Ελλάδα

«Τσουχτερή» η εκπαίδευση στην Ελλάδα

Το ελληνικό νοικοκυριό δίνει ένα αρκετά μεγάλο χρηματικό ποσό για τις εκπαιδευτικές ανάγκες των παιδιών, καθώς το δημόσιο και δωρεάν σχολείο δεν είναι ικανό να τα παρέχει. Είναι χρήματα για τα βιβλία, τα βοηθήματα, τις ξένες γλώσσες των παιδιών (Αγγλικά, Γερμανικά και Γαλλικά), σπουδές στην Ελλάδα ή σε κάποια χώρα του εξωτερικού κ.λπ.

Το συνολικό χρηματικό ποσό φτάνει τα 2,5 δισ. ευρώ το χρόνο, ποσό που πρέπει να δώσουν οι οικογένειες ώστε το παιδί να νιώθει και να είναι πλήρως εκπαιδευμένο. Εάν στο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό προστεθούν και τα δίδακτρα που δίνουν οι γονείς σε ιδιωτικά σχολεία, τότε η ιδιωτική δαπάνη ξεπερνάει τα 3,3 δισ. ευρώ. Είναι χρηματικό ποσό που υπερβαίνει την όποια εκτίμηση που πιθανώς έχουμε, ενώ εμμέσως κρίνει ανεπαρκές και σε μεγάλο βαθμό το δημόσιο σχολείο.

«Λόγω των παθογενειών που έχει αναπτύξει το δημόσιο σχολείο, το σύστημα πρόσβασης δημιούργησε μια νέα πραγματικότητα, αλλά και η αδυναμία των Πανεπιστημίων μας δημιούργησε και μια δεύτερη. Η πρώτη αδυναμία επιβάλλει στα νοικοκυριά δαπάνες με ιδιαίτερα μαθήματα και φροντιστήρια, όχι μόνο για την ελληνική γλώσσα αλλά και τις ξένες γλώσσες. Κατά κύριο λόγο, τα πτυχία των ξένων γλωσσών και η φοίτηση των παιδιών για την ξένη γλώσσα γίνεται έξω από το σχολικό περιβάλλον, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν αυτά τα μαθήματα στο σχολικό πρόγραμμα.

Αυτές οι παθογένειες υπάρχουν και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, καθώς η φοιτητική εστία κρίνεται ανύπαρκτη στα περιφερειακά πανεπιστήμια. Επομένως, κάθε παιδί που δεν μπορεί να φοιτήσει στον τόπο διαμονής του επιβαρύνεται μ’ ένα αρκετά μεγάλο χρηματικό ποσό. Η δαπάνη που αφορά σε μεταβιβάσεις σε άλλο νοικοκυριό γιατί το παιδί σπουδάζει σε άλλη πόλη είναι πολύ υψηλές. Περίπου μισό δισ.

Η οικονομική κρίση είχε ως αποτέλεσμα να κόψουν οι γονείς δαπάνες “πολυτελείας”, όπως την αγορά βιβλίων ή τα έξοδα σε μπέιμπι σίτερ.



Σχεδόν τέσσερις φορές παραπάνω από τις δαπάνες που πληρώνουν οι Έλληνες για να σπουδάσουν στο εξωτερικό. Αυτό το γεγονός από μόνο του, δηλαδή οι οικονομικές μεταβιβάσεις για σπουδές, συγκεντρώνει ένα ποσοστό περίπου 710 εκατ. Συνολικά, για φροντιστήρια ξένων γλωσσών και για ιδιαίτερα μαθήματα έχουμε φτάσει στο ποσό των 1,3 δισ.», ανέφερε ο κ. Νίκος Παΐζης, επιστημονικός υπεύθυνος της έκθεσης για την παιδεία της ΓΣΕΕ.

Τα στοιχεία αυτά προέκυψαν από την ετήσια έκθεση για την εκπαίδευση 2017-2018 του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη έκθεση:
- Οι συνολικές δαπάνες για την εκπαίδευση το 2015 φτάνουν τα 8,8 δισ. ευρώ. Το 62,8%, δηλαδή 5,5 δισ. ευρώ, αποτελεί τις δημόσιες δαπάνες, ενώ το 37,2%, δηλαδή 3,3 δισ. ευρώ, είναι ιδιωτικές δαπάνες.
- Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, το 69,5% αφορά τις δημόσιες δαπάνες, ενώ το 30,5% τις ιδιωτικές.
- Για τη δευτεροβάθμια, το 51,1% είναι δημόσιες δαπάνες και το 48,9% ιδιωτικές.
- Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, το ποσοστό των ιδιωτικών είναι μεγαλύτερο από των δημόσιων δαπανών.

Ένα άλλο στοιχείο που κατέδειξε η ετήσια έκθεση είναι το γεγονός πως εκατομμύρια ευρώ ξοδεύουν οι γονείς σε φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα. Η οικονομική κρίση είχε ως αποτέλεσμα να κόψουν οι γονείς δαπάνες “πολυτελείας”, όπως την αγορά βιβλίων ή τα έξοδα σε μπέιμπι σίτερ.

Ως προς το παραπάνω, ο κ. Παΐζης δήλωσε: «Τα προηγούμενα χρόνια, οι γονείς έκοψαν από τη διασκέδαση και τη διατροφή, γιατί θεωρούν την εκπαίδευση των παιδιών ως σημαντική δαπάνη. Η δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση πρέπει να αποκτήσει έναν άλλο στρατηγικό σχεδιασμό και στην υποχρεωτική εκπαίδευση αλλά και στο λύκειο. Αυτές οι δαπάνες κρίνονται αδύνατες όταν τα παιδιά μπαίνουν σε σχολές σε άλλη πόλη. Έτσι, είδαμε σε πολλές πόλεις, αλλά και στην Κρήτη να προσπαθούν να μη δηλώσουν σχολές εκτός Κρήτης. Περιορίζονται οι φοιτητές σε αυτά, ώστε μέσω γνωριμιών το παιδί να φιλοξενηθεί ή έστω να μην έχει τα έξοδα μετακίνησης. Και αυτό επηρεάζει τον τρόπο που δηλώνουν τα τμήματα. Τα προηγούμενα χρόνια δε το είχαμε αυτό».

Θλιβερή πρωτιά: Τελευταία θέση στη μέριμνα για ΑμεΑ

Φέτος, η έκθεση εκπονήθηκε σε συνεργασία με το Παρατηρητήριο Θεμάτων Αναπηρίας της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία. Η Ελλάδα καταλαμβάνει μια ασυνήθιστη πρωτιά, πράγμα που πρέπει να προκαλέσει την ανησυχία της πολιτικής τάξης. Η Ελλάδα βρίσκεται στη χειρότερη κατάταξη της Ευρώπης, μαζί με τη Βουλγαρία, την Ιρλανδία και τη Λιθουανία, στο ζήτημα της μέριμνας των ΑμεΑ.

Ο κ. Παΐζης το σχολίασε λέγοντας ότι «το πρόβλημα με την πιο επώνυμη και ευάλωτη κοινωνικά ομάδα δεν είναι ελληνικό, αλλά είναι πρόβλημα ευρωπαϊκό. Φαίνεται σαν να μην έχει αντιμετωπιστεί καθόλου, απλά πιέστηκαν τα κράτη-μέλη να κόψουν δαπάνες, εφαρμόζοντας δημοσιονομική πειθαρχία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο να μην επενδύσουν στην ειδική εκπαίδευση, δηλαδή να βοηθήσουν τα παιδιά με αναπηρία ώστε να σταθούν στον τομέα της απασχόλησης και να διασφαλίσουν το εισόδημά τους με αξιοπρέπεια, αλλά κόβανε. Περίπου 3 στους 5, εάν κοπούν οι συντάξεις ή τα επιδόματα στα Άτομα με Αναπηρία, θα αναγκαστούν να μην αποφύγουν τον κοινωνικό αποκλεισμό ή τον κίνδυνο να πέσουν κάτω από τα όρια της φτώχιας.

Στην Ελλάδα, στο σύνολο όλων των ατόμων με αναπηρία, περίπου το 61,7%, είναι ήδη κάτω από τα όρια της φτώχιας. Πέφτει στο 26% γιατί το κράτος ασκεί κοινωνική πολιτική, δίνοντας σύνταξη ή το επίδομα. Δε χρειάζεται το όριο της φτώχιας ή της κοινωνικής απομόνωσης να είναι της τάξης του 50%. Στη Γερμανία είναι 40%, παρά το γεγονός ότι είναι μια πλούσια χώρα. Υπάρχουν ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά στην έννοια της πρόνοιας και του κοινωνικού κράτους».

Τέλος, ο κ. Παΐζης αναφέρθηκε και στη μειωμένη επαγγελματική προσβασιμότητα που έχει η κοινωνική αυτή ομάδα, η οποία τροφοδοτείται από το χαμηλό μορφωτικό και εκπαιδευτικό υπόβαθρο που έχει.

Συγκεκριμένα, είπε: «Δε γίνεται αυτή τη στιγμή να οδηγείται ένα πολύ μεγάλο κομμάτι αυτής της ευάλωτης ομάδας στα όρια της φτώχιας. Παρουσιάζουν υψηλότατη ανεργία. Επίσης, δεν παρακολουθείται η ροή της απασχόλησής τους σε ετήσια βάση. Δεν υπάρχουν εξειδικευμένα προγράμματα επανακατάρτισης. Από την ώρα που διαρρέουν σε μεγάλους βαθμούς τα άτομα με αναπηρία από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το μορφωτικό τους επίπεδο θα παραμείνει της στοιχειώδους εκπαίδευσης, δηλαδή του Γυμνασίου. Σε αυτήν την περίπτωση, οι δουλειές που μένουν στην καλύτερη περίπτωση είναι του εξειδικευμένου χειρώνακτα τεχνίτη. Αυτό δεν μπορεί να ακολουθείται επί δεκαετίες, χωρίς σχεδιασμό και βοήθεια από το κράτος. Κάποια στιγμή, το σύγχρονο κράτος, για το δικό του το καλό, πρέπει να βοηθήσει τις ευάλωτες ομάδες, ώστε να αυξηθεί το επίπεδο απασχόλησης».

Σχόλια