Στέλλα Τερζάκη

«Χαρώ το ’γω το αντράκι μου»

Aπό νωρίς οι μεγάλοι τού ’μαθαν “παιχνίδια” ψευτοπαλικαριάς με αληθινά όπλα

«Χαρώ το ’γω το αντράκι μου» αναφώνησε η ομήγυρη με περίσσια περηφάνια. Ήταν δεν ήταν τριών, αλλά το βούτηξε το δαχτυλάκι στο κρασί, και στο ζενίθ του γλεντιού απέδειξε πως θα ’χει μέλλον λαμπρό και ένδοξο, αντάξιο του κρητικού DNA του.

*Γράφει η δημοσιογράφος Στέλλα Τερζάκη

Στα 6-7 του, την εκστατική παγωμάρα του “σιδερικού” τη γνώριζε ήδη, αφού, σε ένα άλλο ασφυκτικά γεμάτο από κόσμο και φαγητά τραπέζι, τα δάχτυλά του - που παρέμεναν μικρά όπως και εκείνο, αλλά στα μάτια κάποιων έπρεπε να μεγαλώσει γρήγορα και “αντρίκια” - ψαχούλεψαν το όπλο του μπαμπά, του μπάρμπα, του συντέκνου. Κι ύστερα “παίξανε”... Μια για την παρέα τη “δυνατή”, δυο για τον άντρα τον “καλά καλό”, τρεις για τις χαρές τις μεγάλες... Κι έμοιαζε με “παιχνίδι” που στα μάτια τα μικρά γιγάντωναν οι δράσεις και οι αντιδράσεις των μεγάλων προς στήριξη και υποστήριξη τση παντέρμης Κρήτης, που βγάζει παλικάρια “ζωσμένα και ετοιμοπόλεμα”, όχι για τη ζωή, όμως, αλλά για τον θάνατο.


Στην εφηβεία ήταν ήδη “μάχιμος”, με εξοικείωση αδιαμφισβήτητη στο όπλο που έκρυβε στο ντουλαπάκι του αμαξιού ο πατέρας του. Όταν χρειάστηκε δεν κώλωσε με εκείνο να στείλει το μήνυμα, δείχνοντάς το απλά. Το πού και σε ποιον λίγη σημασία έχει. Μεγάλωνε ως κυρίαρχος του παιχνιδιού, που ήταν και ένοπλο άμα λάχει και που από την κούνια ακόμη φρόντισαν να του μάθουν οι μεγάλοι. Στα πρώτα χρόνια της νιότης, η κρυψώνα ήταν περιττή. Όλο και συχνότερα το όπλο “φούσκωνε” με καμάρι πίσω από τη ζώνη του παντελονιού. Όλο και πιο εύκολα το “ξάμωνε” για ξεκαθαρίσματα στο άψε-σβήσε. Τη σκανδάλη την τράβαγε συχνά σε μεγάλα κέφια, όπως κάνουν οι “καπεταναίοι” της στεριάς. Είχε άλλωστε στο ενεργητικό του εκπαίδευση διαρκή, προϋπηρεσία αξιοσημείωτη και ιστορίες πολλές να εξιστορήσει, παρά τα λιγοστά του χρόνια. Κάποτε η αδέσποτη σφαίρα του κατέληξε στο παρμπρίζ αυτοκινήτου χιλιόμετρα μακριά και ο οδηγός είχε άγιο. Μια φορά τον συνέλαβαν για οπλοκατοχή κι είχαν το... χάζι τους τα τοπικά μέσα που τον αποκαλούσαν «ανήλικο πιστολέρο» της ενδοχώρας. Μια άλλη πάλι φορά πέρασε ξυστά από μια γιαγιά την ώρα που έπινε καφέ στην αυλή της, στο διπλανό χωριό, κι είχε και εκείνη και αυτός την τύχη με το μέρος τους.


Κι όταν η τύχη στέρεψε, μια φορά κι έναν καιρό, ήρθε η ώρα που στο τέλος κανείς δεν πέρασε καλά. Γιατί η σφαίρα επιτέλεσε τον μοναδικό της σκοπό. Βρήκε στόχο και σκότωσε. Με ή χωρίς πρόθεση. Τι σημασία έχει; Μια καρδιά σταμάτησε να χτυπά. Δυο μάτια έκλεισαν για πάντα... Ίσως τα δικά του μάτια, η δική του καρδιά, το δικό του σώμα να ’ταν εκείνο που κάρφωσε η σφαίρα του όπλου ενός άλλου παιδιού. Ενός παιδιού που μεγάλωσε κάπου στην Κρήτη και από νωρίς οι μεγάλοι τού ’μαθαν “παιχνίδια” ψευτοπαλικαριάς με αληθινά όπλα αλλά του κρύψαν’ πως υπάρχουν και φορές που δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, αλλά μόνο ζωές που χάνονται και καταστρέφονται...

Σχόλια