Ελλάδα

Συγκλονίζουν οι ιστορίες όσων σώθηκαν από την πύρινη κόλαση στο Μάτι

Τον εφιάλτη που έζησαν πριν από 10 ημέρες περιγράφουν κάποιοι από τους επιζώντες από την πύρινη κόλαση, με τους δεκάδες νεκρούς, στο Μάτι που συγκλόνισε ολόκληρο τον κόσμο την προηγούμενη Δευτέρα 23 Ιουλίου.

Οι περισσότεροι από αυτούς, εξακολουθούν να νοσηλεύονται στη Μονάδα Εγκαυμάτων του Νοσοκομείου «Ευαγγελισμός». Άνθρωποι ταλαιπωρημένοι, σκεπτικοί, που αδυνατούν πολλές φορές να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους. Αυτό που έζησαν το παρομοιάζουν με κόλαση και προσπαθούν να περιγράψουν τις στιγμές με όση δύναμη ψυχής τούς απέμεινε.

«Ο άνεμος ήταν τόσο δυνατός που καιγόσουν»

Η φωτιά πλησίαζε επικίνδυνα το σπίτι του ζεύγους Διαμαντάκη στο Μάτι. Δεν είχαν προλάβει να μπουν στο αυτοκίνητό τους όταν αυτό παραδόθηκε στις φλόγες. Το εγκατέλειψαν και τους πήρε σχεδόν δύο ώρες για να διασχίσουν 200 μέτρα και να βγουν στη Μαραθώνος. Τους βρήκε η Πυροσβεστική εκεί και βοήθησε να τους παραλάβει ασθενοφόρο. Δεν υπήρχε καμία οδηγία από τους υπεύθυνους. Αυτή τη στιγμή ο κ. Βύρωνας Διαμαντάκης φέρει εγκαύματα στα πόδια. Όπως ο ίδιος ανέφερε, «Περνούσαμε μέσα από τις φλόγες, ο άνεμος ήταν τόσο δυνατός που καιγόσουν χωρίς να σε ακουμπάνε. Ένιωθες τα πάντα γύρω να καίνε. Το σπίτι κάηκε αλλά σημασία έχει ότι σωθήκαμε».

Αγκάλιασαν σφιχτά τα εγγόνια τους για να μην καούν

Ο κ. Σπύρος Σπυρίδης και η σύζυγός του Ελισάβετ μένουν μόνιμα στη Βέροια. Είχαν έρθει για διακοπές στο Μάτι, στην εξοχική κατοικία του γιου τους. Την ώρα της φωτιάς βρίσκονταν στο σπίτι με τα δυο εγγόνια τους 8 και 10 ετών, τα οποία νοσηλεύονται επίσης στο Παίδων. Άκουσαν θόρυβο, είδαν τη φωτιά, άρπαξαν τα παιδιά κι έφυγαν για να σωθούν. Ξεκίνησαν αρχικά με κατεύθυνση τη Νέα Μάκρη, αλλά επειδή ο κόσμος πήγαινε προς Ραφήνα άλλαξαν διαδρομή και πήγαν από εκεί. Μπλόκαραν στην κίνηση, παράτησαν το αυτοκίνητο και έτρεξαν γρήγορα προς τη θάλασσα. Οι φλόγες λόγω των δυνατών ανέμων έφτασαν κοντά τους. Τότε, ο παππούς και η γιαγιά αγκάλιασαν σφιχτά τα παιδιά για να μην καούν και έτρεξαν στην θάλασσα και κατάφεραν να σωθούν. Οι δύο ενήλικες νοσηλεύονται με εγκαύματα, ενώ τα δυο παιδιά νοσηλεύονται για προληπτικούς λόγους στο Παίδων. Η μικρή έχει εγκαύματα αλλά επιφανειακά.

«Ο ήλιος είχε γίνει κόκκινος»

Ήρθε από την Αγγλία για διακοπές. Η φωτιά έγλειφε τους τοίχους του ξενοδοχείου και σώθηκε τρέχοντας μέσα στις φλόγες. Ο κ. Λελ ήρθε από το Λονδίνο για διακοπές και έμενε στο Μάτι. Οπως λέει, «Την περασμένη Δευτέρα επισκέφτηκα το κέντρο της Αθήνας και στην επιστροφή είδα από μακριά τον καπνό και τον ήλιο που είχε γίνει κόκκινος. Έβγαλα μάλιστα και φωτογραφίες το τοπίο χωρίς φυσικά να φανταστώ τι θα ακολουθούσε. Φτάνοντας στο ξενοδοχείο οι υπεύθυνοι μας έδωσαν εντολή να φύγουμε αμέσως και να πάρουμε μόνο το διαβατήριό μας. Οι πρώτες φλόγες είχαν ήδη φτάσει και οι ένοικοι άρχισαν να τρέχουν για να σωθούν. Άλλοι πήγαιναν προς τη θάλασσα, άλλοι προς τη Ραφήνα, επικρατούσε πανικός». Ο ίδιος πήγε προς τη θάλασσα τρέχοντας μέσα στη φωτιά. Έχει εγκαύματα και στα δύο πόδια.

Οι ήρωες

Έφυγε από την ασφάλεια του σπιτιού του και έτρεξε να βοηθήσει

Ο κ. Βαγγέλης Καραμπέτσος, κατασκευαστής σκαφών, παρακολουθούσε τα γεγονότα από την τηλεόραση και όταν άκουσε ότι υπάρχουν εγκλωβισμένοι στις παραλίες δεν το σκέφτηκε πολύ. Ένιωθε ότι ήταν καθήκον του να βοηθήσει. Πήρε το σκάφος του και μέσα σε δύο ώρες κατάφερε να μεταφέρει με ασφάλεια από τις παραλίες του Ματιού δεκάδες ανθρώπους. «Έφτασα σιγά-σιγά στην παραλία και έσβηνα τη μηχανή για να φωνάξω δυνατά ενώ με την κόρνα του σκάφους προσπαθούσα να τους κάνω να με ακούσουν. Πήγαινα κοντά τους και τους ρωτούσα αν θέλουν να μεταφερθούν και φυσικά έρχονταν. Πρέπει να κουβάλησα τουλάχιστον 150 ανθρώπους», λέει μεταξύ άλλων ο Βαγγέλης Καραμπέτσος.

Ιδιοκτήτης ξενοδοχείου περιγράφει πως έσωσε πάνω από 65 ψυχές

Ο κ. Γιώργος Παπάς, είναι ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου που αποτέλεσε το τελευταίο καταφύγιο τη στιγμή της πυρκαγιάς. Μέσα στο ξενοδοχείο φιλοξενούνταν 55 πελάτες, οι οποίοι αποφάσισαν να μην εγκαταλείψουν το χώρο και μαζί τους άλλοι 10 παραθεριστές που βρήκαν εκεί καταφύγιο, ανάμεσα τους και μικρά παιδιά, ηλικίας 1-5 ετών σε καροτσάκια. Το συγκεκριμένο ξενοδοχείο θεωρήθηκε ως το τελευταίο καταφύγιο πριν την επιλογή να βουτήξουν στη θάλασσα σε περίπτωση που η κατάσταση ξέφευγε εκτός ελέγχου. Οι υπεύθυνοι της επιχείρησης είχαν μεριμνήσει να ξεκλειδώσουν όλες τις πόρτες που οδηγούν στην παραλία προκειμένου να διαφύγει και να σωθεί ο κόσμος, ενώ ο ιδιοκτήτης του το είχε βρέξει περιμετρικά με λάστιχο.

Ο ιδιοκτήτης του Capo Verde είχε στην κατοχή του περισσότερους πυροσβεστήρες από ότι ορίζει ο νόμος και αρκετοί απ’ αυτούς χρησιμοποιήθηκαν πάνω σε ξύλα που υπήρχαν στην εξωτερική πλευρά του κτιρίου και στο πάρκινγκ όπου υπήρχαν δυο αλμυρίκια. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που το ξενοδοχείο δεν έγινε παρανάλωμα του πυρός τη στιγμή που η φωτιά μέσα σε 15 δευτερόλεπτα, έκαψε όλο το διπλανό οικόπεδο. «Η κατάσταση ήταν εφιαλτική. Κρατούσα τις δυο γυάλινες εξωτερικές πόρτες εισόδου και οι πελάτες μαζί με τον πατέρα μου τις δυο εσωτερικές γυάλινες πόρτες για να μην ανοίξουν από τον δυνατό αέρα, ενώ το γυαλί έκαιγε τα χέρια μας», λέει ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου στο protothema.gr.

 

Πηγή: protothema.gr

Σχόλια