Ελλάδα

Ουραγός στην οικονομική ελευθερία η Ελλάδα

Την 108η θέση στον κόσμο καταλαμβάνει η χώρα

Στην τρίτη κατηγορία των χωρών ως προς τους δείκτες της οικονομικής ελευθερίας κατατάσσεται η Ελλάδα, σύμφωνα με μελέτη του Ινστιτούτου Frazer.

Συγκεκριμένα, η Ελλάδα καταλαμβάνει την 108η θέση ανάμεσα σε 162 χώρες και μοιράζεται φέτος την ίδια επίδοση με την Κίνα και τη Σουαζιλάνδη (108η θέση), ενώ συνεχίζει σταθερά να καταλαμβάνει τη χειρότερη θέση μεταξύ όλων των κρατών-μελών της Ε.Ε., αλλά και όλων των χωρών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Είναι χαρακτηριστικό ότι, μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε., η χώρα με την αμέσως καλύτερη επίδοση από την Ελλάδα, η Κροατία, βρίσκεται στην 75η θέση, 33 θέσεις πάνω από τη χώρα μας.

Ο Ν. Ρώμπαπας, εκτελεστικός διευθυντής του ΚΕΦΙΜ (Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών “Μάρκος Δραγούμης”), μιλώντας στη “Νέα Κρήτη”, αναφέρθηκε στην καθοδική πορεία που διανύει η οικονομική ελευθερία στη χώρα μας.

«Η οικονομική ελευθερία στη χώρα μας βρίσκεται σε καθοδική πορεία για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, και αυτό που είναι ενδιαφέρον είναι ότι η πορεία αυτή έχει επιταχυνθεί κατά τη διάρκεια της κρίσης. Πολλοί Έλληνες θεωρούν ότι έγιναν μεταρρυθμίσεις προς τη φιλελεύθερη κατεύθυνση τα τελευταία δέκα χρόνια. Αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και θα μπορούσαμε να το εξηγήσουμε σε δύο διαστάσεις: Πρώτον έχει αυξηθεί σοβαρά η φορολογική επιβάρυνση των επιχειρήσεων και των ατόμων, πράγμα που μειώνει την οικονομική ελευθερία. Επίσης από το 2015 και μετά, με την εφαρμογή των capital controls, έχει μειωθεί περαιτέρω η ελευθερία των Ελλήνων να έχουν πρόσβαση στα χρήματά τους. Αυτοί οι δύο παράγοντες έχουν συμβάλει σημαντικά τα τελευταία χρόνια στο δραστικό περιορισμό της οικονομικής ελευθερίας. Παρόλο που έχουν γίνει μεταρρυθμίσεις σε επιμέρους τομείς, αυτές οι μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να εξισορροπήσουν τα αρνητικά αποτελέσματα που μόλις προανέφερα», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Στο ερώτημα σε ποιο βαθμό διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο ο πολιτικός παράγοντας στην οικονομική ελευθερία, ο κ. Ρώμπαπας απαντάει:

«Προφανώς η οικονομική ελευθερία καθορίζεται από τις κυβερνητικές αποφάσεις και άρα από τον πολιτικό παράγοντα. Ένα ακραίο παράδειγμα είναι η πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. το πρώτο εξάμηνο του 2015, οπότε και οδηγηθήκαμε στα capital controls. Έχουμε μια πολιτική ενός εξαμήνου που οδήγησε στη δραστική μείωση της οικονομικής ελευθερίας της χώρας μας, η οποία θα κρατήσει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Αντίστοιχο φαινόμενο είναι αυτό της αύξησης της φορολογικής επιβάρυνσης των Ελλήνων και των ελληνικών επιχειρήσεων, που έγινε κατά τη διάρκεια της κρίσης, η οποία οφείλεται στην απόφαση των προηγούμενων κυβερνήσεων να αυξήσουν τη φορολογία αντί να μειώσουν αντίστοιχα τις κρατικές δαπάνες. Είναι δύο παραδείγματα που αφορούν τις κυβερνητικές αποφάσεις. Θα πρέπει να τονιστεί πως κατά τη διάρκεια της κρίσης όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις μείωσαν την οικονομική ελευθερία. Δεν είναι μόνο η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. που προκάλεσε προβλήματα».

Ακόμη, όμως, και σε σύγκριση με τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης που δεν είναι κράτη-μέλη της Ε.Ε., η χώρα με την αμέσως καλύτερη επίδοση από την Ελλάδα, η Βοσνία/Ερζεγοβίνη, βρίσκεται στην 98η θέση, 10 θέσεις πάνω από τη χώρα μας. Αναφέρεται επίσης ενδεικτικά ότι η Ρουμανία καταλαμβάνει την 20ή θέση, η Αλβανία την 34η και η Βουλγαρία την 46η.

Αν και η περσινή μελέτη αφορούσε τα στοιχεία του “εκρηκτικού” από πολλές απόψεις 2015, τα φετινά στοιχεία που αφορούν το 2016 δείχνουν ότι η Ελλάδα ανέβηκε μόλις τρία σκαλοπάτια.

«Η φετινή μελέτη αφορά στοιχεία του 2016 και αυτό που έγινε σαφές ήταν πως το 2014 είχε ξεκινήσει μια μικρή βελτίωση του δείκτη οικονομικής ελευθερίας, αλλά δυστυχώς αυτή η κατάσταση άλλαξε δραστικά το 2015. Και παρόλο που το 2016 είχαμε μια μικρή βελτίωση, αυτή η βελτίωση δεν μπορούσε να αντισταθμίσει τη ζημιά που έγινε το 2015», αναφέρει ο κ. Ρώμπαπας.

Ο συγκεκριμένος δείκτης μετράει αποκλειστικά την οικονομική ελευθερία. Δε μετράει το φιλελευθερισμό γενικότερα. Απευθύνεται μόνο σε τομείς της οικονομίας. Ο βαθμός οικονομικής ελευθερίας υπολογίζεται βάσει των θεσμών και των πολιτικών που εφαρμόζει κάθε χώρα σε πέντε πεδία: το μέγεθος του κράτους, το κράτος δικαίου, την πρόσβαση σε ισχυρό νόμισμα, την ελευθερία στο διεθνές εμπόριο και το ρυθμιστικό περιβάλλον στην τραπεζική πίστη, τα εργασιακά και την επιχειρηματικότητα. Ανατρέχοντας κανείς στους επιμέρους δείκτες, η Ελλάδα που συγκέντρωσε συνολική βαθμολογία 6,46 έχει επίδοση μόλις 4,38 στο μέγεθος της κυβέρνησης (προφανώς εννοεί διοίκησης) και 5,78 στο νομικό σύστημα και στα δικαιώματα επί της ιδιοκτησίας.

Οι καλύτερες επιδόσεις: Στην κορυφή το Χονγκ Κονγκ

Οι χώρες με τις πέντε καλύτερες επιδόσεις παγκοσμίως παραμένουν φέτος οι ίδιες με πέρυσι, αφού το Χονγκ Κονγκ βρίσκεται ξανά στην κορυφή του δείκτη και ακολουθούν κατά σειρά η Σιγκαπούρη, η Νέα Ζηλανδία, η Ελβετία και η Ιρλανδία. Τελευταία ανάμεσα στις 162 χώρες βρίσκεται για μία ακόμη χρονιά η Βενεζουέλα.

Τέλος, ο κ. Ρώμπαπας αναφέρθηκε στην ανάγκη συνειδητοποιήσεως του προβλήματος από την πλευρά του Έλληνα πολίτη και μάλιστα, όσο γίνει πιο γρήγορα κατανοητό, τόσο το καλύτερο.

«Αυτό που είναι για εμάς σημαντικό είναι πως μια αλλαγή σε αυτήν την κατεύθυνση πρέπει να έρθει από την κατανόηση των πολιτών για την υπάρχουσα κατάσταση. Όσο οι Έλληνες θεωρούν πως η ελληνική οικονομία δεν είναι ελεύθερη και κατηγορούν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που εφαρμόζονται για τα προβλήματα της χώρας, αυτό σημαίνει πως θα ζητάνε περισσότερες λύσεις που απαιτούν κρατική παρέμβαση. Άρα, οι πολίτες πρέπει να κατανοήσουν την πραγματικότητα που αποτυπώνει ο δείκτης οικονομικής ελευθερίας του Frazer. Όταν καταλάβουμε πως είμαστε η λιγότερο φιλελεύθερη οικονομία στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στα Βαλκάνια, τότε θα μπούμε στη διαδικασία να λύσουμε το πρόβλημα. Δεν επιλύεται αλλιώς. Πρώτα οι Έλληνες πρέπει να καταλάβουν πώς προέκυψαν τα προβλήματα της χώρας και, από τη στιγμή που τα κατανοήσουν, οι πολιτικοί θα έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόσουν τις σωστές πολιτικές ώστε να μας βγάλουν από την κρίση. Όσο οι πολίτες θα πιστεύουν σε λάθος πράγματα, οι πολιτικοί δε θα αναλαμβάνουν το πολιτικό κόστος να εφαρμόσουν τις πολιτικές που απαιτούνται», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Σχόλια