Ειδήσεις

Ο συγγραφέας που έκανε γνωστή τη Κρήτη στα πέρατα του κόσμου

Νίκος Καζαντζάκης, ο διανοούμενος ταξιδευτής που έκανε γνωστό το νησί της Κρήτης στα πέρατα της οικουμένης.

Σκέψεις για τον Νίκο Καζαντζάκη... Ως πρωθύστερο τούτου θέλω να σας μεταφέρω την αγάπη και την εκτίμησή μου για έναν άνδρα γενναίο και ελεύθερο, που είχε το σθένος να κατευοδώσει τελευταίος το μεγάλο νεκρό κάτω από τις γνωστές κακές συνθήκες: τον ιερέα πατέρα Σταύρο Καρπαθιωτάκη.

Με τον Νίκο Καζαντζάκη γνωρίστηκα στις 5 Νοεμβρίου 1957, ημέρα της κηδείας του, την ημέρα του μεγάλου αποχαιρετισμού από το Μεγάλο Κάστρο.

του Νίκου Σεβρισαριανού

Μικρό παιδί τότε, από το μπαλκόνι του σπιτιού μου, στην οδό 1866, γέμισαν τα μάτια μου από το ποτάμι του κόσμου, που βουβό ανέβαινε το δρόμο πηγαίνοντας στο Μαρτινέγκο, και μπροστάρης να κείτεται πάνω στην άμαξα ο καπετάν Καζαντζάκης, ο καπετάνιος που έγραφε και τα δάχτυλά του «αιματώνουνται» αλλά «δεν μελανώνουνται», γιατί είχε ψυχή, όπως έλεγε, και δίπλα του ο στρατιωτικός παπα-Σταύρος, που αργότερα έμελλε να είναι ο πνευματικός που συνέδραμε να μάθω να ζω και να αγαπώ, να μη φοβάμαι το θάνατο.

Θαμπωμένος ρώτησα τον πατέρα μου τι συνέβαινε. Η απόκρισή του χαράχτηκε βαθιά μέσα μου: «Σήμερα το απόγευμα αποχαιρετάμε ένα μεγάλο άνδρα που αγάπησε τη ζωή, αγάπησε τον άνθρωπο, αγάπησε την ευθύνη - έναν πολεμιστή που έζησε ελεύθερος χωρίς να φοβάται». Αργότερα στην εφηβεία μου με μάθανε πως το δάσκαλο αυτό, σαν αντράκι, πρέπει να τον επισκέπτομαι πριν από κάθε άλλο και να αποτίνω φόρο τιμής.

Στις εφηβικές και νεανικές υπαρξιακές μου αναζητήσεις με συντρόφεψε ο Καζαντζάκης αρχικά με το κορυφαίο έργο του, τον "Καπετάν Μιχάλη".

Με έμαθε πως το καλύτερο πρότυπο στη ζωή μου πρέπει να είναι αυτός που ξέρει να αγαπά τον άνθρωπο, να είναι ελεύθερος, να είναι δυνατός και να ανοίγει με τα δύο του δάχτυλα το ποτήρι της ρακής, να έχει αξιοπρέπεια, να ξέρει πως πάντα επικρατεί το καλό, να είναι ηθικός, να ξέρει να πολεμά, να ξέρει πως πριν φύγει από τη γη πρέπει να αφήσει ένα παιδί, να μην ελπίζει φρούδα, να έχει ζήσει με όλα αυτά και για αυτό να μη φοβάται, να μη φοβάται και το θάνατο γιατί πάλεψε στο μαρμαρένιο αλώνι για την ελευθερία... Δεν ξέρει αν νίκησε, είναι όμως ελεύθερος.

Αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά ότι οι "Λάιονς" μαχόμαστε για την προσφορά, αλλά και για να αφήσουμε πριν φύγουμε ένα παιδί. Αγαπάμε την ευθύνη, λέμε πως θέλουμε να σώσουμε τη Γη, και πως αν δε σωθεί εμείς θα φταίμε, κατά τη ρήση του Νίκου Καζαντζάκη.

Τα πρώτα βήματα

Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στα 1883. Ήταν η εποχή των ηρωικών κρητικών αγώνων, που εκδηλώνονταν σαν ένας πόνος και σαν ένα πάθος ακοίμητο για τη λύτρωση, που θα ήταν η λευτεριά. Η οικογένειά του κυνηγήθηκε κατά τον ξεσηκωμό και αναγκάστηκε να καταφύγει στη Νάξο. Εκεί, ο δεκατετραετής Νίκος έμαθε τα Γαλλικά και τα Ιταλικά, στη Φραγκιστανική Γαλλική Εμπορική Σχολή του "Τιμίου Σταυρού".

Αυτό ήταν το πρώτο και ίσως το πιο αποφασιστικό πήδημα της πνευματικής του ζωής. Άνοιξε μπροστά του ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός, που, σε συνδυασμό με τον πολιτισμό της Κρήτης, συνέβαλε στη δημιουργία και τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του. Όταν πια επέστρεψε στο Ηράκλειο, είχε την αξία των ξένων γλωσσών σαν φωτεινό παράθυρο. Είχε αρχίσει η μύησή του στο σύγχρονο πλατύτερο κόσμο.

Τις πανεπιστημιακές του σπουδές τις τελείωσε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ως «διδάκτορα στα Νομικά», πλέον, τον έστειλαν στο Παρίσι για ευρύτερες σπουδές. Εκεί η κλίση του μάλλον τον παρακίνησε προς τη σκέψη και την τέχνη, παρά προς τα τυπικά νομικά και το δίκαιο. Εκεί λοιπόν (1907) βρίσκεται στην εποχή που αναζητά τον οριστικό προσανατολισμό του. Όμως, τίποτε δε "ρίζωσε" κάτι βαθιά στο πνεύμα του, για να αποκτήσει τελικά συνοχή και οργανικότητα. Έμεινε πάντοτε ένας "διαθέσιμος".

Από το 1910 εγκαθίσταται στην Αθήνα. Ζει από μεταφράσεις ξένων έργων, ανάμεσα στα οποία θα θυμηθούμε του Νίτσε "Η γέννηση της τραγωδίας" (1912) και "Τάδε έφη Ζαρατούστρα" (1913), όπως και του Η. Bergson "Το γέλιο". Ο πρώτος τού δίνει την εσωτερική ώθηση για το κυνήγημα ενός "υπερανθρωπισμού", την ανάγκη να διαμορφώσει μια ανώτερη ηγετική προσωπικότητα. Ο δεύτερος τού μιλάει για την αξία της ελευθερίας, για το αυθόρμητο ξέσπασμα των ορμών και την αξία αυτού του αυθορμητισμού, στη διαμόρφωση μιας αυτόνομης προσωπικότητας.

Ο Νίτσε, αναλυτικότερα, τον δίδαξε την "Προμηθεϊκή" αντίσταση κατά του μοιραίου, την ανάγκη να ξεπεράσει ο άνθρωπος τη Φύση, ξεπερνώντας τον εαυτό του, μέσα από σκληρές δοκιμασίες, μέσα από τη θυσία. Να φτάσει το υπεράνθρωπο στοιχείο, υποδεικνύοντας την ανάγκη να πολεμηθεί η μετριότητα και ο ανθρώπινος μέσος όρος. Ο Νίτσε υπήρξε για τον Νίκο Καζαντζάκη ένα απαραμέριστο υπόδειγμα έντονης ζωής.

Ο H. Bergson άνοιξε τη διάνοιά του σε άλλους δρόμους. Τον δίδαξε ότι ο εσωτερικός μας κόσμος και η συνείδηση ευρίσκονται σε μια αδιάλειπτη ροή, ελεύθερη και δημιουργική, μέσα από την οποία διαπλάθεται η προσωπικότητά μας. Αυτή είναι η έννοια της "διαθεσιμότητας" την οποία διέκρινε σαν πνευματικό υπόστρωμα στο έργο του Α. Gide και ειδικά στον "Οιδίποδα Τύραννο". Αυτή η "διαθεσιμότητα" είναι η βασική αιτία που θα κάνει τον Νίκο Καζαντζάκη να πάει να ζήσει στο Παρίσι και στη Γερμανία (1918-1939).

Το 1914 γνωρίζεται με τον Άγγελο Σικελιανό, ψυχή συνεπαρμένη από οράματα, όπως εκείνο της "Δελφικής ενότητας του κόσμου". Ήταν μια αμοιβαία, αν όχι επίδραση, ανταλλαγή ιδεών. Ο Καζαντζάκης ήταν προφήτης και θέλησε να γίνει ποιητής. Ο Σικελιανός ήταν ποιητής και θέλησε να γίνει προφήτης. Ο Σικελιανός βρήκε τη σωτηρία του, γιατί νόμισε πως τη βρήκε, και ο Καζαντζάκης βρήκε τη σωτηρία του γιατί ξέρει πως σωτηρία δεν υπάρχει. Μαζί περιοδεύουν για σαράντα μέρες στο Άγιο Όρος, ψάχνοντας για ένα νόημα του Κόσμου και του Ανθρώπου. Σε λίγο θα ομολογήσει πως δεν την μπορούσε αυτής της μορφής την Ασκητεία. Μετά πήγαν στα Ιεροσόλυμα και στο Σινά με ανάλογο ενδιαφέρον.

Το 1915-1918 μοιράζει το όνειρό του μεταξύ Ελλάδας και Ελβετίας, διαβάζοντας Νίτσε και Τολστόι. Στον Τολστόι βλέπει τον άνθρωπο που πήγε να ιδρύσει θρησκεία, αλλά δεν το κατάφερε και έτσι εκφράστηκε μόνο με το μυθιστόρημα και την τέχνη.

Στις 12 Σεπτεμβρίου του 1915, γράφει τη μυστική φράση: «Όλο μου το έργο devise (=έμβλημα) και σκοπό θα έχει come l' uom s' etterna (πως ο άνθρωπος αθανατίζεται). Εκεί κατέληξα»!

Αυτή η φράση μού έδωσε την ευκαιρία να σκεφτώ τον Οδυσσέα στ' ομώνυμο έργο του. Αντί να τον αφήσει όπως ο Όμηρος στην Ιθάκη, όπου είχε επιστρέψει μετά από τόσες περιπέτειες, τον βάζει όπως ο Dante (Δάντης) να την εγκαταλείψει. Να ξαναρχίσει την αναζήτησή του για μια ολοκληρωμένη γνώση. Στην πραγματικότητα, όπως παρατηρεί ο καθηγητής Σταύρος Πάνου, «ο "Οδυσσέας"» του είναι «ένας νέος Οδυσσέας που δε φτάνει ποτέ στην Ιθάκη, όχι γιατί δε θέλησε, αλλά γιατί δεν κατόρθωσε να τη βρει».

Τον Ιούλιο του 1919, επί Ελ. Βενιζέλου, διορίζεται γενικός διευθυντής στο υπουργείο Κοινωνικής Περιθάλψεως και ως αρχηγό αποστολής τον στέλνουν στον Καύκασο, για να μεριμνήσει στον επαναπατρισμό 150.000 Ελλήνων. Γρήγορα, ωστόσο, παραιτείται από τη δημοσιοϋπαλληλική του καριέρα.

Το 1922 εγκαθίσταται στο Βερολίνο, όπου εβίωσε τη θολή και αδιαμόρφωτη "ανησυχία" των νέων καιρών. Εκεί γνωρίζεται με ένα κύκλο Πολωνοεβραίων, ενώ η γνωριμία του με τη Rahil Lipstein συγκλονίζει το συγγραφέα, κι η μορφή της παρουσιάζεται στο έργο του άλλοτε σαν πρόσωπο της φαντασίας και άλλοτε σαν απεικόνιση ενός ιδεολογικού λόγου και διαλόγου.

Στις αρχές του 1923 γράφει στον Αγγ. Σικελιανό «οι δρόμοι μας πια αλλάζουνε». Τότε ακριβώς γεννιέται μέσα του από παλαιά βουδιστικά ξεκινήματα το πρόβλημα της ανθρώπινης ζωής. Μα έχει η χαοτική ζωή επιτέλους ένα σκοπό; Ή είναι μια άσκοπη δραστηριότητα, με σκοπό τη μεταμόρφωση του ανθρώπου, από βιολογική και υλική ουσία, σε πνευματική; Η θεοποίηση του ανθρώπου; Η σωτηρία του Θεού επιτελείται μέσα από την πνευματοποίηση του ανθρώπου; Τα προβλήματα αυτά ανέλαβε να μελετήσει γράφοντας την "Ασκητική" του, μέσα από την οποία αφήνει ελεύθερες, μετουσιωμένες, αιώνιες σκέψεις και ιδέες, όπου λέει ο Καζαντζάκης:

«...έτσι δουλεύοντας τα φαινόμενα, πληθαίνουμε, πλαταίνουμε την ουσία...».

Και έπειτα:

«...Μα κινήσαμε από ένα χάος παντοδύναμο, από μιαν αξεδιάλυτη, πηχτή, φως και σκοτάδι άβυσσο. Και μαχόμαστε όλοι, φυτά, ζώα, άνθρωποι, Ιδέες στο λιγόστιγμο τούτο διάβα της ατομικής ζωής, να ρυθμίσουμε εντός μας το Χάος, να λαγαρίσουμε την άβυσσο, να κατεργαστούμε μέσα στα κορμιά μας όσο πιότερο σκοτάδι μπορούμε, να το κάνουμε φως...».

Για τον Καζαντζάκη, κάθε κορμί, κάθε ψυχή, είναι ένας Άγιος Τάφος. Είναι το μυαλό, που μέσα του κείτεται ο Θεός. Η προσευχή του ανθρώπου προς τον Θεό δεν πρέπει να είναι κλαψούρισμα ζητιάνου, ούτε και ερωτική εξομολόγηση, αλλά ούτε και ταπεινός απολογισμός εμποράκου, "σου έδωσα για να μου δώσεις". Αυτή είναι και η άποψη του Καντ. Η προσευχή κατά τον Καζαντζάκη πρέπει να είναι αναφορά στρατιώτη σε στρατηγό. Γιατί, κατ' αυτόν, όλοι οι άνθρωποι είναι στρατευμένοι στην υπηρεσία του Θεού, για μια αέναη μάχη προς τα πάνω, προς το φως. Για να μπορεί κάθε άνθρωπος να είναι ελεύθερος, θεωρώντας ότι έχει κάτι από τη θεϊκή πνοή και ουσία. Ολιγωρώντας, καταφέρνουν οι άνθρωποι καίρια πλήγματα, όχι μόνο εναντίον του εαυτού τους, αλλά και του Θεού, που κατοικοεδρεύει μέσα τους. Γι' αυτό ο Θεός του Καζαντζάκη είναι θαμμένος μέσα σε έναν Άγιο Τάφο. Γιατί κάθε κορμί, κάθε ψυχή, είναι Άγιος Τάφος.

Και συνεχίζει να λέει, εκτρέποντας το φιλοσοφικό του λόγο σε λογοτεχνικό:

«...η αγάπη μας είναι τραχιά, καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι με τον Θεό, πίνουμε το ίδιο κρασί, στη χαμηλή τούτη ταβέρνα της Γης...». Προσδιορίζει την αγάπη ως το συνδέοντα κρίκο μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Μας δείχνει την κλίμακα προς τον Ουρανό. Η θεϊκή Αγάπη είναι η υπέρτατη προσφορά του απείρου προς το πεπερασμένο.

Και αναρωτιέται συνεχώς: «Ποια είναι η ουσία του Θεού μας;». Δε ματαιοπονεί σε οντολογικές αναλύσεις για τη Θεϊκή Ουσία. Ευθέως καταφεύγει στις αρχέγονες συνειδησιακές εντυπώσεις του λυκαυγούς του ανθρωπίνου σώματος.

Γι' αυτό και απαντάει: «Ο αγώνας για την ελευθερία». Εδώ διαφαίνεται το κυρίαρχο στοιχείο της σκέψης του. Είναι η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, αφού, κατ' αυτόν, η ελευθερία συνιστά την πεμπτουσία του Θεϊκού ΕΙΝΑΙ. Ναι!!! Ο Θεός είναι ελεύθερος κάθε προκαθορισμού!!!

Ταυτόχρονα, αναγορεύει την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ως την ευγενέστατη κατάσταση της ανθρωπινότητάς μας. Είναι δηλαδή η ελευθερία το μέτρο και της δικής μας Ουσίας.

Και το πουλί δε σταματάει να πετάει. Στην Ισπανία, στην Ιαπωνία, στη Κίνα και μετά πάλι στην Ισπανία (1936), παρακολουθεί τον εμφύλιο, για τον οποίο γράφει τις πολεμικές του εντυπώσεις, στο βιβλίο του με τίτλο "Ισπανία".

Στη συνέχεια, φτάνει στην πρωτεύουσα της Αιγύπτου. Μαγικός χώρος και μυθολογικός. Αντικρίζει το φαραωνικό πολιτισμό να ψυχομαχεί. Και ο "Οδυσσέας", σαν άλλος Ζαρατούστρα, αποτραβιέται και στοχάζεται εκεί τη νέα Ζωή. Οραματίζεται το Εγώ, την Ανθρωπότητα, τη Γη, το Θεό, σαν την κορυφή της πολιτείας που ονειρεύεται. Στο τέλος, όμως, αναφέρει ότι η Πολιτεία δεν κτίζεται από ιδέες, αλλά από λάσπη.

Σ' αυτή την περίοδο ο "Οδυσσέας" του μπαίνει στη δεύτερη άσκησή του. Προφητικά αναφέρει: «Μήτε Θεός υπάρχει πια, μήτε Αρετή, μήτε δίκαιο. Τίποτε δεν υπάρχει, ούτε ελπίδα, ούτε φόβος». Τώρα ο "Οδυσσέας" του είναι ώριμος να παίξει με τη ζωή και το στοχασμό, το ελεύθερο παιχνίδι της τέχνης (Ζορμπάς). Γιατί εδώ ο Καζαντζάκης συμπεραίνει ότι ο άνθρωπος είναι ένα oν, εκ γενετής δοσμένος στο πνεύμα το σατανικό, στην καταστροφή και την έλλειψη σκοπού. Ως εξήγηση για την κακότητα που απέδωσε στις μορφές της "Οδύσειας" είναι ότι στις ταξιδιωτικές του περιπλανήσεις οι άνθρωποι δε βρέθηκαν και τόσο αγγελικοί μαζί του. Η "Οδύσεια" είναι η ζοφερή εικόνα της παρακμής της Δύσης, όπως την είδε ο Spengler, ενώ η "Ασκητική" του ήταν μια θέαση εξωτερική, μα και εσωτερική του κόσμου, πλήρης, αναζητώντας την καμπύλη εκείνη που θα ενώσει τη Γη με τον Ουρανό.

Οι άνθρωποι της "Οδύσειας" είναι οι καταραμένοι, κάτι σαν εκείνους που τραγούδησε ο Villon, χωρίς πίστη και νόμο... είναι πεθαμένοι πριν πεθάνουν. Ο μελετητής της "Οδύσειας" ζει με τους συμβολισμούς που μας δίνει ο συγγραφέας στους 33.333 στοίχους της. Η επανάληψη του αριθμού "τρία", σύμβολο της τριάδας, επί πέντε φορές, μπορεί να έχει κάποια μυστική σημασία που να θέλει να μας τη μεταδώσει. Στο έργο του "O Χριστός ξανασταυρώνεται", θυμίζει τον ίδιο τον Καζαντζάκη και τη Rahil, που για να γίνει τελικά υψηλό σύμβολο άρχισε πρώτα από την αλήθεια της απόκρυφης ατομικής του ζωής. Άλλωστε ο ίδιος μας το λέει στην "Ασκητική" του, πως αγνότητα, αγιότητα, είναι η μετουσίωση των ορμών της ζωής σε πνεύμα και πως η σωτηρία και η λύτρωση του ανθρώπου αρχίζει από την προδοσία του σωματικού ανθρώπου.

Στην "Αναφορά στον Γκρέκο" είχε γράψει: «...ξέρω καλά πως ο θάνατος δε νικιέται, μα η αξία του ανθρώπου δεν είναι η Νίκη, παρά ο αγώνας για τη Νίκη...».

Βραβεία και... επικρίσεις: Ζωή γεμάτη αντιθέσεις

Τελειώνοντας, θα πω συνοπτικά και κωδικοποιημένα ορισμένα χαρακτηριστικά για τη ζωή του και το έργο του.

- Η ζωή του ήταν γεμάτη αντιθέσεις. Είχε χαρές, επαίνους και βραβεία (όπως το βραβείο της "Ειρήνης"), αλλά και βαριές κατηγορίες που του στοίχισαν ώστε να μην πάρει το Νόμπελ Λογοτεχνίας και να μη γίνει ακαδημαϊκός.

- Άκουσε επικρίσεις, ακόμα και βρισιές. Οι παλαιοημερολογίτες τον αφόρισαν και για ορισμένα βιβλία του, ενώ το Βατικανό και η Ιερά Σύνοδος της Ελλάδος εμπόδισαν την κυκλοφορία τους - ιδιαίτερα το τελευταίο του, "Ο τελευταίος πειρασμός" (1955).

- Οι κριτικοί, όπως είναι φυσικό, τον υποδέχτηκαν με διιστάμενες απόψεις. Άλλοι τον ανέβαζαν στα επουράνια κι άλλοι τον έθαβαν στα τάρταρα. Εδώ οι υπερβολές δεν έλειψαν και από τις δύο πλευρές.

- Οι συντηρητικοί τον χαρακτήρισαν «κομμουνιστή». Όμως όταν πρωτοπαρουσίασε την "Ασκητική" του, οι κομμουνιστές τον αντιμετώπισαν με ειρωνεία και επικριτικά σχόλια.

- Οι πολλοί τον κατηγόρησαν ότι ήταν άθεος και ότι προσπάθησε να πλάσει έναν ανθρώπινο Θεό, τον δικό του.

- Τα διάφορα είδη γραφής και οι εκφράσεις του ήταν πολύπλευρα και πληθωρικά, περιείχαν όμως και διασπαστικά στοιχεία. Αναζητούσε την ενότητα, προσπαθώντας να σμίξει Χριστό, Βούδα και Λένιν.

- Επικρίθηκε ακόμα ότι η γλώσσα που χρησιμοποιεί δεν είναι ανεκτή και ευχάριστη. Η απάντησή του ήταν ότι «εγώ δε χρησιμοποιώ ιδιωματισμούς», όλες αυτές οι λέξεις είναι πανελλήνιες. Σημειώνει δε, εν προκειμένω, η Έλλη Αλεξίου ότι η συστηματική καταγραφή ιδιωματισμών απ' όλα τα μέρη της Ελλάδος γίνονται απ' τον Καζαντζάκη «γιατί πίστευε πως η γλώσσα πρέπει να πλουτίζεται με τις κυριολεξίες, αδιάφορο αν μιλιούνται μόνο σε περιορισμένες περιοχές».

- Σε όλες όμως τις επιθέσεις εναντίον του δεν αντιδικούσε. Σε μία από τις πολλές εκδηλώσεις που έγιναν για το "Έτος Καζαντζάκη", μου έκανε εντύπωση ένα ανώνυμο κείμενο, στο οποίο μεταξύ των άλλων αναφέρονται και τα εξής: «Δεν υπάρχει άλλος Νεοέλληνας συγγραφέας που να έχει τόσο πολύ υβριστεί, προπηλακιστεί, διαβληθεί, συκοφαντηθεί, για διάφορα ζητήματα, όπως ο Ν. Καζαντζάκης. Ουδένα αυτός ο άνθρωπος έβλαψε... σαν να τον είχαν βάλει κάτω από μικροσκόπιο. Και έβλεπαν ό,τι ήθελαν να βλέπουν και έλεγαν ό,τι ήθελαν να πουν...».

Έφυγε από τη ζωή σαν βασιλιάς, που «έφαγε ήπιε, μα δε χόρτασε».

Μεγάλε Ασκητή!!! Λυτρωμό του Ανθρώπου αναζητούσες ψάχνοντας και για το δικό σου...

Στα φαράγγια της ψυχής μας, η κραυγή σου γκρεμίζεται και, ύστερα, στον Ουρανό ακουμπά τον αντίλαλό της, στην απειρία του σύμπαντος σπέρνει:

«Ένας κύκλος είναι η λύτρωση. Κλειστόν!».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Έλλη Αλεξίου: "Άπαντα", "Για να γίνει μεγάλος".

Νίκος Καζαντζάκης: "Οδύσεια".

Νίκος Καζαντζάκης: "Ασκητική".

Γιάννης-Μάριος Κολιόπουλος: «Ταξιδευτές με τον "Δυσέα" Νίκο Καζαντζάκη».

Κυριάκος Μητσοτάκης: "Ο Καζαντζάκης μιλάει για Θεό".

Πέτρος Σπανδωνίδης: "Νίκος Καζαντζάκης, ο γιος της ανησυχίας".

Γεώργιος Π. Σταματίου: "Καζαντζάκης, ένας αξεδίψαστος της ελευθερίας".

Σχόλια