζεται ως επιτυχημένη ή όχι στο ζήτημα της διαχείρισης των ανθρώπινων ροών; 

«Εμείς ως χώρα ποτέ δεν είχαμε μεταναστευτική πολιτική. Τη δεκαετία του 1970, στην Ελλάδα συναντούμε μετανάστες, όπως χριστιανούς από το Ιράκ και αριστερούς Τούρκους. Αυτοί οι άνθρωποι όμως σπάνια παρέμειναν στη χώρα μας και πήγαιναν σε άλλες χώρες, όπως τον Καναδά και τις ΗΠΑ. Όταν εισήλθαν στη χώρα μας κύματα μεταναστών από την Αλβανία, έζησαν για 8-10 χρόνια (μέχρι το 1997) εντελώς παράνομα μέσα στην ανοχή του κράτους. Τους βλέπαμε και σταδιακά η ελληνική κοινωνία τους αποδέχτηκε. Το κράτος τούς αποδέχθηκε. Δεν έκανε τίποτε άλλο ώστε να τους ενσωματώσει. Η ενσωμάτωση των ξένων στην Ελλάδα ήταν ατομική πολιτική. Δεν υπήρχε εθνική πολιτική για ένταξη αλλοδαπών. Για εμάς η ελληνική κοινωνία ήταν μια κοινωνία “Ελλήνων ορθοδόξων χριστιανών”.

Όταν το 2000 ξεκινάει να εμφανίζεται το προσφυγικό/ μεταναστευτικό πρόβλημα, πάλι έχουμε ως άρνηση από την Πολιτεία και από την κοινωνία. Στην αρχή, οι πολιτικές των κυβερνήσεων ήταν η παραμονή τους για να “τρομοκρατήσουμε” τους άλλους για να μην έρχονται πολλοί. Όταν γέμιζαν τα κέντρα κράτησης, τους αφήναμε λίγους-λίγους να φεύγουν κρυφά προς στην υπόλοιπη Ευρώπη, και νομίζαμε ότι το πρόβλημα θα λυνόταν. Το 2015, που ξεκίνησαν μεγάλα προσφυγικά κύματα να φτάνουν στη χώρα μας, η πολιτική του ελληνικού κράτους ήταν: να τους περάσουμε μέχρι τα σύνορα για να φύγουν χωρίς να “μας πεθάνει κανένας στον δρόμο”».

* Μιλάμε για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ., έτσι δεν είναι;

«Την εποχή εκείνη ναι, αλλά η θέση αυτή ήταν διακομματική. Βέβαια, νομίζω πως οποιαδήποτε κυβέρνηση βίωνε αυτήν την κατάσταση δε θα είχε εναλλακτική λύση. Το να κλείσεις τα σύνορα στις μαζικές εισόδους είναι τρομακτικά δύσκολο. Είναι διαφορετική η προσπάθεια να αποτρέψει κάποιος τους 3.000-4.000 ανθρώπους στον Έβρο και διαφορετική το να απομακρύνεις τους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που έρχονται με τις βάρκες.

Η πολιτική της κυβέρνησης Σαμαρά ήταν κυρίως μαζική κράτηση όσων εισέρχονταν, για να αποτρέπει με τον φόβο της κράτησης εισόδους. Το 2014 είχαμε εισροές κοντά στους 80.000-100.000 άτομα. Έτσι η πολιτική περιοριζόταν στο να κρατάς τους νεοαφιχθέντες στα κέντρα κράτησης και κατόπιν - όταν γεμίζουν τελείως - αφήνεις κάποιους με την επίγνωση ότι θα βρουν ένα τρόπο να φύγουν για την υπόλοιπη Ευρώπη, που ήταν ο τελικός τους προορισμός. Την περίοδο του 2015, το φαινόμενο αυτό έγινε μαζικά. Το 2015 δεν είχαμε πολιτική ένταξης. Και είναι δύσκολο να έχεις πολιτική ένταξης όταν ο υπό ένταξη άνθρωπος θέλει να φύγει και να πάει σε άλλη χώρα. Υπάρχουν πρακτικά ζητήματα, καθώς η Ελλάδα δεν είναι ελκυστική χώρα για έναν Σύρο πρόσφυγα. Δεν έχουμε επαγγελματικές διεξόδους και διανύαμε μια δύσκολη περίοδο οικονομικής κρίσης. Οι πρόσφυγες που έμειναν στη χώρα μας παρέμειναν γιατί δεν πρόλαβαν να φύγουν. Ένα μεγάλο κομμάτι προσφύγων που βρίσκονται στην Ελλάδα δε θέλουν να παραμείνουν. Επομένως, η ελληνική μεταναστευτική πολιτική έχει ένα αρκετά μεγάλο πρόβλημα στην υλοποίηση πολιτικών, ιδίως ένταξη. Εμείς στηριχτήκαμε στα χρήματα της Ε.Ε. Εθνική πολιτική μετανάστευσης δεν είχαμε. Δεν υπάρχει λογική στην Ελλάδα, όπου θα θεωρούμε δυνάμει πλούτο την προσφυγική είσοδο».

* Νομίζω όμως πως υπάρχει μια προσέγγιση στην Κοινωνιολογία της Μετανάστευσης, όπως την έχω διαβάσει, η οποία ασπάζεται την αντίληψη πως ο μεταναστευτικός πληθυσμός βραχυπρόθεσμα θεωρείται κάτι κακό, μακροπρόθεσμα όμως μπορούν να αποφέρουν πλούτο.

«Για να αποφέρουν πλούτο, πρέπει να μπορέσουν να εξασκήσουν τις ικανότητές τους. Εμείς έχουμε μια σειρά αγκυλώσεων. Οι μετανάστες που έχουμε εδώ είναι συχνά χαμηλού μορφωτικού επιπέδου. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που έχουν υψηλό επίπεδο σπουδών. Αυτοί που έχουν πτυχίο πανεπιστημίου έχουν ήδη φύγει. Έχουμε επομένως ανειδίκευτο μεταναστευτικό δυναμικό. Αυτό το ανειδίκευτο δυναμικό κάτι μπορεί να κάνει. Ας πάρει το ελληνικό κράτος 100 Σύριους πρόσφυγες και ας τους εκπαιδεύσει για παράδειγμα μελισσοκόμους. Δώσε τους μια δυνατότητα να δουλέψουν.

Επίσης, ένα στοιχείο της ένταξης είναι η εκπαίδευση. Το ελληνικό κράτος πρέπει να κάνει μια πολιτική εκπαίδευσης των παιδιών των προσφύγων. Όταν τα παιδιά μαθαίνουν τα Ελληνικά, πιέζουν στους γονείς να παραμείνουν στην Ελλάδα γιατί εδώ είναι οι φίλοι τους. Ένα στοιχείο που κάνει τους Αφγανούς αρκετά δύσκολους στην ένταξη είναι πως είναι άνδρες μόνοι τους. Και μάλιστα αρκετοί Αφγανοί που έρχονται στην Ελλάδα δεν έχουν ζήσει στο Αφγανιστάν, αλλά προέρχονται κυρίως από το Ιράν, όπου ήταν πρόσφυγες. Και πολλές περιπτώσεις εξ αυτών είναι αναλφάβητοι στη γλώσσα τους.

Η ελληνική πολιτική κυρίως της Ν.Δ. τώρα είναι πως δε χρειάζεται να σκεφτούμε μακροπρόθεσμα, καθώς το Προσφυγικό θα λυθεί μόνο του. Θα λυθεί μόνο του είτε κλείνοντας τα σύνορα, είτε αφήνοντάς τους να πάνε αλλού. Στην πραγματικότητα, μακροπρόθεσμες σκέψεις για το πώς η Ελλάδα μπορεί να ενσωματώσει μεταναστευτικούς ή προσφυγικούς πληθυσμούς δεν έκανε ποτέ το ελληνικό κράτος.

Θέλω να σημειώσω το παράδειγμα των Αλβανών στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Οι Αλβανοί εντάχθηκαν μόνοι τους. Δεν κάναμε κάτι, και τώρα είναι Έλληνες πολίτες που πληρώνουν φόρους. Βέβαια, η ένταξη ενός Αλβανού είναι ευκολότερη από ενός Αφγανού, γιατί υπάρχουν περισσότερα κοινά κοινωνικά χαρακτηριστικά και ιδίως γιατί οι Αλβανοί ήρθαν με ή έφεραν μετά τις οικογένειές τους».

Διαχείριση χωρίς ουσία

Οι μεγάλες αδυναμίες της Ευρώπης

* Επομένως, ποια θεωρείτε ότι είναι η κύρια αδυναμία της Ευρώπης στη διαχείριση του μεταναστευτικού/ προσφυγικού προβλήματος;

«Το κύριο πρόβλημα της Ευρώπης είναι η δραματοποίηση και η πολιτικοποίηση του προσφυγικού/ μεταναστευτικού ζητήματος. Και αυτός είναι ο κύριος λόγος που δεν μπορείς να κάνεις ουσιαστική πολιτική. Όταν λες πως το Μεταναστευτικό είναι απειλή για την ταυτότητά μας, δεν μπορείς να υποστηρίξεις σχεδόν ταυτόχρονα ότι θα κάνεις εκπαίδευση σε πρόσφυγες. Ή θα κάνεις μια δημόσια πολιτική που θα έχει ουσιαστικές βάσεις».

* Επομένως πώς κρίνετε την ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική;

«Η ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική είναι μισή, καθώς την είσοδο στην Ε.Ε. την ελέγχουν τα κράτη. Η Ευρώπη ως Ε.Ε. - δηλαδή τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. - δεν μπορεί να αποφασίσει κάτι καθοριστικό για τη μετανάστευση. Αποφασίζει για αυτά τα θέματα μόνο όταν ένας μετανάστης ή πρόσφυγας έχει μπει μέσα. Ο κανονισμός του Δουβλίνου δε λέει πώς θα έρθει ο πρόσφυγας, αλλά ποιο κράτος-μέλος είναι αρμόδιο για να εξετάσει το αίτημα ασύλου του. Έχουμε ένα βασικό πρόβλημα, που δεν το έχουν οι ΗΠΑ. Στις ΗΠΑ, το ομοσπονδιακό κράτος χορηγεί το δικαίωμα εισόδου και το δικαίωμα παραμονής και εξετάζει ένα αίτημα ασύλου. Στην Ευρώπη, το δικαίωμα εισόδου στην Ε.Ε. το ελέγχει η Ελλάδα. Αλλά από τη στιγμή που θα μπει ο πρόσφυγας εντός των ελληνικών συνόρων, υπάρχουν ευρωπαϊκοί κανόνες που πρέπει να σέβεσαι. Αυτό σημαίνει πως η ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική προϋποθέτει τη συναίνεση των κρατών-μελών. Είναι ψευδώνυμος ο όρος “ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική”. Στην πραγματικότητα, είναι κοινές πολιτικές που συν-διαμορφώνονται από τα κράτη. Κατηγορούμε την Ευρώπη για αδυναμία. Αλλά στην πράξη, η αδυναμία αυτή προκύπτει από την άρνηση των κρατών. Η νέα πρόταση για τον κανονισμό του Δουβλίνου, που πρότεινε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έχει μπλοκαριστεί από τα κράτη-μέλη και κυρίως τα κράτη-μέλη δε συμφωνούν μεταξύ τους».

(Φωτογραφία Αρχείου IN TIME)

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια