Ελλάδα

Πόσο αλκοόλ πίνουν οι Έλληνες - Ποια χώρα στον κόσμο έχει το ρεκόρ;

Ερευνητές μελέτησαν στοιχεία της περιόδου 1990-2017 για 189 χώρες

Mειώθηκε η βαριά κατανάλωση αλκοόλ έστω μια φορά το μήνα, καθώς  το ποσοστό τους στην Ελλάδα εμφανίζει μικρή μείωση: από 21% το 1990 (και για τα δύο φύλα) έπεσε στο 18% το 2017.

Ελλάδα

Στη χώρα μας, σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ η κατανάλωση αλκοόλ παραμένει αρκετά πάνω από το μέσο όρο διεθνώς, αλλά ακολουθεί πτωτική τάση, σύμφωνα με τη μελέτη. Το 1990 ο μέσος ενήλικας στην Ελλάδα έπινε 12,3 λίτρα καθαρού αλκοόλ, το 2017 η κατανάλωση του είχε πέσει σε 10,4 λίτρα (έναντι 6,5 λίτρων παγκοσμίως), ενώ το 2030 προβλέπεται να μειωθεί περαιτέρω σε 8,5 λίτρα (έναντι 7,6 λίτρων παγκοσμίως).

Οι Έλληνες -όπως και στις άλλες χώρες- πίνουν συστηματικά περισσότερο από τις Ελληνίδες, περίπου τριπλάσια ποσότητα κάθε χρόνο. Το 1990 οι γυναίκες στη χώρα μας έπιναν κατά μέσο όρο 5,6 λίτρα καθαρού αλκοόλ ετησίως, το 2017 4,6 λίτρα, ενώ το 2030 θα πίνουν 3,6 λίτρα. Αντίστοιχα, οι άνδρες έπιναν 19,5 λίτρα το 1990 και 16,6 λίτρα το 2017, ενώ το 2030 εκτιμάται ότι θα πίνουν 13,3 λίτρα.

Το ποσοστό των ανθρώπων που τηρούν δια βίου αποχή από το αλκοόλ στην Ελλάδα, είναι σχεδόν σταθερό παρά τις αυξομειώσεις του: από 22% (και για τα δύο φύλα) το 1990, μειώθηκε στο 19% το 2010 (στην αρχή της οικονομικής κρίσης οι Έλληνες μάλλον έπιναν περισσότερο), αυξήθηκε ξανά στο 22% το 2017 και αναμένεται να αυξηθεί οριακά στο 23% το 2030. Περίπου διπλάσιες είναι οι γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες, που δεν βάζουν καθόλου αλκοόλ στο στόμα τους. Το 2017 το 30% των γυναικών και το 14% των ανδρών δεν ήπιαν καθόλου αλκοόλ μέσα στη χρονιά, ποσοστό που αναμένεται ίδιο για τους άνδρες το 2030 και ελαφρώς αυξημένο για τις γυναίκες (31%).

Το ποσοστό των τακτικών ή περιοδικών καταναλωτών αλκοόλ στην Ελλάδα υπολογίζεται σε 68% και για τα δύο φύλα το 2017 (ήταν 70% το 1990 και 72% το 2010, ενώ θα παραμείνει σταθερό στο 68% έως το 2030), με τους άνδρες να υπερτερούν (78%) έναντι των γυναικών (59%).

Όσον αφορά όσους κάνουν βαριά κατανάλωση αλκοόλ έστω μια φορά το μήνα, το ποσοστό τους στην Ελλάδα εμφανίζει μικρή μείωση: από 21% το 1990 (και για τα δύο φύλα) έπεσε στο 18% το 2017, ενώ αναμένεται να παραμείνει σταθερό έως το 2030. Τριπλάσιοι είναι περίπου άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες που τα «τσούζουν» γερά κατά καιρούς: το 2017 ήταν το 9% των γυναικών και το 29% των ανδρών (έναντι 11% και 33% το 1990 και το 2010), ποσοστά που αναμένεται να μειωθούν ελαφρά σε 8% και 28% αντίστοιχα το 2030.

Η χώρα που κατέχει το ρεκόρ

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Γιάκομπ Μάνδεϊ του γερμανικού Πανεπιστημίου της Δρέσδης, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό "The Lancet", μελέτησαν στοιχεία της περιόδου 1990-2017 για 189 χώρες και έκαναν προβλέψεις έως το 2030. Το βασικό συμπέρασμα τους είναι ότι η ανθρωπότητα πολύ απέχει ακόμη από το να «πιάσει» τους στόχους για την αναγκαία μείωση του αλκοόλ, το οποίο συνδέεται με περισσότερες από 200 παθήσεις και με πρόωρο θάνατο λόγω νόσου ή τραυματισμού (π.χ. σε τροχαίο).

Οι επιστήμονες ζητούν πιο αποτελεσματική δράση από τις κυβερνήσεις, όπως επιβολή μεγαλύτερης φορολογίας στο αλκοόλ, περιορισμός της διάθεσης του, απαγορεύσεις στο μάρκετινγκ και στη διαφήμιση του κ.α.

Η μελέτη εκτιμά ότι έως το 2030 οι μισοί ενήλικοι του πλανήτη θα πίνουν αλκοόλ και σχεδόν ένας στους τέσσερις (το 23%) θα κάνει βαρύ μεθύσι τουλάχιστον μια φορά το μήνα.

Τη χαμηλότερη κατανάλωση αλκοόλ έχουν οι μουσουλμανικές χώρες της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής (λιγότερο από ένα λίτρο ανά ενήλικο ετησίως), ενώ την υψηλότερη οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (σε μερικές περιπτώσεις πάνω από 12 λίτρα ανά κεφαλή ετησίως). Το παγκόσμιο ρεκόρ κατέχει η Μολδαβία με 15 λίτρα ανά ενήλικο το χρόνο, ενώ λιγότερο από όλους στον κόσμο πίνουν οι κάτοικοι του Κουβέιτ (0,005 λίτρα ανά άτομο ετησίως).

Μεταξύ 2010-2017, η μέση κατανάλωση στην Ευρώπη μειώθηκε κατά 12% από 11,2 σε 9,8 λίτρα ανά άτομο ετησίως, κυρίως λόγω μεγάλων μειώσεων στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες (Αζερμπαϊτζάν, Κιργιστάν, Ουκρανία, Λευκορωσία, Ρωσία). Αντίθετα, την ίδια περίοδο, αύξηση 34% καταγράφηκε στη νοτιοανατολική Ασία από 3,5 σε 4,7 λίτρα, ενώ μικρή αύξηση υπήρξε στις ΗΠΑ από 9,3 σε 9,8 λίτρα.

«Πριν το 1990 το περισσότερο αλκοόλ καταναλωνόταν στις χώρες υψηλού εισοδήματος, με τα μεγαλύτερα επίπεδα χρήσης να καταγράφονται στην Ευρώπη. Όμως η κατάσταση έχει έκτοτε αλλάξει σημαντικά, με μεγάλες μειώσεις στην Ανατολική Ευρώπη και τεράστιες αυξήσεις σε αρκετές χώρες μεσαίου εισοδήματος, όπως η Κίνα, η Ινδία και το Βιετνάμ. Αυτή η τάση αναμένεται να συνεχιστεί έως το 2030, όταν προβλέπεται πια ότι η Ευρώπη δεν θα έχει τα πρωτεία στην χρήση αλκοόλ», δήλωσε ο Μάνδεϊ.

 

 

Σχόλια