Ειδήσεις

Στα χέρια των απαγωγέων 36 μέρες και το φιλί του αποχωρισμού

Μία απαγωγή που έχει μείνει στην ιστορία ήταν εκείνη του Σωτήρη Σωτηρόπουλου από το λήσταρχο Λαφαζάνη. Ο Σωτήρης Σωτηρόπουλος έμεινε στην αιχμαλωσία για σχεδόν ένα μήνα.

Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ένα από τα μεγάλα προβλήματα των δημόσιων προσώπων ήταν μια πιθανή απαγωγή τους. Αυτοκίνητα δεν υπήρχαν και η αστυνομία δεν είχε εργαλεία ώστε να εξακριβώσει ποιοι ήταν οι ληστές ή οι απαγωγείς. Οι ληστές λειτουργούσαν ανενόχλητοι και συνήθιζαν να δουλεύουν από κοινού.

Έμεναν σε ορεινές και δυσπρόσιτες περιοχές. Οι ληστείες και οι απαγωγές ήταν συνήθη φαινόμενα κατά τον αιώνα αυτόν...

Μία, όμως, απαγωγή που έχει μείνει στην ιστορία ήταν εκείνη του Σωτήρη Σωτηρόπουλου από το λήσταρχο Λαφαζάνη. Ο Σωτήρης Σωτηρόπουλος έμεινε στην αιχμαλωσία για σχεδόν ένα μήνα.

Ο Σωτήρης Σωτηρόπουλος γεννήθηκε το 1820 στην Πάτρα. Σπούδασε στη Νομική Σχολή και πολύ σύντομα εκδήλωσε το ενδιαφέρον του για την πολιτική. Σε ηλικία 44 ετών διορίστηκε υπουργός Οικονομικών. Την "ηλεκτρική" καρέκλα του υπουργείου Οικονομικών την είχε και στις κυβερνήσεις του 1865, του 1870, του 1876, του 1877 και του 1888. Λόγω της εμπειρίας του στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών, κλήθηκε να αναλάβει πρωθυπουργός στις 3 Μαΐου 1893, μετά την παραίτηση του Χαρίλαου Τρικούπη, προκειμένου να σώσει τη χώρα από την επαπειλούμενη χρεωκοπία. Επίσης, ο Σωτηρόπουλος, σύμφωνα με έρευνες, ήταν από τα προβεβλημένα στελέχη του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου.

Ο Σωτηρόπουλος όμως έχει γίνει γνωστός για το γεγονός της απαγωγής του που έλαβε χώρα το 1866...

Τον Ιούλιο του 1866, ενώ το ενδιαφέρον ήταν στραμμένο στην Κρήτη που ξεσηκώθηκε και ζητούσε ένωση με την Ελλάδα, στα Φιλιατρά o υπουργός των Οικονομικών και μετέπειτα πρωθυπουργός, Σωτήρης Σωτηρόπουλος, απάγεται από το λήσταρχο Μήτσο Λαφαζάνη και παραμένει σε αιχμαλωσία επί έναν μήνα και κάτι παραπάνω. Ελευθερώνεται όταν καταβάλλονται τα λύτρα και θα γράψει μετά από χρόνια, όταν έγινε πρωθυπουργός, το 1893 (για έξι μήνες), ένα αποκαλυπτικό φυλλάδιο, με τίτλο "36 ημερών αιχμαλωσία και συμβίωσις μετά ληστών".

Η πλοκή

Στις 28 Ιουλίου του 1866 ο Σωτηρόπουλος βρισκόταν με την οικογένειά του στο αγρόκτημά του με τα 150 στρέμματα με αμπέλια, μεταξύ Φιλιατρών και Κυπαρισσίας. Μόλις βράδιασε και καθώς κάπνιζε αμέριμνος στη βεράντα της αγροικίας, εμφανίζονται μπροστά του δύο πάνοπλοι ληστές, οι Λαφαζάνης και Λύγκος, και τον υποχρεώνουν να τους ακολουθήσει στα βουνά ως όμηρος, έως ότου η γυναίκα του στείλει τις 80.000 δραχμές ως λύτρα, που ήταν η ρήτρα της απαγωγής του.

Στον ένα μήνα ομηρίας ο Σωτηρόπουλος έμαθε πολλά κοντά στους ληστές. Κρατούσαν νηστεία της Παναγίας, δεν έτρωγαν κρέας και προσεύχονταν. Μια μέρα ακούστηκαν φωνές κοριτσιών που έβοσκαν αγελάδες και ένας ληστής είπε ότι εξαιτίας των «παλιοκόριτσων» χάνονται πολλά παλικάρια. Και όταν ρώτησε πώς χάνονται, του είπαν ότι «μερικοί μασκαράδες από εμάς τους κλέφτες, που δεν μπορούν να κρατηθούν, άμα βρουν ένα κορίτσι ξεμοναχιασμένο, το ατιμάζουν. Όταν κάνεις τέτοια αμαρτία είσαι καταδικασμένος να σκοτωθείς ή να πιαστείς. Έτσι χάθηκε ο Νταβέλης, που μαγαρίστηκε με μια παλιογυναίκα. Γι' αυτό ο "Παππούς" κόντεψε να σκοτώσει έναν ληστή που "χάλασε" ένα κορίτσι. Πέσαμε και τον σώσαμε από τα χέρια του με δυσκολία! Όμως τον έδιωξε από την ομάδα και κανείς δεν τον ήθελε. Μετά από λίγο τον πιάσαν τα αποσπάσματα και τον φάγανε...».

Μόλις πήρε τα χρήματα ο Λαφαζάνης, είπε στον Σωτηρόπουλο: «Κύριε Σωτηρόπουλε, σε λίγο θα βρίσκεσαι στον κόσμο. Ας μπορούσαμε να έρθουμε κι εμείς κι ας μέναμε μ' ένα μάτι...». Φεύγοντας ο Σωτηρόπουλος, ο Λαφαζάνης έβγαλε από το σακίδιό του και του έδωσε έναν φάκελο. «Τι είναι;», ρωτά ο Σωτηρόπουλος. «Δεν είναι τίποτα, λίγα λεφτά για τα έξοδά σου μέχρι να γυρίσεις στο σπίτι σου...». Ήταν 120 δρχ. Μετά τον αποχαιρέτησε με φιλί στο στόμα, λέγοντας: «Ο Θεός να σου δώσει δεκαπλάσια απ' όσα σου πήραμε και να γίνεις ακόμα πιο σπουδαίος απ' ό,τι είσαι».

«Σκοπός τους η εκδίκησις...»

Ο αποχωρισμός έγινε με βαθιά συγκίνηση. Τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια όλων. Λες κι έχαναν έναν πολύτιμο φίλο! Όταν ο Σωτηρόπουλος γύρισε στο σπίτι του, έγραψε τις εντυπώσεις του: «Δε νομίζω ότι σκοπός τους ήτο να λάβωσι χρήματα. Όχι! Σκοπός τους ήτο να εκδικηθώσι εις το πρόσωπόν μου τους πολιτικούς εν γένει, διότι δεν έδωκαν αμνηστίαν και τους υπουργούς οίτινες τους επικήρυξαν και όρισαν αμοιβάς διά τας κεφαλάς των...».

Επιμέλεια : Νίκος Κοσμαδάκης

Σχόλια