Εκλογές 2019

Μεγάλος θριαμβευτής η αποχή

Στην Κρήτη, στις μεγάλες πόλεις η συμμετοχή δεν έφτασε καν το 50%, αν και στις μικρότερες ήταν σε ελαφρώς... καλύτερα επίπεδα

Επιχειρώντας να δούμε την ευρύτερη εικόνα των αυτοδιοικητικών εκλογών που ολοκληρώθηκαν χθες με τον δεύτερο γύρο, μπορούμε να πούμε απλά ότι ο μεγάλος θριαμβευτής ήταν... η αποχή.

Όχι απλώς γιατί ήταν ο... πλειοψηφών υποψήφιος στις περισσότερες περιπτώσεις (με πιο κραυγαλέα αυτή της πόλης του Ηρακλείου, με τη συμμετοχή να “καρφώνεται” σε ποσοστά κάτω του 50%, για την ακρίβεια μια ιδέα κάτω του 48%, που είναι βεβαίως νέο... αρνητικό ρεκόρ), αλλά διότι αποδείχτηκε ότι η “λογική” της απλής αναλογικής θέλει ακόμη δουλειά για να εμπεδωθεί και να λειτουργήσει στην πράξη.

Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή.

Σε όλη την Κρήτη και σε όλες τις επαναληπτικές εκλογικές αναμετρήσεις (και σε όλη την Ελλάδα, αλλά εδώ αναφερόμαστε καταρχήν στην Κρήτη), η αποχή κυμάνθηκε σε πρωτοφανή υψηλά επίπεδα και αντίστοιχα η συμμετοχή σε εξαιρετικά χαμηλά. Μια κατάσταση που εκ προοιμίου προκαλεί μια νόθευση της λαϊκής ετυμηγορίας - με τη βούληση και πράξη του ίδιου του κυρίαρχου λαού. Στην Κρήτη, στις μεγάλες πόλεις η συμμετοχή δεν έφτασε καν το 50%, αν και στις μικρότερες ήταν σε ελαφρώς... καλύτερα επίπεδα. Για να έχουμε μέτρο σύγκρισης, σε ορισμένους Δήμους της ηπειρωτικής χώρας η συμμετοχή δεν ξεπέρασε το 35%, δημιουργώντας νέο (αρνητικό) ρεκόρ όλων των εποχών για τη χώρα μας.

 

Ο λαός έχει δίκιο

Βεβαίως, σε θεωρητικό επίπεδο ο λαός έχει πάντα δίκιο. Οπότε και η μη συμμετοχή του είναι δικαίωμά του και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ψόγου. Ωστόσο μπορεί (και πρέπει) να υποστεί κριτική. Διότι οδηγούμαστε σιγά αλλά σταθερά σε μια απολιτική στάση ως κοινωνία, μια στάση που έχει εμπεδωθεί εδώ και αρκετά χρόνια, σταδιακά, καθιστώντας και τον Έλληνα πολίτη, κατά το μάλλον ή το ήττον, και σε πλειοψηφικό επίπεδο τουλάχιστον, “απολιτικό”.

Να ξεκαθαρίσουμε κάτι: η μη συμμετοχή μπορεί να έχει ως αφορμή τη γενικευμένη απογοήτευση από τα πεπραγμένα του πολιτικού κόσμου, αλλά ως αιτία (και ρίζα) έχει επί της ουσίας την έλλειψη πολιτικής θέσης. Τη μη διάθεση για συμμετοχή στα κοινά, έστω στον ρόλο τού κατά τα λοιπά απαθούς ψηφοφόρου - γιατί η συμμετοχή στα κοινά είναι πολύ περισσότερα πράγματα από μια απλή επίσκεψη στην κάλπη. Ωστόσο... η ψήφος είναι το σημείο εκκίνησης. Από τη στιγμή που ψηφίζεις, καταγράφεις θέση (ή αντίθεση) και αυτή είναι η ουσία του κοινοβουλευτισμού.

Βεβαίως επί της ουσίας είναι αναγκαίο ο δημοκρατικός πολίτης να κάνει πολύ περισσότερα πράγματα, αλλά στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία τα θεσμικά περιθώρια είναι πάρα πολύ στενά. Η ουσιώδης συμμετοχή επιτυγχάνεται διά της τεθλασμένης, αλλά όποιος ενδιαφέρεται το κάνει. Μέχρι πρότινος βεβαίως ψέγαμε εκείνους που απλώς άφηναν για λίγο τον καναπέ τους για να ψηφίσουν και μετά... επέστρεφαν σε αυτόν. Και το μόνο που έκαναν ήταν να γκρινιάζουν μετά για την... επιλογή που έκαναν.

Τώρα πλέον ακόμη και οι ψηφοφόροι του καναπέ είναι πιο... υπεύθυνοι από εκείνους που ούτε για να ψηφίσουν δε σηκώνονται απ' αυτόν!

Και όλα αυτά μετά από μια πρώτη βδομάδα στην οποία σημειώθηκε μια ικανοποιητική, τηρουμένων των αναλογιών, συμμετοχή στα επίπεδα του 58% σε πανελλαδικό επίπεδο στις ευρωεκλογές και περίπου τα ίδια στις αυτοδιοικητικές.

 

Η απλή αναλογική

“Δείξαμε” ήδη την απλή αναλογική ως “υπεύθυνη” εν μέρει για αυτήν την εικόνα. Ωστόσο εδώ χρειάζεται μια εξήγηση. Ίσα ίσα, η απλή αναλογική ενθαρρύνει τη συμμετοχή, γιατί δίνει την αίσθηση ότι κάθε ψήφος μετράει. Διαλύει την ψευδαίσθηση της “χαμένης ψήφου” με την οποία οι ταγοί των μεγαλύτερων (δυνητικά κυβερνητικών) πολιτικών σχηματισμών προσπαθούν να ποδηγετήσουν τους ψηφοφόρους των μικρών κομμάτων και να τους οδηγήσουν μακριά από την κάλπη.

Ωστόσο, με τον τρόπο που σχεδιάστηκαν οι αυτοδιοικητικές εκλογές, το πλεονέκτημα της απλής αναλογικής λειτούργησε μόνο την πρώτη βδομάδα. Όταν είχαν κινητοποιηθεί οι πολυάριθμοι (μυριάδες) υποψήφιοι, που οδήγησαν πολύ κόσμο στα εκλογικά τμήματα, προκειμένου να καρπωθούν τα “σταυρουδάκια” και να εκλεγούν στα Δημοτικά και Περιφερειακά Συμβούλια.

Τη δεύτερη Κυριακή, εξέλιπε το κίνητρο αυτό. Οι σύμβουλοι, γνωρίζοντας επακριβώς τη μοίρα τους (είτε εξελέγησαν από την πρώτη Κυριακή, είτε έμειναν απ’ έξω), δεν έκαναν τον κόπο να αγωνιστούν για να πείσουν τους ψηφοφόρους τους να εμφανιστούν ξανά στην κάλπη.

Σε περιπτώσεις συνδυασμών που είχαν πρωτεύσει, πιθανόν έπαιξαν ρόλο και λογικές τόσο αλαζονείας, όσο και “εαυτουλισμού”. Στην πρώτη περίπτωση, κάποιοι υποψήφιοι δεν έκαναν τον κόπο να ασχοληθούν θεωρώντας “σιγουράκι” την εκλογή του εκλεκτού τους, αφού υπήρχε “αέρας” από την πρώτη Κυριακή. Στη δεύτερη περίπτωση, μιλάμε απλώς για κακώς εννοούμενο εγωισμό: “αφού εγώ εξελέγην (ή δεν εξελέγην) τι με νοιάζει ο δήμαρχος”.

Και οι δύο λογικές ήταν καταστρεπτικές για τους συνδυασμούς τους - και τελικά επικράτησαν εκείνοι που δε θεώρησαν τίποτε δεδομένο και είχαν τον “αέρα” εκείνου που θέλει περισσότερο τη νίκη. Σε κάθε περίπτωση, όταν οι χαμένοι της χθεσινής βραδιάς κάνουν την αυτοκριτική τους, μην ξεχάσουν και τον ρόλο που έπαιξαν (ή δεν έπαιξαν) κάποιοι... καλοί τους συνεργάτες.

 

Οι δυσκολίες τού... αύριο

Με δεδομένη λοιπόν την πρωτοφανή αποχή και τα αποτελέσματα όπως αυτά διαμορφώθηκαν εξαιτίας και της αποχής αυτής, έχουμε μια διαμορφωμένη κατάσταση στους Δήμους της Κρήτης. Στο Ηράκλειο και τα Χανιά έχουμε τις πιο... δύσκολες εξισώσεις, αφού οι δήμαρχοι θα κληθούν να “κυβερνήσουν” με πολύ μικρές ομάδες στο Δημοτικό Συμβούλιο. Στο Ηράκλειο διότι στον πρώτο γύρο είχε πετύχει μεγάλη επικράτηση η παράταξη Κουράκη (που θα έχει 18 συμβούλους, έναντι μόλις 12 της παράταξης Λαμπιρινού), και στα Χανιά διότι εκεί η ψήφος μοιράστηκε σε πολλούς συνδυασμούς.

Στις πόλεις της Κρήτης, λοιπόν, θα δοκιμαστεί σε μεγάλο βαθμό το σκεπτικό της απλής αναλογικής και θα τεθεί σε δοκιμασία η ωριμότητα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Για να το πούμε καθαρά: “παραταξιακές” λογικές και “μονομπλόκ” συνεργασιών δεν μπορούν να λειτουργήσουν. Όχι με τους παρόντες συσχετισμούς και πολιτικές στοχεύσεις.

Οπότε θα χρειαστεί μια σύνθεση άλλου τύπου και υφής, για να λειτουργήσουν ομαλά τα Δημοτικά Συμβούλια και να παραγάγουν έργο για τους Δήμους. Μπορούν; Σαφώς και μπορούν! Το θέμα είναι και να θέλουν! Διότι πολλοί θα χάσουν τη “βολή” τους, ακόμη περισσότεροι θα πάψουν να βρίσκονται στο απυρόβλητο λόγω του ότι “έχουμε την πλειοψηφία, ό,τι θέλουμε κάνουμε”, και ορισμένοι θα βρεθούν ενώπιον των ευθυνών τους, σε μια προσπάθεια να αποδείξουν ότι, εκτός από το να δημιουργούν “σκιώδεις εχθρούς” για να αποκτούν οντότητα, έχουν κι άλλες, πιο ουσιαστικές ικανότητες.

Σε κάθε περίπτωση, τα επόμενα τέσσερα χρόνια θα είναι πολύ ενδιαφέροντα στο δημοτικό ρεπορτάζ.

 

 

Σχόλια