Ειδήσεις

Το ύστατο χαίρε του Νίκου Ψιλάκη στον καθηγητή Β. Μαρκάκη

Με συγκίνηση και βαθιά νοσταλγία αποχαιρέτισε τον σπουδαίο καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης, Βαγγέλη Μαρκάκη, ο δημοσιογράφος Νίκος Ψιλάκης.

Με συγκίνηση και βαθιά νοσταλγία αποχαιρέτισε τον σπουδαίο καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης και διαπρεπούς νευροχειρουργού, Βαγγέλη Μαρκάκη, ο δημοσιογράφος Νίκος Ψιλάκης.

Ακολουθεί ο επικήδειος:

Ίσως να μην χρειάζονται σήμερα λόγια. Θα αρκούσε μια υπόκλιση μόνο. Ένας ασπασμός, ένας στοχασμός, μια θύμηση μόνο, μαζί με τα υπέροχα λόγια του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, την ποίηση που δονεί τις ψυχές μας, καταβόδιο δικό σου κι ελπίδα δική σου και δική μας μαζί. Αλλά τούτα τα φτωχά λόγια, αγαπημένε μας Βαγγέλη Μαρκάκη, δεν είναι δικά μου. Είναι όλων των φίλων σου, εκείνων που νιώθουν την ανάγκη να σου πουν ένα ύστατο χαίρε. Δύσκολος ο αποχαιρετισμός όταν ξέρεις ότι απευθύνεται στον άνθρωπο που αντροκάλεσε τον θάνατο, που πάλεψε μαζί του για να προσφέρει στους άλλους ζωή. Δεν κυλούν οι λέξεις. Είναι που σε τέτοιες στιγμές συνηθίζεται να λέγονται λόγια μεγάλα.

Υπερβολές που δεν πείθουν κανέναν, μήτε καν εκείνον που τις εκφέρει. Μα, σήμερα; Σήμερα νομίζω πως αντιστρέφονται οι όροι. Κι οι λέξεις δεν φτάνουν. Ό,τι και να ειπωθεί θα 'ναι λίγο. Ποια λέξη μπορεί να χωρέσει το μέγεθος της αγάπης και της ανιδιοτελούς προφοράς; Το μεγαλείο της ζωής; Της ζωής που εσύ, Βαγγέλη Μαρκάκη, υπηρέτησες με πάθος και δόξασες.

Σε γνωρίσαμε όταν είχες πια διαγράψει ένα μεγάλο μέρος της πορείας σου, της επιστημονικής και της ανθρώπινης. Μέχρι τότε ακούγαμε μόνο για κάποιον Κρητικό, κάποιον Έλληνα, που διέπρεπε σε ξένους τόπους, στην κορυφή της επιστήμης. Κι όταν κάποτε βρεθήκαμε κοντά σου, νιώσαμε την αύρα της μεγαλοφυΐας.

Ο νευροχειρουργός που μπορούσε να διεισδύει με απίστευτη άνεση στο άδυτο, στο πιο λεπτό και πιο δυσπρόσιτο μέρος της ύλης, εκεί απ' όπου πηγάζει ο στοχασμός και πλάθεται τ' όνειρο - ή, καλύτερα, εκεί που η ύλη ακουμπά το πνεύμα, στον εγκέφαλο του ανθρώπου - αυτός ο στιβαρός επιστήμονας γινόταν ένας κοινός, κοινότατος άνθρωπος. Ή, μάλλον, ένα παιδί. Ένα παιδί που σιχαινόταν τον στόμφο, τη μεγαλοστομία, την έπαρση. Ένα παιδί που γελούσε. Ένα παιδί που μετέδιδε γενναιόδωρα τη χαρά της ζωής. Ίσως επειδή ήξερε ν' αξιολογεί και να θάλπει το θαύμα, το μέγα θαύμα που λέγεται ζωή.

Θυμούμαστε σήμερα εκείνη τη χαλκογραφία στο σπίτι σου. Συμπαθές έργο, αλλά χωρίς τη δεξιότητα του μεγάλου καλλιτέχνη. Μάλλον λαϊκίζουσα θα τη λέγαμε. Την είχες αναρτήσει ανάμεσα σε σπουδαία έργα τέχνης. Απορούσαμε μέχρι που μάθαμε ότι ήταν ένα από τα ελάχιστα δώρα που δέχτηκες ποτέ.

Το ξαναλέω: ένα από τα ελάχιστα δώρα που δέχτηκες ποτέ ως γιατρός. Ήταν έργο ενός απλού ανθρώπου. Λίγους μήνες πριν του είχες αφαιρέσει το ήμισυ περίπου του εγκεφάλου για να τον κρατήσεις στη ζωή. Κι όχι μόνον τον κράτησες, αλλά του ενέπνευσες σιγουριά, βεβαιότητα. Με λίγα λόγια: του μετάγγισες δύναμη. Από τη δική σου!

Ο άνθρωπος αυτός μπορούσε όχι μόνο να ζει, αλλά και να δημιουργεί έργα τέχνης. Ίσως ένας τέτοιος πίνακας να αξίζει περισσότερο, όχι στο εφήμερο ανθρώπινο χρηματιστήριο της τέχνης, αλλά στο μεγάλο χρηματιστήριο της ζωής. Και του ήθους.

Αναρωτηθήκαμε πολλές φορές τι ήταν εκείνο που σ' έκαμε ν' αφήσεις πίσω μια τόσο θαυμαστή πορεία ως κορυφαίος της πιο λεπτής επιστήμης και να έρθεις εδώ, σ' ένα σχετικά καινούργιο Πανεπιστήμιο.

Σε ρωτήσαμε κιόλας. Απάντηση δεν έδωσες. Μα, γνωρίζαμε. Η ανάγκη να συναντήσεις τις ρίζες σου, να βάλεις ένα αγκωνάρι στο κτήρι που λέγεται πατρίδα. Μια πατρίδα που κάποτε, στα χρόνια της Χούντας, σου είχε στερήσει ακόμη και το δικαίωμα να λέγεσαι παιδί της.

Κανείς μας δεν ήξερε ότι σου είχαν αφαιρέσει την ελληνική ιθαγένεια, ένας μόνο, ο αγαπημένος φίλος που φρόντισε κάμποσα χρόνια μετά, ως ανώτερος λειτουργός, ν' απαλειφθεί μια επαίσχυντη απόφαση που θύμιζε ύβρη? ο πρέσβης Γιάννης Βάββας. Μα κι εκείνος δεν το είπε ποτέ. Ούτε η πιστή σου συντρόφισσα, η Πέτρα, το είπε. Το μάθαμε μόνο χτες, Βαγγέλη Μαρκάκη.

Ήταν τα χρόνια που εσύ ταξίδευες από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη, τότε που τα έκπληκτα μάτια των γιατρών μιας ισλαμικής χώρας έβλεπαν τον μαέστρο του χειρουργείου, εσένα Βαγγέλη, να σταυρώνει το νυστέρι του πρώτα και μετά να κάνει τομές. Κανείς δεν μιλούσε. Γνώριζαν πως εσύ, ο ανυποχώρητος μα κι ευπροσήγορος συνάμα, δεν μπορούσες ν' απαρνηθείς μήτε ένα δράμι από την ταυτότητά σου. Γνώριζαν ακόμη, πως κι εσύ σεβόσουν τη δική τους ταυτότητα.

Όχι δεν το έκανες για το φαίνεσθαι, δεν ήσουν εσύ του φαίνεσθαι, δεν προκαλούσες. Κι αν πέρασες ώρες ατέλειωτες μέσα σε αποστειρωμένα χειρουργεία, διασχίζοντας διαρκώς τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, κι αν πέρασες μια ζωή παλεύοντας με το άπιαστο, ακουμπώντας το άπιαστο, κι αν έδωσες μάχες αγγίζοντας το μεταίχμιο της ανθρώπινης δυνατότητας, ήταν για να διδάξεις πως τα όρια υπάρχουν για να ξεπερνιούνται? ακόμη κι όταν πάλευες μέσα σ' εκείνον τον απέραντο γαλαξία των νευρικών κυττάρων μοχτώντας να συμπληρώσεις το θαύμα. Ήταν που ήξερες πρώτος εσύ, ο μύστης του άδηλου, την αξία της ζωής. Της κάθε ζωής.

Είναι τούτες οι μεγάλες στιγμές της επιστήμης. Είναι το ήθος που δεν συμβιβάζεται, η γνώση που δεν τελειώνει, το παράδειγμα που γίνεται διδαχή για τους άλλους.

Τι ήταν η ζωή σου, λοιπόν; Μήπως ένας ύμνος στο θαύμα; Που θα πει: ένας ύμνος στη ζωή. Γιατί, το ξέρομε δα κι εμείς όλοι, είναι φορές που οι ύμνοι δεν γράφονται μήτε με λόγια μήτε με νότες. Ίσως να γράφονται με νυστέρια. Ίσως να γράφονται μόνο την άγια στιγμή που μερικοί ταγμένοι καταφέρνουν ν' αγγίξουν το θείον. Κι αυτό το άγγιγμα που δεν μπορεί να γίνει μόνο με την κατάκτηση της γνώσης. Χρειάζονται κι άλλα πράγματα, κι άλλα πολλά. Ξέρεις εσύ, Βαγγέλη Μαρκάκη.

Σχόλια