Ελλάδα

Τα προϊόντα που έχουμε μπόλικα αλλά… τα εισάγουμε

Στα εσπεριδοειδή, τη μεγαλύτερη αυτάρκεια παρουσιάζουν τα πορτοκάλια (167%), ενώ στα λεμόνια περιορίζεται στο 67%.

Είναι πολλά τα είδη διατροφής που ενώ στην Ελλάδα παράγονται σε αυτάρκεια, αντί να βρίσκονται στα ράφια των καταστημάτων, εξάγονται, κι εμείς ως καταναλωτές βρίσκουμε τα ξενόφερτα, που τα πληρώνουμε ακριβότερα σε σχέση με την αξία που θα είχαν τα δικά μας προϊόντα, αν τα εμπορικά κυκλώματα δε φρόντιζαν πρώτα να καλύψουν τις εσωτερικές ανάγκες της χώρας και ύστερα, αν περισσέψουν ποσότητες της παραγωγής τους, να κάνουν και εξαγωγές. Γιατί, δηλαδή, να αγοράζουμε ρύζι τρίτων χωρών, όταν η Ελλάδα είναι αυτάρκης στο ρύζι;

Η πρόσφατη ανακοίνωση του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης για κατάσχεση, το τελευταίο εξάμηνο, άνω των 220 τόνων ρυζιού τρίτων χωρών στον Πειραιά, με υπολείμματα φυτοφαρμάκων, ήταν το αντικείμενο της δημοσιογραφικής μας έρευνας, για να πάρουμε μέσα από αυτή απαντήσεις για αυξημένη επάρκεια στο ρύζι, γενικότερα στα δημητριακά, καθώς και σε άλλα προϊόντα που, αντί να τα εισάγει η χώρα μας, θα μπορούσε να τα παράγει πιο οργανωμένα, σε μεγαλύτερες ποσότητες, με πρωταρχικό στόχο την ελληνική αγορά!

Τη μελέτη της ΠΑΣΕΓΕΣ σχετικά με την αγροτική αυτάρκεια, που αποκάλυπτε ότι το ποσοστό αυτάρκειας της χώρας μας σε μια σειρά βασικών αγροτικών, διατροφικών προϊόντων φυτικής και ζωικής παραγωγής διαμορφωνόταν κατά μέσο όρο στο 94% το 2010, επικαλέστηκαν οι γεωτεχνικοί με τους οποίους μιλήσαμε χθες. Μάλιστα, από τότε, η αγροτική παραγωγή αυξήθηκε - τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης - ενώ θα είχε ενδιαφέρον αν είχαμε και σήμερα μια ανάλογη μελέτη είτε από την ΠΑΣΕΓΕΣ είτε από άλλον, αξιόπιστο φορέα, σχετικά με την αυτάρκεια των αγροτικών προϊόντων στη χώρα μας, ή την αυξημένη επάρκεια σε συγκεκριμένα είδη διατροφής.

Στη φυτική παραγωγή, μάλιστα, η ΠΑΣΕΓΕΣ είχε ανακοινώσει αυτάρκεια 99% κατά μέσο όρο. Αυτό το ποσοστό διαφοροποιούταν μεταξύ επιμέρους κατηγοριών προϊόντων, όπως τα δημητριακά, όπου η αυτάρκεια έφτανε στο 82%, με το μικρότερο ποσοστό στο μαλακό στάρι (32%) και το υψηλότερο στο ρύζι (171%).

Στα εσπεριδοειδή, με βάση τα στοιχεία της μελέτης, «τη μεγαλύτερη αυτάρκεια παρουσιάζουν τα πορτοκάλια (167%), ενώ στα λεμόνια περιορίζεται στο 67%.

Στα φρούτα η αυτάρκεια παραμένει υψηλή (128%), ενώ χαμηλή διαπιστώνεται στον κλάδο των οσπρίων (39%).

Στη ζωική παραγωγή το ποσοστό αυτάρκειας ανέρχεται κατά μέσο όρο στο 73%.

Στο κρέας καταγράφεται αυτάρκεια 56%, με το μικρότερο ποσοστό στο βόειο κρέας (30%) και το υψηλότερο στο αιγοπρόβειο (94%).

Στην κατηγορία των γαλακτοκομικών-τυροκομικών προϊόντων, η φέτα με ποσοστό αυτάρκειας 147% υπερβαίνει το μέσο όρο της κατηγορίας, που κυμαίνεται στο 80%.

Στο μέλι και στα αβγά καταγράφεται ποσοστό αυτάρκειας 92% και 91% αντίστοιχα».

 

Τεράστιες οι ικανότητες

 

«Κάποτε βγάζαμε περισσότερα από αυτά που καταναλώναμε. Τα τελευταία χρόνια με τα προβλήματα που είχαμε έγινε το ανάποδο. Δηλαδή αρχίσαμε να γινόμαστε ελλειμματικοί και στα φυτικά», λέει στη “Νέα Κρήτη” ο πρόεδρος του Παραρτήματος Κρήτης του ΓΕΩΤΕΕ Αλέκος Στεφανάκης, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου, αλλά προσθέτοντας τα εξής: «Ασφαλώς οι δυνατότητες της χώρας είναι για υπερ-αυτάρκεια. Για παράδειγμα στη Θεσσαλονίκη βγάζουμε ένα από τα πιο επώνυμα ρύζια στον κόσμο. Και δεν μπορούμε να είμαστε μόνο αυτάρκεις, αλλά και εξαγωγικοί. Φτάνει να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες και να πατήσουμε πάνω στα κατάλληλα συγκριτικά πλεονεκτήματα για να βγούμε στην παγκοσμιοποιημένη αγορά...».

Ο Αλέκος Στεφανάκης τονίζει ότι επίτηδες δίνεται βάρος στις τιμές και δε γίνεται λόγος στην υπεροχή της ποιότητας των ελληνικών προϊόντων. «Έχουμε αδυναμία να αναδείξουμε την υπεροχή της ποιότητάς μας και παράλληλα πέφτουμε ως κοινωνία θύματα του κριτηρίου της τιμής. Δηλαδή πάρα πολλοί καταναλωτές επιλέγουν αυτό που καταναλώνουν με βάση την τιμή και όχι με βάση την ποιότητα και την ασφάλεια. Κι ενώ έχουμε τη δυνατότητα να παράγουμε προϊόντα υψηλής ποιότητας και ασφάλειας, κάποια στιγμή καταναλώνουμε προϊόντα αμφιβόλου ασφάλειας και ποιότητας, επειδή το κριτήριό μας είναι η τιμή. Η χώρα μας όμως μπορεί να έχει υπερ-επάρκεια σε όλα τα προϊόντα του πρωτογενούς τομέα. Όμως πρέπει να ασχοληθούμε και να δουλέψουμε...».

Στο ερώτημά μας αν στην Κρήτη μπορεί να γίνεται η παραγωγή πολλών άλλων προϊόντων, πλην του ελαιολάδου και των κηπευτικών, ακόμα και μέσα στα λιόφυτα, ο ίδιος απαντά: «Όχι μόνο μπορούμε, αλλά είναι πολλαπλά θετικό το θέμα. Γιατί έχουμε και μείωση του κόστους και προστασία του περιβάλλοντος και ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων. Δηλαδή, έχουμε έναν συνδυασμό παραμέτρων πάρα πολύ ισχυρών που βοηθούν σε όλα τα επίπεδα ανταγωνιστικότητας, πέρα από το θέμα ότι δίνουμε τη δυνατότητα στα προϊόντα αυτά να έχουν τα χαρακτηριστικά του τόπου μας», καταλήγει.

 «Έχουμε αυτάρκεια αλλά δεν είμαστε οργανωμένοι»

 

«Η ΠΑΣΕΓΕΣ έδειξε ότι με εξαίρεση το βόειο κρέας, στο οποίο ποτέ δεν είχαμε αυτάρκεια στη χώρα μας για διάφορους λόγους, σε όλα τα άλλα είδη έχουμε επάρκεια. Και σε μερικά υπερ-επάρκεια», λέει στη “Νέα Κρήτη” και ο γεωπόνος του ΕΛΓΟ “Δήμητρα” στην Κρήτη Στέφανος Λιβέρης.

«Δηλαδή κανονικά είναι πολύ λίγα αυτά που πρέπει να εισάγουμε αν κάνουμε μια σωστότερη διαχείριση. Απλά, ίσως χρειαζόμαστε να εισάγουμε κάποια στιγμή ζωοτροφές, γιατί δεν τις έχουμε τη στιγμή που τις θέλουμε. Και τελικά βλέπουμε τους επιχειρηματίες να κάνουν ευκολότερα εισαγωγές απ’ ό,τι εξαγωγές. Και βλέπουμε και φαινόμενα χύμα διάθεσης των προϊόντων μας στο εξωτερικό, όπου τα τυποποιούν οι ξένοι και μας τα πουλούν στη συνέχεια τυποποιημένα, όπως συμβαίνει με το ελαιόλαδο», τονίζει ο κ. Λιβέρης.

Ως τραγικό παράδειγμα επίσης αναφέρει και τη ζάχαρη, που μετά το 2006 η Ε.Ε. μας επέβαλε ποσόστωση, έκλεισαν τα πιο πολλά εργοστάσιά μας και σήμερα την ελληνική ζάχαρη τη διακινούν... οι Γερμανοί.

«Τα κανάλια εμπορίας είναι τέτοια που θα μας φέρουν στην Ελλάδα προϊόντα τα οποία δε χρειαζόμαστε, ακόμα και “σαβούρα”, την ώρα που εμείς μπορούμε να καλύψουμε τις ανάγκες μας στα ίδια προϊόντα», λέει ο γεωπόνος Στέφανος Λιβέρης. «Στην ουσία αυτοί παίρνουν τη δική μας παραγωγή, που είναι βγαλμένη με τις προδιαγραφές της Ε.Ε., για να νιώθουν οι ίδιοι πιο ασφαλείς, και μας στέλνουν εμάς διάφορα “σκουπίδια” από τις τρίτες χώρες, όπως έγινε και με το ρύζι. Και στην ουσία δε γίνεται κανένας έλεγχος. Κανονικά όλα αυτά δεν έπρεπε καν να έχουν εισαχθεί εάν δε φέρουν επίσημη υπογραφή φορέα για πιστοποίηση της παραγωγής, με βάση τις προδιαγραφές της Ε.Ε.».

Σχόλια