Ελλάδα

Οικολόγοι: "Χρειάζονται επιπρόσθετα μέτρα για την αγορά ETS"

Οι ευρωβουλευτές της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας Τροφίμων ενέκριναν την Τρίτη 19 Φεβρουαρίου, με ψήφους 38 υπέρ και 25 κατά, την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αναβάλει τη δημοπράτηση 900 εκατομμυρίων δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου.

«Η αναβολή της δημοπράτησης των δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, το λεγόμενο "backloading"», αναφέρουν οι Οικολόγοι Πράσινοι, «προτάθηκε από την ΕΕ ως μέτρο αντιμετώπισης της υπερπροσφοράς δικαιωμάτων εκπομπής αερίων που αλλάζουν το κλίμα, υπερπροσφορά  που κινδυνεύει να οδηγήσει την «αγορά δικαιωμάτων» σε κατάρρευση. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι, όταν μερικές εβδομάδες πριν η Επιτροπή Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας απέρριψε την πρόταση της ΕΕ (ψήφοι 34 κατά, 14 υπέρ, 11 λευκά), η τιμή του δικαιώματος στην αγορά άνθρακα βυθίστηκε στα 2,81 ευρώ, τη στιγμή που πολλοί εκτιμούν ότι πρέπει να φτάσει στα 30 ευρώ για να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του συστήματος.

Αυτή τη στιγμή έχει συσσωρευτεί ένα πλεόνασμα 1,5 δισεκατομμυρίου δικαιωμάτων στο σύστημα και με τους σημερινούς ρυθμούς οδηγούμαστε σε πλεόνασμα 2 δισ. Η κατάσταση αυτή μοιραία ρίχνει τις τιμές των δικαιωμάτων σε πολύ χαμηλά επίπεδα, με αποτέλεσμα η αγορά ETS να μην επιτελεί το σκοπό για τον οποίο φτιάχτηκε από την ΕΕ, να αποτελέσει δηλαδή μια δίκαιη, διαφανή και αποτελεσματική αγορά η οποία θα δημιουργήσει ισχυρά κίνητρα για λήψη μέτρων από τη βιομηχανία και αλλαγή του ευρωπαϊκού ενεργειακού μοντέλου μακριά από τον άνθρακα, ενισχύοντας έτσι την πράσινη οικονομία μέσα από καινοτόμες τεχνολογίες.  

Το θέμα έχει πυροδοτήσει έντονη αντιπαράθεση στις Βρυξέλλες και στα κράτη-μέλη. Ένα τμήμα της βιομηχανίας μιλά για χειραγώγηση της αγοράς και ισχυρίζεται ότι η θεσμοθέτηση του "backloading" εν μέσω κρίσης επιβαρύνει το κόστος παραγωγής των βιομηχανικών επιχειρήσεων και δημιουργεί τον άμεσο κίνδυνο να χαθούν και άλλες θέσεις εργασίας. Ορισμένες όμως εταιρείες επωφελούνται με δισεκατομμύρια από τη δωρεάν παραχώρηση δικαιωμάτων αλλά ταυτόχρονα κάνουν και απολύσεις. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο όμιλος χαλυβουργίας Arcelor Mittal, που, παρά το γεγονός ότι επωφελείται δισεκατομμύρια από δωρεάν παραχώρηση δικαιωμάτων και έχει κέρδη 6%, κλείνει μονάδες του στην Ευρώπη και απολύει δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους. Η εναλλακτική είναι η βιομηχανία να επενδύσει σε τεχνολογίες εξοικονόμησης ενέργειας με σημαντικά αποτελέσματα τόσο για το περιβάλλον όσο και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων. Ευτυχώς υπάρχουν εταιρείες που κινούνται σε αυτή τη λογική. Τριάντα από αυτές έγραψαν στους Ευρωπαίους διαμορφωτές πολιτικής προτρέποντάς τους να ψηφίσουν υπέρ της αναβολής της δημοπράτησης των 900 εκατ. δικαιωμάτων.  

Η διαχείριση του ζητήματος της αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών από την ΕΕ  συγκεντρώνει μάλιστα παγκόσμιο ενδιαφέρον, καθώς υπάρχουν προσπάθειες για δημιουργία αντίστοιχων συστημάτων σε άλλα μέρη του κόσμου που προφανώς θα λάβουν σοβαρά υπόψη την ευρωπαϊκή εμπειρία».

Ο ευρωβουλευτής των Οικολόγων Πράσινων κ. Νίκος Χρυσόγελος δήλωσε σχετικά:

«Οι Πράσινοι καλωσορίσαμε το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας στην Επιτροπή Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας Τροφίμων υπέρ της αναβολής της δημοπράτησης 900 εκατ. δικαιωμάτων εκπομπών, την οποία θεωρούμε ως ένα απαραίτητο άμεσο μέτρο για τη διατήρηση στη ζωή της αγοράς δικαιωμάτων, ενός σημαντικού εργαλείου στην προσπάθεια απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.

Είναι κατανοητό ότι χώρες σαν την Ελλάδα έχουν δυσκολία να ακολουθήσουν ένα συμφωνημένο μεταξύ βιομηχανίας, διοίκησης και κοινωνικών εταίρων σχέδιο μείωσης της κατανάλωσης ενέργειας που βασίζεται σε ορυκτά καύσιμα και έτσι μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Γι' αυτό αντιστέκονται στην αλλαγή. Η λύση όμως δεν είναι να ξεχάσουμε την κλιματική αλλαγή. Η πρόσφατη έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας μιλάει για αύξηση της μέσης θερμοκρασίας κατά +4 βαθμούς Κελσίου μέσα στον αιώνα. Το οικονομικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό κόστος της κλιματικής αλλαγής θα είναι τεράστιο και στη χώρα μας, όπως έχει δείξει και η έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδας, θα ξεπεράσει τα 700 δισ. ευρώ τον 21ο αιώνα.

Η βιομηχανία πρέπει να στραφεί πιο αποφασιστικά στην εξοικονόμηση ενέργειας και στη χρήση ΑΠΕ, γενικότερα στην καινοτομία, κάτι που θα συμβάλει και στην οικονομική βιωσιμότητα, ιδιαίτερα των μεγάλων ενεργοβόρων μονάδων. Ήδη ένα σημαντικό μέρος των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στρέφεται προς αυτή την κατεύθυνση, αντί να επιδιώκει την άσκηση πίεσης για τη μη θεσμοθέτηση του "backloading".

Είναι προφανές ότι το μέτρο αυτό δεν αρκεί. Πέρα από την αναβολή δημοπράτησης απαιτείται και η απόσυρση δωρεάν παραχώρησης 1,4 δισεκατομμυρίων δικαιωμάτων, ενώ εκτιμούμε ότι θα χρειαστεί επιπλέον και η απόσυρση δικαιωμάτων σε ένα ποσοστό 2,5% κάθε χρόνο για να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του συστήματος.

Τελικά όμως η πραγματική λύση βρίσκεται στη δραστική αύξηση του στόχου μείωσης των εκπομπών το 2020 από το 20% στο 30% και στη θέσπιση δεσμευτικών στόχων για το 2030 σε ό,τι αφορά όχι μόνο τις εκπομπές, αλλά και την ενεργειακή αποδοτικότητα και τη διείσδυση των ΑΠΕ στο ευρωπαϊκό ενεργειακό μείγμα. Αν η ΕΕ, που θέλει να θεωρείται ηγέτης στον τομέα της κλιματικής αλλαγής, δεν κινηθεί προς αυτές τις κατευθύνσεις, η αγορά δικαιωμάτων θα αποτύχει στο στόχο της να μειώσει τις εκπομπές στα κράτη-μέλη και να δημιουργήσει κίνητρα για επενδύσεις σε πράσινες τεχνολογίες, οι οποίες αποτελούν μονόδρομο στη μάχη ενάντια στην κλιματική αλλαγή και τις δραματικές περιβαλλοντικές και οικονομικές της επιπτώσεις».

Σχόλια