Ελλάδα

Χιλιάδες πτυχία χωρίς κανένα αντίκρισμα

Σε χαμηλά ποσοστά η διασύνδεση εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας, σύμφωνα με έρευνα του CEDEFOP

Χαρακτηριστικό του σημερινού αποφοίτου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι η προσπάθεια να αποκτήσει όσο γίνεται περισσότερα πιστοποιητικά ή βεβαιώσεις σπουδών, ώστε να γίνει πιο ανταγωνιστικός στην αγορά εργασίας. Παρ’ όλα αυτά, οι Έλληνες δεν έχουν τις απαραίτητες ικανότητες για να ενσωματωθούν στην αγορά εργασίας. Η χώρα μας είναι από τα τελευταία κράτη στην ευρωπαϊκή ήπειρο όσον αφορά στην ανάπτυξη των κατάλληλων δεξιοτήτων στον πληθυσμό της.

H υπερ-πληθώρα των πτυχιούχων συνιστά ουσιαστικό πρόβλημα για την ελληνική κοινωνία, καθώς είναι αρκετά δύσκολο να βρουν μια δουλειά αντάξια των ακαδημαϊκών τους ικανοτήτων. Το πρόβλημα έχει αρκετές προεκτάσεις. Αυτό τουλάχιστον κατέδειξε η έρευνα του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP).

Το CEDEFOP είναι ευρωπαϊκός φορέας, ο οποίος καλύπτει τη λειτουργία των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πραγματοποιούνται εξειδικευμένες έρευνες και μελέτες σχετικά με την ανάπτυξη των δεξιοτήτων, την αναντιστοιχία ή μη των δεξιοτήτων με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας και την ανάπτυξη ενός πλαισίου προσόντων, εντός του οποίου προβαίνουν σε αντιστοίχιση πτυχίων και πιστοποιητικών.

Ειδικότερα, η πρόσφατη μελέτη της Αρχής Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (ΑΔΙΠ) έδειξε ότι η Ελλάδα έχει το μεγαλύτερο ποσοστό φοιτητών σε σχέση με τον πληθυσμό της (6,58%), καθώς και το μεγαλύτερο ποσοστό φοιτητών που σπουδάζει στο εξωτερικό (0,34%), απ’ όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Παράλληλα, το 70% των φοιτητών για τα πανεπιστήμια και το 40% για τα ΤΕΙ εισάγεται πλέον των δηλωμένων δυνατοτήτων τους για εκπαίδευση. Το “παζλ” του προβλήματος συμπληρώνει η έκθεση του CEDEFOP, που δημοσιοποιήθηκε τις τελευταίες μέρες και δείχνει ότι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν αναπτύσσει στους μαθητές τις δεξιότητες εκείνες που θα τους χρησιμεύσουν για την επαγγελματική τους ζωή (π.χ. επικοινωνία, προσαρμοστικότητα, γλωσσομάθεια). Και φυσικά η αγορά εργασίας, λόγω και της οξείας οικονομικής κρίσης, αντιμετωπίζει πρόβλημα στο να απορροφήσει τους ανθρώπους αυτούς.

Χαρακτηριστικό είναι ότι η Ελλάδα μεταξύ των 28 χωρών της Ε.Ε. είναι στην 23η θέση (με βαθμό 41 με άριστα το 100) στο κατά πόσο το εκπαιδευτικό της σύστημα βοηθάει τους μαθητές, φοιτητές και καταρτιζομένους να αναπτύξουν τις απαραίτητες δεξιότητες.

Τις διαχρονικές παθογένειες που ταλαιπωρούν το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα επισήμανε ο κ. Λουκάς Ζαχείλας, επικεφαλής του CEDEFOP. Οι παθογένειες αυτές συνδέονται άμεσα με την αδυναμία του εκπαιδευτικού συστήματος να ευθυγραμμιστεί με την αγορά εργασίας.

«Η Ελλάδα διαχρονικά είχε μεγάλα προβλήματα. Το CEDEFOP ως φορέας της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να αναλύει, να γνωμοδοτεί σχετικά με τις ευρωπαϊκές πολιτικές και την πορεία εφαρμογής πολιτικών εκπαίδευσης και κατάρτισης στα κράτη-μέλη, αλλά δεν μπορεί να επεμβαίνει σε εθνικό επίπεδο. Δυστυχώς, έχουμε κάποιες μακροχρόνιες κακοδαιμονίες οι οποίες αντικατοπτρίζονται στα αποτελέσματα που έχουμε από το εκπαιδευτικό σύστημα. Δεν υπάρχει παράδοση στη συνεργασία εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας. Πάντα υπήρχε ένα ταμπού σχετικά με το κατά πόσο η αγορά εργασίας θα μπορούσε να συνεργαστεί με Πανεπιστήμια, με κέντρα εκπαίδευσης και κατάρτισης, έτσι ώστε οι εκροές των συστημάτων να ανταποκρίνονται πολύ περισσότερο στις ανάγκες της αγοράς εργασίας.

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι το γεγονός ότι στην Ελλάδα έχουμε πολλές διαφοροποιήσεις με την έννοια πως δεν υπάρχει μια εθνική στρατηγική που να την ακολουθούμε με συνέπεια επί πολλά χρόνια. Παρ' όλα αυτά, γίνονται κάποια αξιόλογα βήματα», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο κ. Ζαχείλας στάθηκε στο εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο βασίζεται στην ανούσια παπαγαλία, η οποία είναι πληγή για τη δημιουργική πρωτοβουλία και την κριτική ικανότητα.

«Τα παιδιά μας μαθαίνουν πολλά, ενώ το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι προσανατολισμένο στην παπαγαλία, πράγμα που δεν αναπτύσσει την κριτική σκέψη, ενώ παράλληλα δεν υπάρχουν στα προγράμματά μας οι δίοδοι που να επιτρέπουν μια πιο ανοικτή προσέγγιση σε αυτά που ζητάει η αγορά εργασίας», επισήμανε ο κ. Ζαχείλας.

Ο ίδιος ανέφερε για τη μαθητεία πως «είναι σημαντικό ότι, ενώ δεν αποτελούσε προτεραιότητα, έχει αναδειχτεί αρκετά το τελευταίο διάστημα. Και αυτό έχει αναδειχτεί επειδή σε ευρωπαϊκό επίπεδο δίδεται μεγάλη έμφαση στη σύνδεση των χώρων εργασίας με τους χώρους εκπαίδευσης και κατάρτισης».

Μεταξύ άλλων, ο κ. Ζαχείλας αναφέρθηκε και στους κοινωνικούς εταίρους, οι οποίοι δε μετέχουν στη διαμόρφωση ενός προγράμματος σπουδών που θα αποτελέσει εχέγγυο για τους φοιτητές, προκειμένου να ενσωματωθούν στην αγορά εργασίας.

«Ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων, των εργοδοτών και των εργαζομένων πολλές φορές δεν μπαίνει σε ένα ουσιαστικό στάδιο. Παρότι θεσμικά συμμετέχουν σε πάρα πολλά όργανα, τα οποία κάνουν τις πολιτικές εκπαίδευσης και κατάρτισης, εάν δούμε τι συμβαίνει σε άλλες χώρες, θα διαπιστώσουμε πως σε αυτά τα κράτη και οι εργαζόμενοι και οι εργοδότες έχουν πολύ πιο ουσιαστικό ρόλο σε ακόμη πιο χειροπιαστά θέματα, όπως στη διαμόρφωση του προγράμματος σπουδών. Γνωμοδοτούν, δηλαδή, στο περιεχόμενό τους και σε συνεργασία με τους κρατικούς φορείς δημιουργούν προγράμματα σπουδών τα οποία προσαρμόζονται πολύ πιο εύκολα στις ανάγκες της αγοράς εργασίας», υπογράμμισε.

Τέλος, ο κ. Ζαχείλας αναφέρθηκε και στο κυριότερο πρόβλημα της Ελλάδας σε επίπεδο Παιδείας, που είναι η έλλειψη ενός εθνικού σχεδίου. Συγκεκριμένα, ο ίδιος κατέληξε λέγοντας ότι «το κυριότερο πρόβλημα είναι ότι, επειδή δεν υπάρχει μια εθνική στρατηγική, έχουν δημιουργηθεί μεγάλα προβλήματα. Εάν όλοι είχαν καθίσει γύρω από ένα τραπέζι και είχαν συναποφασίσει ότι για παράδειγμα και οι κοινωνικοί εταίροι θα πρέπει να συμμετέχουν στη διαμόρφωση του προγράμματος σπουδών κ.ά., τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα τώρα. Ο κάθε υπουργός και η κάθε κυβέρνηση θέλει να αφήσει τη δική της στάμπα. Αυτό μπορεί να έχει κάποια θετικά, αλλά μακροπρόθεσμα δημιουργεί προβλήματα. Η Παιδεία είναι ένα θέμα εθνικό και θα πρέπει να υπάρχει μια διακομματική στρατηγική».

Σχόλια