Ειδήσεις

Οι δύο Κρητικές που άγγιξαν τη «μαγεία» του εθελοντισμού

Στην εποχή της κρίσης, της αλληλεγγύης, της ανθρωπιάς και της "απανθρωπιάς", του "εγώ" και της κρίσης αξιών, υπάρχουν εκείνοι οι άνθρωποι που, χωρίς να φαίνονται, "υφαίνουν" γύρω μας τον "ιστό" της αγάπης.

Άνθρωποι της διπλανής πόρτας που μπορεί να μη γνωρίζουμε, να μη λέμε ούτε καλημέρα κι όμως εκείνοι να μας ξέρουν, να ακούν και να βλέπουν τις αγωνίες μας και να τρέχουν για μας όταν χρειαστεί, διαφυλάσσοντας την αξιοπρέπειά μας...

Είναι κάποιοι άνθρωποι που γεννήθηκαν Εθελοντές... «Ο εθελοντισμός είναι μαγεία, είναι ζωή... Βοηθώντας νιώθω πως κάτι φτερουγίζει μέσα μου και πως κάτι μαγικό συμβαίνει γύρω μου... Πιστεύω ότι η αύρα της προσφοράς επιστρέφει σπίτι μου και το καλύπτει με ζεστασιά... Ο εθελοντισμός έχει κι όρια… πολλά πρόσωπα: Υπάρχουν εκείνοι που υποφέρουν και στέκονται στα πόδια τους με αξιοπρέπεια, υπάρχουν εκείνοι που έχουν ανάγκη μόνο ένα άγγιγμα, λίγη κουβέντα, υπάρχουν όμως και "άλλοι" που "βολεύονται" μέσα από τις όποιες δομές βοήθειας, από όποια πλευρά κι αν βρίσκονται, σε βάρος των άλλων»...

Τα παραπάνω, επίκαιρα όσο ποτέ, προκύπτουν από τη συζήτηση με δύο γυναίκες που αφιέρωσαν τη ζωή τους στον εθελοντισμό. Δύο γυναίκες που θα τις βρεις να κάνουν κάθε μέρα το ίδιο πράγμα, με την ίδια αγάπη και το ίδιο μεράκι, αθόρυβα, σεμνά και πολύ προσεκτικά. Οι καιροί άλλαξαν άλλωστε, μεταξύ μας όλοι γνωριζόμαστε, κι εκείνες σηκώνοντας την εμπειρία της κάθε μέρας τόσων χρόνων ξέρουν αν οι ανάγκες του καθενός που προστρέχει σε οργανωμένες δομές, υπηρεσίες, συλλόγους ή ομάδες εθελοντών είναι πραγματικές...

Τη Μαρίνα Θεμελή και τη Νίκη Χατζηδάκη τις συνάντησα πριν μερικά χρόνια, όταν ένας 80χρονος από τον Άγιο Σίλα, επικοινωνώντας μαζί μου κι εμφανώς συγκινημένος, ζήτησε να βοηθήσουμε μια οικογένεια με τρία μικρά αγοράκια που ζούσε μέσα σε ένα κοντέινερ, στο βουνό πάνω από το χωριό. Δύο χιλιόμετρα ανηφόρα περίπου, χωματόδρομος, ζέστη και σκόνη ή λάσπη, ανάλογα με τις εποχές και τον καιρό.

«Δεν μπορώ να βλέπω αυτή τη μικροκαμωμένη μάνα να ανεβαίνει και να κατεβαίνει το βουνό δύο φορές τη μέρα, πάνω από δύο χιλιόμετρα διαδρομή, με τα πόδια, στον ήλιο, στις λάσπες... για να πάει και να φέρει τα παιδιά της στο σχολείο. Δεν μπορώ να βλέπω τρία παιδιά εξαντλημένα να στερεώνονται στο φουστάνι της για να τα τραβήξει στην ανηφόρα. Δε φτάνει ένα σακούλι μακαρόνια και ένα ψωμί τα παιδιά να ζήσουν», ήταν οι κουβέντες του.

Απευθύνθηκα προσωπικά στη Μαρίνα τότε, εκλεγμένη στο 4ο Δημοτικό Διαμέρισμα - πάει μια δεκαετία - κι εκείνη χωρίς δεύτερη σκέψη, μακριά από καρέκλες και "καλάμια", με ένα μικρό αμαξάκι με πήρε μαζί της για να σκαρφαλώσουμε στο βουνό. Οι δομές για τη στήριξη των αναξιοπαθούντων, άλλωστε, ήταν ακόμα στα σπάργανα και οι όποιες πρωτοβουλίες καθαρά προσωπικές...

«Εδώ ανεβαίνουν ποδαράκια παιδιών κι εγώ θα σκεφτώ το αυτοκίνητο;», έλεγε, παρά το γεγονός ότι ήταν το μοναδικό μέσο μετακίνησης για την ίδια, το σύζυγό της Γρηγόρη και τα παιδιά της.

Η οικογένεια, για την οποία μας μίλησε ο γέροντας, ζούσε πραγματικά σε συνθήκες που δεν μπορούν να περιγραφούν. Ένα κοντέινερ με τέσσερα κρεβάτια-κουκέτες, μια αυτοσχέδια κουζίνα έξω από αυτό, σκεπασμένη με νάιλον, και μια σόμπα που χρησίμευε για το μαγείρεμα και το ζέσταμα των παιδιών... ήταν η δανεική τους περιουσία από κάποιο φίλο. Ακόμα και το μπάνιο τους γινόταν μέσα στα αμπέλια και τις ελιές. Μέσα στο κρύο και στη βροχή, "τέρμα Θεού", με τα αστραπόβροντα και τους κεραυνούς μια παλάμη απόσταση από δίπλα τους...

Το μεροκάματο του πατέρα δεν έφτανε για κάτι άλλο. Τα χρήματα του ενοικίου τα έδιναν για να αγοράσουν τρόφιμα.

Τα μάτια της Μαρίνας προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυα, η φωνή της πνιγόταν στο θυμό, μα οι κινήσεις της υπήρξαν καίριες: ρούχα, σκεπάσματα, τρόφιμα για όλους και παράλληλα η ανεύρεση ενός σπιτιού για την οικογένεια. Τίποτα δεν ήταν εύκολο, αλλά όλα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν, στην προσπάθεια πέντε άνθρωποι να ζήσουν σαν άνθρωποι...

Εκείνοι που την ξέρουν, άλλωστε, δε θα περίμεναν να γίνει κάτι άλλο. Έχει γραμμένη στη στόφα της ζωής της την προσφορά. Έχει συνοδοιπόρο της το σύζυγό της Γρηγόρη, που ακόμα και σήμερα, όπως μαρτυρά η ίδια, μεγαλώνει κοτούλες για να δίνει τ' αβγά και κουνελάκια για να τα "δωρίζει" σε όποιον έχει μια παραπάνω ανάγκη... Έτσι μεγάλωσε.

«Η γιαγιά του η Μαριγή», λέει συγκινημένη η Μαρίνα, «την περιουσία της την έκανε κουλούρια και τα μοίραζε στους φτωχούς στον Άγιο Κωνσταντίνο... Έφευγε από το σπίτι ντυμένη και γύριζε με το μισοφόρι, γιατί στο δρόμο συναντούσε γυναίκες φτωχές που είχαν ανάγκη, κι έδινε και τα ρούχα της».

Ο παππούς του, που πήρε μέρος σε δύο μικρασιατικούς πολέμους, διακρίθηκε για την ανδρεία του και παρασημοφορήθηκε, αλλά, όταν ήρθε η ώρα να καταθέσει τα χαρτιά του για τη σύνταξή του ως στρατιωτικός, είπε «όχι» γιατί πολέμησε για την πατρίδα του κι όχι για τη σύνταξη. «Ο παππούς του, κάπου εκεί στο Μαραθίτη, μέσα από τους οψιγιάδες, έβλεπε ελικόπτερο και έκανε σήματα στον πιλότο να κατέβει για να του κάνει το τραπέζι - κι αυτό αποτελεί μαρτυρία "ελικοπτερά" που προσγειώθηκε γιατί πίστεψε πως ένας ηλικιωμένος χρειαζόταν βοήθεια»...

«Τον εαυτό μου τον θυμάμαι να βοηθάει από τότε που ήμουν μικρή», συνεχίζει. «Σαν παιδί κι έφηβη την οικογένειά μου και στη συνέχεια όλους όσοι μου ζητούσαν βοήθεια. Κάθε φορά που κάτι έδινα, διαισθανόμουν ότι κάτι "μαγικό" λειτουργούσε γύρω μου και μια θετική ενέργεια περιέβαλε εμένα και το σπιτικό μου».

Το 2007, η ιστορία ενός άστεγου τούς έδειξε το δρόμο για τη δημιουργία μιας βάσης δεδομένων στο Δήμο με τους ανθρώπους που χρειάζονταν βοήθεια. Ο άνδρας έμενε κάτω από μια σκάλα στην περιοχή του Μασταμπά, και η άδοξη αναζήτηση δομής, όπου θα μπορούσε να φιλοξενηθεί, προκάλεσε δυσφορία και απογοήτευση.

Έτσι μια ομάδα εθελοντών και εργαζομένων σε υπηρεσίες, Πρόνοια και Εκκλησία, δουλεύοντας προσεκτικά, κατάφερε να εντοπίσει τους οικονομικά ασθενέστερους. Προτεραιότητα είχε το φαγητό κι ακολούθως ρούχα, παπούτσια και σκεπάσματα για τους ίδιους και τα παιδιά τους... Μα και δουλειές και στέγη σε πολλές περιπτώσεις, κι όπου οι ίδιοι το ζητούσαν, προκειμένου να μην τους προσβάλουν.

Στην πραγματική φτώχια δε χωράει ντροπή

Με το πέρασμα των χρόνων και την κρίση να γιγαντώνεται, όλο και περισσότεροι, είτε μεμονωμένα είτε ομαδικά, ενεργοποιήθηκαν στις γειτονιές, στους συλλόγους και στις κοινωνικές επιτροπές των διαμερισμάτων, καθώς η εικόνα του γείτονα που ψάχνει στα σκουπίδια τούς σόκαρε. «Ένα γεύμα, ένα ζεστό ρούχο, ένα παιχνίδι για ένα παιδί, ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, μια κουβέντα, μια επίσκεψη στο γιατρό, μια "στιγματισμένη" αξιοπρέπεια λόγω φτώχιας κατά κάποιους, που έπρεπε να σταθεί και πάλι στα πόδια της και να σηκώσει κεφάλι, γέμιζαν τις μέρες μας», συνεχίζει η Νίκη Χατζηδάκη. «"Γιατί ντρέπεστε;", τους φώναζα... "Σηκωθείτε. Όλοι είμαστε εν δυνάμει υποψήφιοι να έρθουμε το επόμενο λεπτό σε αυτή τη θέση, αν δεν είμαστε ήδη και δεν το έχουμε καταλάβει ή δε σας το έχουμε πει"».

Η σκέψη της γυρίζει σε μια επιστήμονα, μητέρα με τρία ανήλικα παιδιά, κι ένα μεγάλο δάνειο στην πλάτη. «Οι δόσεις έτρεχαν, τα παιδιά είχαν τις ανάγκες τους, αλλά το περίσσευμα για το σπίτι έφτανε μετά βίας στα 100 ευρώ για να περάσει το μήνα. Τι να πάρεις μ' αυτά; Μεγαλύτερη κι από το δάνειο ήταν η ντροπή της γυναίκας», αναφέρει. «Το κεφάλι της το είχε μόνιμα σκυμμένο. Τα μάτια έβλεπαν στο πάτωμα, γιατί δεν μπορούσε να βλέπει τα παιδιά της να τρέφονται από τα συσσίτια».

Όμως το κύμα των αναγκών που "έσκασε" μπροστά τους ανέβασε τον πήχη του εθελοντισμού κατακόρυφα. Στις απλές ανάγκες προστέθηκαν εκείνες οι άλλες, της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, της αντιμετώπισης της κατάθλιψης, της ενδοοικογενειακής βίας, καθώς και η γνωριμία με τη γνώση των δικαιωμάτων τους, η διασύνδεση των ομάδων με τις κοινωνικές επιτροπές και στη συνέχεια αυτών με τις υπηρεσίες των δομών. Έτσι ξεκίνησαν οι συνεργασίες με ιδιώτες γιατρούς, τα κοινωνικά ιατρεία, η αυξημένη επισκεψιμότητα των ασθενών στα Επείγοντα Περιστατικά των νοσοκομείων - όπως συνεχίζει να καταγράφεται ακόμα και σήμερα - και η παραπομπή τους σε ειδικούς για εξειδικευμένη βοήθεια.

Χρησιμοποίησαν την κρίση

Ο εθελοντισμός, σύμφωνα με τη Νίκη Χατζηδάκη, τέθηκε σε νέες βάσεις κι οι άνθρωποι που τον υπηρετούσαν κρίθηκε σκόπιμο από τους ίδιους να μάθουν περισσότερα, να παρακολουθήσουν σεμινάρια, να επιμορφωθούν... «Όλες οι περιπτώσεις ίδιες, θα έλεγε κάποιος, κοινή η ανάγκη της βοήθειας, κι όμως... κάθε μία διαφορετική».

Όπως όμως συχνά συμβαίνει, "κάποιοι" πέρασαν τα όρια του αυτοσεβασμού και της διασφάλισης της αξιοπρέπειας των ωφελουμένων. Μαζί τους και κάποιοι από τους δεύτερους. Οι "κόκκινες" σημειώσεις αυξάνονταν με γεωμετρική πρόοδο και μαζί με αυτές κι οι αποχωρήσεις εκείνων που οργάνωσαν δομές και υπηρεσίες.

«Υπήρξαν οι ωφελούμενοι που δεν είχαν ανάγκη, αλλά τους εξίταρε ή τους βόλευε το γεγονός ότι κάποιοι έτρεχαν πίσω τους... Και υπήρχαν κι εκείνοι που, για λόγους προβολής, κέρδους ή πολιτικού οφέλους, παρίσταναν τους εθελοντές», όπως λένε η Μαρίνα και η Νίκη. «Μας καλούσαν να τους πάμε μια φιάλη για να μαγειρέψουν και πιστεύαμε ότι το είχαν ανάγκη... Τρέχαμε, κι όμως δεν τους έλειπε τίποτα. Στα σπίτια τους διέθεταν εφόδια πολέμου... Υπήρξαν οικογένειες που χρησιμοποίησαν δύο ονόματα προκειμένου να ωφεληθούν διπλής βοήθειας σε βάρος κάποιας άλλης... Είδαμε φίλους, συνοδοιπόρους, να χρησιμοποιούν τη διαδικασία του εθελοντισμού για μία θέση». Το "εμείς" έγινε "εγώ" κι αυτό πονούσε...

«Έτσι κρίναμε», συνεχίζει η Νίκη, «πως τα όποια βήματά μας έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικά, χωρίς να σταματήσει η δραστηριότητά μας προς όφελος εκείνων που πραγματικά το είχαν ανάγκη».

Η εμπειρία τους μέσα από τα χρόνια που προηγήθηκαν πολύτιμη, προκειμένου να ξεχωρίζουν τις πραγματικές αδυναμίες, και ο προσανατολισμός διαφορετικός για κάθε μία, αλλά με δεδομένη την απόφασή τους ότι κάπου παρακάτω οι δυνάμεις τους θα ενωθούν εκ νέου...

Σήμερα η Μαρίνα κινείται ανάμεσα στις αγκαλιές των ηλικιωμένων, που στα μάτια και το χαμόγελο της "αναγνωρίζουν" τα δικά τους παιδιά, που τους "ξέχασαν" κάπου σε ένα διάδρομο γηροκομείου. Μιλούν για παλιές ιστορίες, θυμούνται τα τραπέζια, τα γλέντια, τις ανοικτές πόρτες των σπιτιών, χαμογελούν και χαρίζουν "αγάπη" ο ένας στον άλλο.

Η Νίκη κινείται στους χώρους που τα όνειρα και η ανάγκη για αγάπη φτερουγίζουν στις καρδιές και στα βλέμματα των παιδιών... Παιδιών που βρέθηκαν μόνα και νιώθουν πως αυτά ευθύνονται για την εγκατάλειψή τους από τους γονείς τους και περιθωριοποιήθηκαν. «Θέλουμε να προχωρήσουμε και πάλι μαζί με τον Δημήτρη, την Κούλα και όλους έξω από καρέκλες και αξιώματα που τελικά πληγώνουν τον εθελοντισμό. Η μαγεία του, άλλωστε, μας οδηγεί και μας μαγεύει. Το βλέμμα ανακούφισης των συνανθρώπων μας δίνει νόημα στη δική μας ζωή», επαναλαμβάνουν και οι δύο συγκινημένες...

Ρεπορτάζ: Αγγέλα Δουλγεράκη

Σχόλια