Στέλλα Τερζάκη

Auf wiedersehen, mr «Blue Eyes»

Να του έκανε, λέει, πλάκα ο Θεός. Να συνωμοτούσε το σύμπαν αλάκερο υπέρ μας. Να “ξυπνούσε” έστω το υποσυνείδητο και ο Πολ Τόμσεν, που από τον Ιούλιο βγαίνει στη σύνταξη, να το ζούσε όλο αλά... Ελληνικά. Έστω σαν τον χειρότερο του εφιάλτη, βρε παιδί μου... Όλο όμως. Να ’χει καταθέσει τα χαρτιά του και να περιμένει πότε θα του εγκρίνουν τη σύνταξη. Να υπολογίζει σαν Σκρουτζ άνευ θησαυροφυλακίου ένσημα και χρόνια εργασίας, αλλά να αδυνατεί να λύσει τον άλυτο γρίφο του πόσο θα του “κληρώσουν” τη σύνταξη. Να πηγαίνει σχεδόν σαν επαίτης ξανά και ξανά σε υπηρεσίες χωρίς προσωπικό, αντοχές και απαντήσεις εκλιπαρώντας για το αυτονόητο. Καταδικασμένος από τους νόμους και την ελληνική πραγματικότητα να μετατρέπεται σε πολίτη- “φάντασμα”. Ούτε εργαζόμενος, ούτε συνταξιούχος. Να μην έχει αναγκαστικά κανένα εισόδημα. Ούτε μισθό, αφού κατέθεσε τα χαρτιά του για συνταξιοδότηση, αλλά ούτε και σύνταξη, άγνωστο για πόσο, γιατί... «ηρεμήστε, κύριε, ξέρετε πόσοι περιμένουν πριν από εσάς;». Να σκύβει το κεφάλι μπροστά στα γκισέ. Να τους παίρνει με το καλό μπας και εξασφαλίσει ένα “κονέ” που τηλεφωνικά θα του δίνει τα νεότερα που αργούν δραματικά. Να εκρήγνυται μάταια. Να τους παίρνει με το κακό πως θα φέρει τα κανάλια, θα κάνει αναφορές, θα τους πάει στα δικαστήρια... Να σφίγγει τα δόντια και το ζωνάρι. Να επιβιώνει με ματωμένες στερήσεις. Να δανείζεται, να απαξιώνεται, να περιμένει μήνες αν είναι από τους πολύ τυχερούς ή και χρόνια αν έτσι του τα φέρει η ζωή και το Ελληνικό Δημόσιο...

Κι ύστερα να ’ρθει η μεγάλη συγκίνηση της πρώτης εκταμίευσης. Με χέρια τρεμάμενα να μπει η κάρτα στο ΑΤΜ και να γίνει το θαύμα. Να ’χει μπει η πρώτη, προσωρινή σύνταξη, κι ο Τομ με 4 ολόκληρα κατοστάρικα στα χέρια να ξεκινήσει τη ζωή του ως συνταξιούχος. Να πιει για το καλό ένα “κατοσταράκι” κρασί στο καφενείο. Να δώσει χαρτζιλίκι στα εγγόνια. Να πάρει κατιτίς παραπάνω από το μπακάλικο και με συνοπτικές διαδικασίες να μαζευτεί στη γωνιά του γιατί η σύνταξη - προσωρινή ή μόνιμη, τι σημασία έχει - πάλι δεν έφτασε. Να περιοριστεί ξανά στην τηλεόραση. Να διψά μάταια για μια είδηση που θα του δίνει ελπίδα. Να καταπίνει προσβολές, αδικίες, απειλές... Να του κουνά το δάχτυλο ο κάθε αυστηρός τεχνοκράτης-οικονομολόγος που με ύφος πιο σκοτεινό και από το σκούρο κουστούμι του επαναλαμβάνει σχεδόν εμμονικά πως οι συντάξεις πρέπει να κοπούν κι άλλο. Να πνίγεται σε νερά αχαρτογράφητα και χωρίς καμία απολύτως σανίδα σωτηρίας στον ορίζοντα. Να μπλοκάρει ο εγκέφαλός του από τον καταιγισμό πληροφοριών. Από άγνωστες έννοιες: ΔΝΤ, μηχανισμοί στήριξης, πακέτα σωτηρίας... Eurogroup, EFSF, ESM, μνημόνιο 1... 2... 3. Να παρακολουθεί μηχανικά, χωρίς ανάσα πολλές φορές. Να ζει, χωρίς να ζει, και να μην περιμένει τίποτα.

Θα μπορούσα να γράφω “σεντόνια” ολόκληρα... Όσο να πεις θα ήταν για μας θεία Δίκη. Να το ζήσει στο πετσί του ο “κερατάς”, που θα λέγανε με ένα στόμα, μια φωνή, όλοι οι συνταξιούχοι της χώρας. Εκείνος. Ο ψυχρός οικονομικός εκτελεστής που το “όπλο” του το έστρεφε πρωτίστως σε εκείνους και στις συντάξεις τους. Αλλά να είμαστε, λέει, από μια γωνιά να παρακολουθούμε καρέ-καρέ τον εφιάλτη του. Να σκάμε πανελλαδικώς από τα γέλια μέχρι να ξυπνήσει κάθιδρος και με βλέμμα έντρομο... Εκείνος, ο φοβερός και τρομερός άνδρας του ΔΝΤ, που όποτε περνούσε τις πόρτες του υπουργείου Οικονομικών άνοιγαν οι πύλες της κολάσεως. Για πρώτη και τελευταία φορά ηττημένος κατά κράτος στα μάτια μας. Πρωταγωνιστής σε ένα θέατρο του παραλόγου, που την αυλαία θα ρίχνει η Πετρούλα, ντυμένη υπολοχαγός Νατάσα, καστανή και “διανοούμενη” πλέον, και με ύφος σκληρό και χωρίς τηλεοπτικές σάχλες, να τον αποχαιρετά απειλητικά «Auf wiedersehen, mrs “Blue Eyes”».

 

Σχόλια