Ελλάδα

Πόσοι τελειώνουν το Πανεπιστήμιο και πόσοι παρατούν πρόωρα το σχολείο

Με πτυχίο το 43,7% των Ελλήνων

Χαμηλό ποσοστό πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου σε νέους 18 έως 24 ετών, αλλά και υψηλό ποσοστό ολοκλήρωσης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε άτομα ηλικίας 30-34 ετών έχει η χώρα μας σε σχέση με άλλες χώρες του εξωτερικού.

Αυτά ήταν δύο σημαντικά στοιχεία που κατέδειξε η έκθεση παρακολούθησης της εκπαίδευσης και κατάρτισης για το 2018, η οποία, τεκμηριώνοντας μεγάλο όγκο στοιχείων, μετρά την πρόοδο των κρατών-μελών σχετικά με τους έξι στόχους για την εκπαίδευση και την κατάρτιση έως το 2020.

Οι έξι στόχοι είναι οι εξής:
1. Πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου: Καταδεικνύει το μερίδιο των νέων 18 έως 24 ετών που έφτασαν στο επίπεδο γυμνασιακής εκπαίδευσης (στόχος 2020: <10%). Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 10,6% (άνδρες 12,1% και γυναίκες 8,9%). Μικρότερο ποσοστό κατέγραψε η Κροατία με 3,1% και μεγαλύτερο η Μάλτα με 18,6%. Η Ελλάδα είχε 6% και αναλυτικότερα 7,1% στους άνδρες και 4,9% στις γυναίκες, ενώ 3,8% είχε στις πόλεις και 11,2% στις αγροτικές περιοχές.
Ο στόχος αφορά το μερίδιο των ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση, το οποίο εξακολουθεί να μειώνεται, αν και παραμένουν περιοχές και ομάδες ανθρώπων που απέχουν πολύ από την επίτευξη του στόχου.

Η εφημερίδα  “Νέα Κρήτη” επικοινώνησε με τον κ. Ζαχαρία Ρηγάκη, πρόεδρο της ΕΛΜΕ Ηρακλείου, ο οποίος μας έδωσε την εκτίμησή του λέγοντας χαρακτηριστικά: «Μου κάνει τρομακτική εντύπωση, γιατί τα στοιχεία που έχουμε κάνουν λόγο για υψηλή μαθητική διαρροή. Εάν ισχύει, είναι όντως θετικό στοιχείο, ιδιαίτερα στη μνημονιακή εποχή που διανύουμε. Δείχνει πολλά πράγματα... Και την ποιότητα του δημόσιου σχολείου και το ότι κεντρίζει το ενδιαφέρον των μαθητών να τελειώσουν την υποχρεωτική εκπαίδευση. Αλλά δεν ξέρω κατά πόσο απεικονίζει την πραγματικότητα...».
2. Τριτοβάθμια εκπαίδευση: Δείχνει το μερίδιο των ατόμων 30 έως 34 ετών που έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς τουλάχιστον τριτοβάθμια εκπαίδευση (στόχος: τουλάχιστον 40%). Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 39,9% (άνδρες 34,9% και γυναίκες 44,9%).

Αν και ο στόχος του 40% πρόκειται να καλυφθεί, οι μέσοι όροι κάθε χώρας συχνά καλύπτουν μεγάλες περιφερειακές διακυμάνσεις. Πάντως, στα περισσότερα κράτη-μέλη της Ε.Ε. τα επίπεδα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αυξήθηκαν σε σύγκριση με το 2011 και το 2014. Εξαίρεση αποτέλεσαν η Κροατία, η Ουγγαρία και, σε μικρότερο βαθμό, η Ισπανία και η Φιλανδία, όπου το ποσοστό του πληθυσμού με τριτοβάθμια εκπαίδευση μειώθηκε μεταξύ 2014 και 2017 - αν και οι δύο τελευταίες χώρες έχουν ποσοστά τριτοβάθμιας εκπαίδευσης υψηλότερα από τον στόχο 40% της Ε.Ε. Αντίθετα, την ίδια περίοδο καταγράφηκε αξιοσημείωτη αύξηση (μεγαλύτερη από 6 μονάδες) στην Τσεχική Δημοκρατία, την Ελλάδα και τη Σλοβακία. Ωστόσο, ούτε η Τσεχική Δημοκρατία ούτε η Σλοβακία έχουν επιτύχει ακόμη τον στόχο του 40%, ενώ η Ελλάδα βρίσκεται στο 43,7% (άνδρες 37% και γυναίκες 50,5%).

Τον συγκεκριμένο στόχο σχολίασε ο κ. Ρηγάκης, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Έτσι κι αλλιώς, είναι γνωστά τα στοιχεία αυτά. Ξέρουμε πως η ελληνική οικογένεια επενδύει όσον αφορά τις σπουδές των παιδιών της. Και αυτό έχει αντίκτυπο στα αποτελέσματα που έχουμε σήμερα. Το θέμα είναι τι γίνεται με όλους αυτούς τους ανθρώπους οι οποίοι τελειώνουν την τριτοβάθμια εκπαίδευση και σε ποιο βαθμό απορροφούνται στην ίδια τους τη χώρα. Υπάρχουν οι προϋποθέσεις ώστε να μείνουν εδώ πέρα και να προσφέρουν όλα αυτά που έχουν μάθει ώστε να προαχθεί και το επίπεδο της ελληνικής κοινωνίας; Εκεί είναι το ζήτημα. Προφανώς, όμως, και είναι ικανοποιητικό στοιχείο».
Μεταξύ των χωρών που έχουν ποσοστά τριτοβάθμιας εκπαίδευσης κάτω του 40%, μόνο η Ρουμανία, η Ιταλία και η Κροατία (σε αύξουσα σειρά) δεν έχουν φτάσει το 30%. Δεκατρείς χώρες έχουν ποσοστά τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μεταξύ 40% και 50% και, στο ανώτερο άκρο του φάσματος, Σουηδία, Λουξεμβούργο, Ιρλανδία και Κύπρος (κατά αύξουσα σειρά) υπερβαίνουν το 50%. Τιμή ρεκόρ για το 2017 πέτυχε η Λιθουανία, με 58%.
3. Προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα: Καταδεικνύει το ποσοστό των παιδιών ηλικίας από 4 ετών έως την ηλικία υποχρεωτικής πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που συμμετέχουν στην εκπαίδευση, δηλαδή σε νηπιαγωγείο-παιδικό σταθμό (στόχος 2020: 95%). Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 95,3%.
Μέχρι το 2016, ο στόχος είχε επιτευχθεί από 14 χώρες (Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία, Βέλγιο, Δανία, Μάλτα, Ολλανδία, Ισπανία, Γερμανία, Ιταλία, Ουγγαρία, Σουηδία, Λετονία και Αυστρία). Οι δύο χώρες με τη μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ των ποσοστών που επιτεύχθηκαν και του επιδιωκόμενου επιπέδου είναι η Κροατία και η Σλοβακία, με ποσοστά συμμετοχής μόλις πάνω από 75%. Τέλος, η Ελλάδα, σημείωσε μέτρια βελτίωση (αύξηση σχεδόν 3 μονάδων) φτάνοντας το 79,8% το 2016.
4. Ανεπαρκής επίδοση στην ανάγνωση, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες: Καταδεικνύει το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 15 ετών που δεν κατάφεραν να φτάσουν στο γυμνασιακό επίπεδο για την ανάγνωση, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες (στόχος 2020: 15%). Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος για την ανάγνωση είναι 19,7%, για τα μαθηματικά 22,2% και για τις φυσικές επιστήμες 20,6%. Έπειτα από αρκετά χρόνια σταθερής προόδου, τα αποτελέσματα του 2015 παρουσίασαν σημαντική κάμψη. Επτά κράτη-μέλη έχουν μέσο όρο ποσοστών και στους τρεις τομείς κάτω του 10% (Εσθονία, Φιλανδία, Ιρλανδία, Δανία, Σλοβενία, Πολωνία, Γερμανία), ενώ έξι χώρες είναι στο 20% ή το υπερβαίνουν (Σλοβακία, Ελλάδα, Μάλτα, Ρουμανία, Κύπρος, Βουλγαρία). Ο μέσος όρος για την Ελλάδα είναι σε ό,τι αφορά την ανάγνωση 27,3%, στα μαθηματικά 35,8% και στις φυσικές επιστήμες 32,7%.
5. Ποσοστό απασχόλησης πρόσφατων πτυχιούχων: Καταδεικνύει το μερίδιο των απασχολούμενων ατόμων ηλικίας 20 έως 34 ετών που είχαν ολοκληρώσει επιτυχώς εκπαίδευση από Λύκειο και πάνω, ένα έως τρία έτη πριν από την έρευνα, και τα οποία δεν είναι πλέον σε εκπαίδευση ή κατάρτιση (στόχος 2020: 82%). Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 80,2%, με την Ελλάδα να βρίσκεται στο 52%.

Το ποσοστό απασχόλησης των εργαζόμενων-πρόσφατων πτυχιούχων στην Ε.Ε. αυξάνεται από το 2011 σε συνάρτηση με τα αυξανόμενα ποσοστά απασχόλησης του συνολικού πληθυσμού σε ηλικία εργασίας. Το 2017, το ποσοστό απασχόλησης των πρόσφατων αποφοίτων ανώτατης δευτεροβάθμιας, μεταδευτεροβάθμιας μη τριτοβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έφτασε το 80,2%, με έντονες διαφορές ανάλογα με το επίπεδο και τον τομέα της εκπαίδευσης.

Το ποσοστό αυτό ήταν 84,9% για τους απόφοιτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, 76,6% για τους απόφοιτους ανώτερης δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης και 64,1% για τους πτυχιούχους γενικής ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (Λύκειο).
6. Συμμετοχή των ενηλίκων στη μάθηση: Καταδεικνύει το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 25 έως 64 ετών που έλαβαν επίσημη ή μη τυπική εκπαίδευση ή κατάρτιση κατά τις τέσσερις εβδομάδες που προηγήθηκαν της έρευνας (στόχος 2020: 15%). Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 10,9%. Τα διαθέσιμα δεδομένα για τη μάθηση ενηλίκων απεικονίζουν μια πολύπλοκη και άνιση εικόνα σε ολόκληρη την Ε.Ε. Όπως και τα προηγούμενα έτη, σημειώθηκε μικρή πρόοδος προς την κατεύθυνση του στόχου για το 2020. Ωστόσο, ορισμένα κράτη-μέλη της Βόρειας Ευρώπης είδαν περαιτέρω βελτίωση στα ήδη υψηλά επίπεδα εκπαίδευσης ενηλίκων.

Μόνο σε ορισμένες χώρες - οι περισσότερες από αυτές στη Βόρεια Ευρώπη (Εσθονία, Σουηδία, Φιλανδία) - παρουσιάζεται μια συνεπής και σημαντική αύξηση των ενηλίκων που συμμετέχουν στη μάθηση. Αντίθετα, άλλες χώρες, κυρίως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Σλοβενία και η Δανία, σημείωσαν σημαντική μείωση του ποσοστού συμμετοχής των ενηλίκων στη μάθηση από το 2010. Το ποσοστό στην Ελλάδα από 3,2% το 2014 ανέβηκε το 2017 στο 4,5%.

Σχόλια