Ελλάδα

Σωτηρία Μπέλλου: Το βιτριόλι, οι ναζί, ο τζόγος και η φυλακή

Σαν σήμερα, στις 22 Αυγούστου του 1921 έρχεται στη ζωή μια από τις μεγαλύτερες μορφές του ελληνικού πενταγράμμου…

Ο λόγος για τη σπουδαία ρεμπέτισσα Σωτηρία Μπέλλου.

Γεννήθηκε στη Δροσιά Ευβοίας, ένα χωριό κοντά στη Χαλκίδα, ωστόσο η καταγωγή της ήταν από το χωριό Οκτωνιά. Η Μπέλλου παντρεύτηκε σε πολύ νεαρή ηλικία (17 ετών), ωστόσο ο γάμος της αποδείχτηκε καταστροφικός: Ο άντρας της ήταν αλκοολικός και την χτυπούσε συχνά. Σε μια αψιμαχία που είχε το ζευγάρι, η γυναίκα του έριξε βιτριόλι στο πρόσωπό και συνελήφθη. Για την πράξη της αυτή καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών ετών. Τελικά έμεινε έγκλειστη στη φυλακή για έξι μήνες. Με την αποφυλάκισή της η Μπέλλου επιστρέφει στην Εύβοια και την οικογένειά της. Ωστόσο, ούτε εκεί καταφέρνει να ησυχάσει λόγω των συνεχών προστριβών με τους δικούς της, οι οποίοι δεν μπορούσαν να «χωνέψουν» το στίγμα της φυλακής που έφερε η Σωτηρία.

Τον Οκτώβριο του 1940, σε ηλικία 19 ετών, παίρνει την απόφαση και μετακομίζει στην Αθήνα. Ο ερχομός της Μπέλλου στην πρωτεύουσα συμπίπτει με την ιταλική εισβολή στην Ελλάδα. Τα χρόνια της Κατοχής, αγωνίζεται για να επιβιώσει, αλλά και για την Αντίσταση, καθώς εντάσσεται στις γραμμές του ΕΑΜ. Μεταφέρει μηνύματα σε γιάφκες και συμμετέχει στην οργάνωση συσσιτίων, αλλά και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων.

Το 1943, η Μπέλλου συλλαμβάνεται από τους ναζί κατακτητές και μεταφέρεται στο αρχηγείο της Γκεστάπο στην Αθήνα, στην οδό Μέρλιν. Εκεί η Σωτηρία βασανίζεται για τρεις μέρες και στη συνέχεια φυλακίζεται. Μετά την απελευθέρωση θα συμμετάσχει στα Δεκεμβριανά, πολεμώντας στις γραμμές του Ε.Λ.Α.Σ. στην Καισαριανή.

Η Μπέλλου συλλαμβάνεται ξανά από τη Χωροφυλακή μετά την έναρξη του εμφυλίου πολέμου. Κρατείται στο υπόγειο της οδού Βουκουρεστίου μαζί άλλους κομμουνιστές. Όταν αποφυλακίζεται, γνωρίζεται με τον Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος ήταν ήδη καταξιωμένος συνθέτης. Γρήγορα προσλαμβάνεται ως τραγουδίστρια και ξεκινά να εργάζεται στο πλευρό του Τσιτσάνη.

Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, η Μπέλλου γνώρισε την εκδικητική μανία ανδρών της ομάδας «Χ», οι οποίοι ένα βράδυ εισέβαλαν στο μαγαζί που δούλευε και της επιτέθηκαν. «Έξι άτομα με βαράγανε στο πάλκο αλλά αυτό που με πόνεσε πιο πολύ ήταν που δεν σηκώθηκε ένας άντρας να με υπερασπιστεί» είχε δηλώσει η ίδια η Μπέλλου για το συμβάν. Σύντομα η τραγουδίστρια γίνεται δημοφιλής και καθιερώνεται μεταξύ των κορυφαίων φωνών του ρεμπέτικου τραγουδιού.

Τα επόμενα χρόνια, εκτός από τον Τσιτσάνη, η Μπέλλου συνεργάζεται και με άλλους σπουδαίους συνθέτες, όπως ο Γιάννης Παπαϊωάννου και ο Απόστολος Καλδάρας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η καριέρα της Μπέλλου γνωρίζει κάμψη. Από τα μέσα της δεκαετίας, ωστόσο, ξεκινά ξανά η ανοδική της πορεία στο ελληνικό τραγούδι. Μεταξύ άλλων, η Μπέλλου συνεργάστηκε με τους Δημήτρη Γκόγκο (Μπαγιαντέρα), Γιάννη Μαρκόπουλο, Σταύρο Ξαρχάκο, Μανόλη Χιώτη, Γιώργο Μητσάκη, Διονύση Σαββόπουλο, Ηλία Ανδριόπουλο και Δήμο Μούτση.

Τραγούδησε πολλά τραγούδια τα οποία έμειναν στην ιστορία: Μεταξύ αυτών ερμήνευσε τα «Συννεφιασμένη Κυριακή», «Άνοιξε, Άνοιξε», «Ζεϊμπέκικο», «Είπα να σβήσω τα παλιά», «Όταν πίνεις στην ταβέρνα», «Ζεϊμπέκικο», «Μην κλαις», «Πλατεία Βάθης», «Νταλίκα» και «Δε λες κουβέντα». Για μεγάλες περιόδους της ζωής της αντιμετώπισε προβλήματα αλκοολισμού, αλλά και εθισμού της στο τζόγο.

Τον Μάρτιο του 1993 διαγνώστηκε ότι πάσχει από καρκίνο. Η Μπέλλου νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο «Σωτηρία», ενώ τους τελευταίους μήνες της ζωής της, έχασε τη φωνή της… Οι μόνοι που της συμπαραστάθηκαν, ήταν τα ανίψια της.

Η Μπέλλου άφησε την τελευταία της πνοή στο Νοσοκομείο Μεταξά, στις 27 Αυγούστου του 1997. Ήταν 76 ετών. Σήμερα θεωρείται ως μια από τις σπουδαιότερες ερμηνεύτριες του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού, αλλά και γενικότερα της ελληνικής μουσικής σκηνής.

Σχόλια