Ειδήσεις

Η Κρήτη σε κατάθλιψη, όταν η νόσος χτυπά τους Κρητικούς

Ανεργία, άδειες τσέπες και εργασιακό άγχος στέλνουν και τους Κρητικούς στην καρέκλα ψυχολόγων και ψυχιάτρων.

Η Κρήτη της κρίσης είναι ένα περιβάλλον όπου η κατάθλιψη βρίσκει... ευνοϊκές συνθήκες για να αναπτυχθεί. Η κατάθλιψη θεωρείται ως μια από τις "μάστιγες" της εποχής μας. Με δεδομένη μάλιστα την κατάσταση στη χώρα μας και στην Κρήτη ειδικότερα, δε θα μπορούσε παρά να "χτυπά" και στο νησί.

Ο μέσος άνθρωπος ταυτίζει την κατάθλιψη με το αίσθημα της απογοήτευσης, της απαισιοδοξίας και της δυσλειτουργικότητας, τα οποία εμφανίζονται περιοδικά σε κάθε άνθρωπο. Ωστόσο, όταν τα συμπτώματα αυτά παραμένουν και μάλιστα για ένα διάστημα μεγαλύτερο του ενός μήνα, τότε η κατάθλιψη γίνεται ορατή. Ειδικά σε περιόδους κρίσης, τα κρούσματα κατάθλιψης πληθαίνουν, αφού ο κίνδυνος απώλειας της εργασίας ή ένα γενικευμένο άγχος, σε συνδυασμό με την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, μπορούν να οδηγήσουν τον άνθρωπο στην κατάθλιψη.

Η εφημερίδα "Νέα Κρήτη" επικοινώνησε με έναν ψυχίατρο και έναν ψυχολόγο με μακρά θητεία σε χειρισμό ασθενών με κατάθλιψη, ώστε να μας διαλευκάνουν το φαινόμενο της κατάθλιψης και να μας εξηγήσουν εάν έχουν αυξηθεί τα κρούσματα στις μέρες μας, με την οικονομική κρίση να είναι εμφανής.

«Η κατάθλιψη είναι ένα βιο-ψυχοκοινωνικό φαινόμενο. Υπάρχει βιολογική, κοινωνική και ψυχολογική διάσταση. Η βιολογική συνδέεται με τα γονίδια και την κληρονομικότητα, γεγονός που κάποιοι είναι περισσότερο ευάλωτοι ώστε να νοσήσουν από κατάθλιψη. Υπάρχουν οι ψυχολογικοί παράγοντες που σχετίζονται με τα ψυχοτραυματικά γεγονότα, αλλά και το οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο έχουμε μεγαλώσει κ.τ.λ. Υπάρχουν και κοινωνικοί παράγοντες, όπως η ανεργία ή μη εξασφάλιση των "προς το ζην" και της οικογένειας. Είναι πολυπαραγοντική νόσος», είπε ο Αλέξανδρος Βγόντζας, καθηγητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης και διευθυντής της Ψυχιατρικής Κλινικής του Περιφερειακού Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου.

Όσον αφορά στη συσχέτιση κατάθλιψης-οικονομικής κρίσης, ο κ. Βγόντζας ανέφερε: «Σαφέστατα υπάρχει συσχέτιση οικονομικής κρίσης-κατάθλιψης, πράγμα που δείχνουν, χωρίς να βάλω νούμερα, και τα δεδομένα της κλινικής μονάδας. Αυτό που πρέπει να σημειωθεί εδώ είναι ότι η τοπική κοινωνία έχει τους δικούς της θεσμούς, να υποστηρίζει το ένα μέλος το άλλο. Έχει μηχανισμούς ενδογενείς, όπως η οικογένεια και η γειτονιά, που βοηθούν το άτομο, πράγμα που δε συμβαίνει σε πολυπληθείς κοινωνίες και πολιτείες, όπως τις ΗΠΑ. Και αυτό είναι ένα θετικό στοιχείο των μικρών κοινωνιών».

Ο κ. Βγόντζας υποστήριξε, επίσης, ότι υπάρχει αύξηση των φαινομένων του αυτοκτονικού ιδεασμού, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι υπάρχει αύξηση στις αυτοκτονίες.

Τα συμπτώματα

Όσον αφορά στα συμπτώματα του καταθλιπτικού επεισοδίου, ο κ. Βγόντζας είπε: «Ο άνθρωπος αισθάνεται κακόκεφος, δεν έχει όρεξη, κλαίει πιο πολύ και δραστηριότητες που τον ευχαριστούσαν δεν τον ευχαριστούν πλέον. Εάν αυτά τα συμπτώματα διαρκούν για 2-3 μέρες, αυτό δε λέγεται κατάθλιψη. Εάν, όμως, διαρκούν για πάνω από ένα μήνα, σε συνδυασμό, επομένως, με το αίσθημα της δυσφορίας και της δυσλειτουργίας, τότε μιλάμε για κατάθλιψη».

Ο ίδιος κατέληξε λέγοντας: «Η κλινική κατάθλιψη απαιτεί αντιμετώπιση από τους εντεταλμένους θεραπευτές, όπως ψυχολόγοι και ψυχίατροι. Η κλινική κατάθλιψη απαιτεί επίσκεψη σε ανθρώπους που ξέρουν να κάνουν αυτή τη δουλειά. Δεν είναι μόνο η φαρμακευτική αγωγή και η ψυχοθεραπεία, αλλά και η δημιουργία ενός κοινωνικού πλέγματα στήριξης, ώστε να βοηθήσει τον ασθενή».

«Στοιχεία, όπως η μείωση του εισοδήματος, η αύξηση της ανεργίας ή γενικότερα στοιχεία που έχουν να κάνουν με οικονομικές δυσκολίες σε επίπεδο κοινωνικό, αυξάνουν το επίπεδο συμπτωματολογίας σε καταθλιπτικά στοιχεία. Εάν μιλήσουμε με βάση την εμπειρία, η ψυχική υγεία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ισορροπία σε διάφορα επίπεδα. Ένα επίπεδο οικονομικής δυσχέρειας, που δημιουργεί δυσκολίες στον τρόπο που φέρνει τις υποχρεώσεις του εις πέρας, είναι λογικό να αναπτύξει στοιχεία ψυχοπαθολογίας της κατάθλιψης. Γενικότερα, οι έντονες οικονομικές αλλαγές και ιδιαιτέρως προς την αρνητική πλευρά ξεκάθαρα επηρέασαν τα επίπεδα θλίψης του πληθυσμού και σε κοινωνικό και σε ατομικό επίπεδο», είπε στη "Νέα Κρήτη" ο Εμμανουήλ Καργάκης, ο οποίος είναι απόφοιτος του Τμήματος ψυχολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με μεταπτυχιακές σπουδές στην Κλινική και Συμβουλευτική Ψυχολογία στο La Salle University of Philadelphia και είναι υπ. διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Tuebingen.

Ο κ. Καργάκης, μεταξύ άλλων, υποστήριξε πως «η κατάθλιψη αφορά και τα δύο φύλα. Ωστόσο, η πάθηση έχει μεγαλύτερη συχνότητα σε γυναίκες και συνδέεται κυρίως σε περιόδους όπως της εμμηνόπαυσης ή μετά την εγκυμοσύνη. Έχει παρατηρηθεί, όσον αφορά τους άνδρες, πως τα συμπτώματα της κατάθλιψης είναι πιο έντονα και πιο καταλυτικά».

Αναφερόμενος στα συμπτώματα της κατάθλιψης και του τρόπου διάγνωσης, ο κ. Καργάκης είπε: «Σε πρώιμο στάδιο, εντοπίζουμε αλλαγές στις σωματικές και καθημερινές λειτουργίες (υπερυπνία ή αϋπνία), στις διατροφικές λειτουργίες (υπερφαγία ή αποφυγή φαγητού), σταδιακή απόσυρση από τις προσωπικές ανάγκες, όπως να μην έχουμε διάθεση για την υγιεινή μας. Επίσης, υπάρχει μια σειρά από ψυχοκοινωνικές δραστηριότητες, όπως δεν έχω διάθεση να κάνω δραστηριότητες που είχα πριν, έως το σημείο της έντονης δυσλειτουργίας, όπως να μην έχω την ικανότητα να πάω στο σχολείο ή στη δουλειά, αλλά και απόσυρση από τις κοινωνικές σχέσεις».

Ο κ. Καργάκης πρόσθεσε: «Τα πιο ανησυχητικά σημάδια είναι η έντονη απαισιοδοξία για το μέλλον και οι συστηματικές σκέψεις πλέον ματαιότητας του μέλλοντος. Για να διαγνωστεί και παθολογικά η κατάθλιψη είναι η ύπαρξη αυτοκτονικού ιδεασμού, ο οποίος συνοδεύεται με συγκεκριμένο πλάνο. Το άτομο, στην πλήρη απομόνωσή του, μιλάει πολύ πιο ανοικτά για το θάνατο, ετοιμάζει πράγματα, ενώ πολλές φορές γράφει σαν να κάνει τον απολογισμό του».

ΠΡΟΛΗΨΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Πώς μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε

Καταλήγοντας, ο κ. Καργάκης αναφέρθηκε στον τρόπο αντιμετώπισης της κατάθλιψης: «Αρχικά, η πρόληψη είναι απαραίτητη είτε με τη συμβουλή του προσωπικού μας ιατρού, είτε με την επίσκεψη σε κάποιον ψυχολόγο, ώστε να δουλέψουμε τις πηγές της έντασης και της θλίψης. Σε δεύτερο επίπεδο, το άτομο έχει αποσυρθεί αρκετά. Η χρήση ψυχοθεραπείας και φαρμακοθεραπείας είναι ο πλέον αποδεδειγμένος θεραπευτικά τρόπος. Πέρα από τη σχέση ασθενούς-ιατρού ή ψυχολόγου, είναι εξαιρετικά σημαντικά η εγρήγορση και η κινητοποίηση του περιβάλλοντος του ασθενούς, που με υπομονή και επιμονή να επαναφέρουμε τις προηγούμενες δραστηριότητές του ή να του δώσουμε ένα κίνητρο και να το βοηθήσουμε ώστε να επιλύσει τις μικρές για εμάς αλλά μεγάλες για εκείνον σκέψεις ματαιότητας. Είναι εξαιρετικά σημαντική η συμβολή του περιβάλλοντος του ασθενούς, καθώς επικρατεί αρνητισμός».

Ρεπορτάζ: Νίκος Κοσμαδάκης

Σχόλια