Ελλάδα

Βούλα Παπαϊωάννου, η φωτογράφος του πολέμου

Η «Φωτογράφος της Κατοχής» - Οι φωτογραφίες της από εκείνη την περίοδο κατέγραψαν με ποίηση τα σκληρά γεγονότα του πόλεμου

Μια ασπρόμαυρη εικόνα μια σπαρακτική φωτογραφία, (1940 η μαυροφορεμένη μάνα αποχαιρέτα το γιο της, που φεύγει στο μέτωπο).

Αυτή ήταν η αφορμή για να γνωρίσω το έργο της φωτογράφου Βούλας Παπαϊωάννου, η οποία με τις περιγραφικές και τρυφερές εικόνες της «κατέγραψε μια άλλη Ελλάδα και μια εποχή δυστυχίας , μοναξιάς , φόβου και τη φρίκη της Κατοχής και του Πόλεμου .

Την Βούλα Παπαϊωάννου, την αποκάλεσαν «Φωτογράφο της Κατοχής» καθώς οι φωτογραφίες της από εκείνη την περίοδο κατέγραψαν με ποίηση τα σκληρά γεγονότα του πόλεμου. Οι φωτογραφίες της είναι τα μοναδικά ντοκουμέντα εκείνης της περιόδου. Η Βούλα Παπαϊωάννου έκανε αντίσταση, με όπλο το φωτογραφικό της φακό.

Γεννήθηκε στη Λαμία … στις 18 Σεπτεμβρίου 1898 και ήταν το τέταρτο από τα πέντε παιδιά του αξιωματικού του Στρατού Θεοχάρη Παπαϊωάννου και της Αφροδίτης Παπακώστα.

Όταν ο Θεοχάρης Παπαϊωάννου μετατέθηκε στην Αθήνα το 1908 όλη η οικογένειά του τον ακολούθησε στην πρωτεύουσα.

Προσωρινά έμειναν στην Πλάκα, μετά πήγαν στο Κολωνάκι και στη συνέχεια στο Μαρούσι. Η Βούλα Παπαϊωάννου τέλειωσε τη σχολή Saint-Joseph, όπου σε ηλικία 18 ετών απέκτησε επάρκεια διδασκαλίας στη γαλλική γλώσσα. Μιλούσε άριστα αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά, πράγμα που διευκόλυνε μελλοντικά της συνεργασία με ξένους οργανισμούς στην Ελλάδα και με εκδότες του εξωτερικού.

Είχε ιδιαίτερη αγάπη στη φιλολογία, την αρχαιολογία, στη μουσική και στις τέχνες γενικότερα και λάτρευε τα ταξίδια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Λόγω της αγάπης της για τις τέχνες γράφτηκε στην Σχολή Καλών Τεχνών το 1917 για να σπουδάσει ζωγραφική.

Με τη ζωγραφική, ωστόσο, ασχολήθηκε για λίγο , μέχρι να ξεκινήσει να φωτογραφίζει, οπότε την κέρδισε η φωτογραφία ολοκληρωτικά .

Το 1926 παντρεύτηκε τον λόγιο Ιωάννη Ζερβό, στοχαστή, λογοτέχνη, ποιητή, μεταφραστή και τεχνοκριτικό .

Η Βούλα Παπαϊωάννου ως φωτογράφος …

Η συστηματική ενασχόληση της Βούλας Παπαϊωάννου με τη φωτογραφία αρχίζει στο τέλος της δεκαετίας του ’30, μετά τη διάλυση του γάμου της, ενώ προηγουμένως είχε την ευκαιρία να αποκτήσει κάποια γνώση της φωτογραφικής διαδικασίας, βοηθώντας τον αδελφό της στον σκοτεινό θάλαμο.

Στα πρώτα της βήματα δοκίμασε τις ικανότητές της φωτογραφίζοντας αγάλματα, αρχαιότητες και τοπία.

Η είσοδος της Ελλάδας στον πόλεμο στις 28 Οκτωβρίου 1940, ανατρεπτική για τη ζωή όλων των Ελλήνων, βρήκε τη Βούλα Παπαϊωάννου στην ώριμη ηλικία των 42 ετών .

Με συνείδηση της ιστορικής σημασίας των γεγονότων και της δύναμης του φακού, ζήτησε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην αγωνιζόμενη Ελλάδα ως πολεμική ανταποκρίτρια, χωρίς αυτό να γίνει αποδεκτό, λόγω του φύλου της.

Στροφή στην πορεία του έργου της αποτέλεσε η κήρυξη του πολέμου του '40 . Έγινε μάρτυρας στον αποχαιρετισμό των στρατευμένων, στις ετοιμασίες της πόλης για την αντιμετώπιση των εκτάκτων αναγκών και στη φροντίδα των πρώτων τραυματιών.

Παραμένοντας στην Αθήνα, αποφάσισε να απαθανατίσει τις αλλαγές που επιφέρει ο πόλεμος στη ζωή της πόλης και των κατοίκων της. Κυκλοφορώντας διακριτικά στους δρόμους, απομόνωνε με τον φακό της μοναδικά στιγμιότυπα.

Οι εικόνες από την Αθήνα του ’40 αποδεικνύουν ότι ο κόσμος προλάβαινε ακόμη να χαμογελάσει, να βγει από τον εαυτό του και να αντιμετωπίσει αυτό που συνέβαινε στον ίδιο και στη χώρα του με χιούμορ και σκωπτική διάθεση. Το ελληνικό ηθικό ήταν ακμαιότατο στο Μέτωπο αλλά και στη Αθήνα .

Καταγράφει με τις φωτογραφίες τα δεινά του άμαχου πληθυσμού της Αθήνας, κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Όταν η πείνα έπληξε την πρωτεύουσα. Κατήγγειλε τη φρίκη του πολέμου με τις συγκλονιστικές μορφές των αποσκελετωμένων παιδιών της Κατοχής .

Σύμφωνα με τον Γ. Φτέρη, η Βούλα Παπαϊωάννου «... έπαιρνε τη φωτογραφική της μηχανή όπως παίρνει ένας άντρας το τουφέκι του, το πιστόλι του, και χαμένη μέσα στον κόσμο έκανε αντίσταση του ελληνικού ματιού, της ελληνικής μνήμης».

Η Παπαϊωάννου είχε το ταλέντο να εντοπίζει την αισιοδοξία τόσο στη ζωή όσο και στην τέχνη της. Θα συναντήσουμε χαμογελαστούς τραυματίες και ένα κορίτσι να στέκει αγέρωχο πάνω στο ένα του πόδι.

Η Βούλα Παπαϊωάννου εντάσσεται στο ρεύμα της «ανθρωπιστικής φωτογραφίας» που αναπτύχθηκε ως αντίδοτο της κατάλυσης των ανθρωπίνων αξιών εξαιτίας του πολέμου.

Ήταν από τις ελάχιστες γυναικείες παρουσίες στο χώρο της φωτογραφίας. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η Βούλα αρχίζει σταδιακά να αποσύρεται από την ενεργό δράση στον χώρο της φωτογραφίας. Αρχίζει να έχει σοβαρά προβλήματα με την όραση της.

Το 1976 παρέδωσε το σύνολο του έργου της στο Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη. Το 1989 πήρε τη χαρά της πρώτης της ατομικής έκθεσης, χωρίς να παρευρεθεί στα εγκαίνια, λόγω της κλονισμένης υγείας της. Έναν χρόνο αργότερα έφυγε από τη ζωή.

ΠΗΓΗ , ΦΩΤΟ: Μουσείο Μπενάκη 

Αποσπάσματα από το κείμενο της κ. Φανής Κωνσταντίνου από το βιβλίο «Η φωτογράφος Βούλα Παπαϊωάννου από το φωτογραφικό αρχείο του Μουσείου Μπενάκη» (Εκδόσεις Άγρα/Μουσείο Μπενάκη) .

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια