Νίκος Κοσμαδάκης

Πανδημία και κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας

Μια μικρή αποτίμηση για τους κυβερνητικούς χειρισμούς

Δεν είναι πρωτοτυπία να υποστηρίξει κάποιος πως η πανδημία εμφανίστηκε ως πρόκληση για τα κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες ανασύνταξαν τις δυνάμεις τους με σκοπό την προστασία της υγείας των πολιτών τους.

Εδώ και πάνω από ένα χρόνο παρατηρείται μια συστηματική προσπάθεια των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να προστατεύσουν την υγεία του μέσου πολίτη τους εφαρμόζοντας ένα πλέγμα δημόσιων πολιτικών. Με όρους αυστηρώς φιλοσοφικούς, η όποια πολιτική είχε ένα ωφελιμιστικό υπόβαθρο. Το κλείσιμο των μαγαζιών και ο ψηφιακός μετασχηματισμός, όπως έλαβε χώρα, είναι δύο μέτρα που εφαρμόστηκαν σε κάποιες χώρες με απόλυτη επιτυχία και σε κάποιες άλλες με όχι και τόσο μεγάλη επιτυχία.

Στο πλαίσιο αυτό, γράφω το συγκεκριμένο άρθρο (όπως κατά καιρούς έχουν κάνει αρθρογράφοι, ακαδημαϊκοί) με σκοπό να προβώ σε μια αποτίμηση της διαχείρισης της πανδημίας από την ελληνική κυβέρνηση. Είμαι σίγουρος πως πολλά σχόλια, όπως τα καταγράφω, έχουν κατά καιρούς ειπωθεί είτε από στελέχη παρατάξεων είτε από μεμονωμένες φωνές. Ενδεχομένως και εγώ ο ίδιος επηρεάστηκα από μερικούς αρθρογράφους (ή δελτία Τύπου από οργανώσεις ή ακόμη και συνεντεύξεις) όταν πρότειναν ουσιαστικές και απλές δημόσιες πολιτικές στην κυβέρνηση, η οποία σε μεγάλο βαθμό τούς αγνόησε θεωρώντας πως είχε καλύτερο και πιο ρεαλιστικό σχέδιο. Το άρθρο αυτό είναι μια προσωπική αποτίμηση ή, εάν προτιμάτε, ένας απολογισμός για το πώς η κυβέρνηση χειρίστηκε την πανδημία...

Ένα πρώτο και αφετηριακό σχόλιο έχει να κάνει με την τακτική της κυβέρνησης. Έπαιξε αμυντικά και όχι επιθετικά. Δε ρίσκαρε και προτίμησε να ακολουθήσει την πορεία των άλλων ευρωπαϊκών κρατών που πήραν την απόφαση για lockdown από το φθινόπωρο του 2020. Τον ίδιο δρόμο επέλεξε να πάρει και η κυβέρνηση όπου το ρίσκο θα μπορούσε να αγνοηθεί εάν υπήρχε σχέδιο με στέρεες βάσεις. Αγνοώντας το δημοσιονομικό έλλειμμα που δημιουργείται και έχοντας εμπιστοσύνη στους πόρους που θα λάβει από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης, η κυβέρνηση επέλεξε την πεπατημένη. Να κλείσει τα μαγαζιά και τα σχολεία, αλλά και να επιβάλει κοινωνικούς περιορισμούς (π.χ. ωράρια εξόδου).

Προσωπικά, πιστεύω πως χώροι μαζικών εκδηλώσεων όπως μπαρ και νυχτερινά κέντρα έπρεπε να κλείσουν. Ο συνωστισμός, σε συνδυασμό με την έλλειψη εμβολίων στις αρχές του φθινοπώρου έκαναν επιτακτικό το αίτημα για άμεσο κλείσιμο των μαζικών χώρων.

Από την άλλη, θεωρώ πως θα μπορούσε η κυβέρνηση να κρατήσει ανοιχτά τα μαγαζιά και τα σχολεία. Οι εκπαιδευτικοί φορείς υποστήριζαν την πολιτική των μικρών τμημάτων σε σχολεία, του κυλιόμενου ωραρίου εργασίας στις απογευματινές ώρες και της πρόσληψης εκπαιδευτικού προσωπικού. Είναι μέτρα τα οποία αρκετά νωρίς είχαν υποστηρίξει οι εκπαιδευτικοί παράγοντες και είχαν αναδείξει μέσα από την αρθρογραφία τους.

Την ίδια στιγμή, μικρομεσαίες επιχειρήσεις ή ακόμη και καταστήματα πολυεθνικών επιχειρήσεων θα μπορούσαν να μείνουν ανοικτά αρκεί να τηρούνταν τα μέτρα. Η χρήση της μάσκας και η τήρηση των αποστάσεων, σε συνδυασμό με τη συνεχή καθαριότητα θα επέτρεπαν στον μικρομεσαίο επιχειρηματία ή στον πωλητή να συνεχίζει να πουλάει το προϊόν του και να έχει κέρδος ο ίδιος. Και με αυτόν τον τρόπο, η εργασιακή επισφάλεια και το καθεστώς αβεβαιότητας, όπως εντέλει επικράτησε, θα απομακρύνονταν.

Ένα δεύτερο σχόλιο σχετίζεται με το κρατικό χρήμα που μοίρασε σε επιχειρήσεις, φορείς και ανθρώπους. Πράγματι, η κυβέρνηση στήριξε τα ελληνικά νοικοκυριά έστω και με 534 ευρώ, που είναι ένα αρκετά χαμηλό ποσό εάν αναλογιστούμε τις πραγματικές και αντικειμενικές συνθήκες όπως επικράτησαν και συνεχίζουν να επικρατούν. Η αναγκαιότητα αυτή στήριξης των νοικοκυριών διαμορφώνει ένα γενικότερο προβληματισμό ως προς την ανάγκη ύπαρξης ενός “κρατικού αποταμιευτηρίου”. Παρά το γεγονός ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, είτε φιλελεύθερες είτε συντηρητικές, προκρίνουν ένα μοντέλο απόλυτης φιλελευθεροποίησης της οικονομίας (ιδιωτικοποιήσεις, αποκρατικοποιήσεις) και του δημόσιου τομέα (ελάχιστος δημόσιος τομέας) γενικότερα, ο κρατικός κουμπαράς ήταν πιο αναγκαίος από ποτέ, καθώς μόνο έτσι συντηρήθηκε η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Επομένως, η υγειονομική κρίση ανέδειξε την ανάγκη υπαγόρευσης ενός παραγωγικού μοντέλου που θα συνδυάζει τη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας με τις αρχές και τις αξίες της σοσιαλδημοκρατίας.

Ένα τρίτο σχόλιο σχετίζεται με τα νομοσχέδια που πέρασε η κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της υγειονομικής κρίσης. Όπως πολλά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ έχουν υποστηρίξει, τα συγκεκριμένα νομοσχέδια κινούνται σε λανθασμένη βάση, εξαιτίας της δύσκολης κατάστασης που βιώνει η ανθρωπότητα. Πέραν όμως της στενής αυτής κομματικής αντίληψης, ένα νομοσχέδιο απαιτεί λεπτούς χειρισμούς και νηφαλιότητα. Απαιτεί ωριμότητα και ψυχραιμία. Ένα νομοσχέδιο πρέπει να βασίζεται σε μια καλόπιστη ανταλλαγή επιχειρημάτων υπό συνθήκες ψυχραιμίας. Με αυτόν τον τρόπο, οι αποφάσεις διέπονται από επιχειρηματολογία με τα απαραίτητα τεκμήρια, ενώ και ο δημόσιος διάλογος εμπλουτίζεται με επιχειρήματα.

Η κυβέρνηση πέρασε μια σειρά νομοσχεδίων που δεν έπρεπε να περάσει. Πέρασε εκπαιδευτικά νομοσχέδια όταν καθηγητές και μαθητές βρίσκονταν στα σπίτια τους, ενώ πέρασε και ένα εργασιακό νομοσχέδιο σε μια περίοδο όπου ο εργαζόμενος αισθάνεται τη “θηλιά” της ανασφάλειας πιο σφιχτή από ποτέ.

Ένα τέταρτο σχόλιο αφορά την αδράνεια του συνόλου - μηδεμιάς εξαιρουμένης - των κυβερνήσεων (από τη Μεταπολίτευση και έπειτα) να εκτιμήσουν την κατάσταση του υγειονομικού πληθυσμού της χώρας. Και μάλιστα ενδεικτικό και πειστικό επιχείρημα προς αυτήν την κατεύθυνση είναι το ρεπορτάζ “Τι μας δίδαξε για το ΕΣΥ η πανδημία” (https://www.neakriti.gr/article/kriti/1601651/koronoios-ti-mas-didaxe-gia-to-esu-ί-pandimia-oi-pathogeneies-kai-oi-luseis-tous/) που δημοσιεύτηκε στη “Νέα Κρήτη”. Σε αυτό το ρεπορτάζ, γιατροί υποστηρίζουν πως οι χρόνιες παθογένειες του ΕΣΥ, όπως η έλλειψη Μονάδων Εντατικής Θεραπείας και η απουσία μιας οργανωμένης Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, διαμόρφωσαν τις απαραίτητες προϋποθέσεις και συνθήκες ώστε ο κορωνοϊός να εξουθενώσει τις αντοχές του δημόσιου Συστήματος Υγείας. Καμία απολύτως κυβέρνηση δε στήριξε τη δημόσια υγεία από το 1985 και έπειτα. Απλά, η υγεία κατέστη ένα δημόσιο αγαθό, το οποίο ωστόσο καπηλεύτηκε από πολιτικές ομάδες, με αποτέλεσμα να γίνει χώρος πελατειακών σχέσεων. Ουσιαστική αναβάθμιση του ΕΣΥ δεν είχαμε, καθώς καμία κυβέρνηση δε συνέταξε ένα σχέδιο βιώσιμο για την επόμενη μέρα.

Ένα πέμπτο σχόλιο αφορά τη λεγόμενη ατομική ευθύνη. Η ατομική ευθύνη είναι ένας όρος νεωτερικός και σημαίνει κατά βάση ατομική ελευθερία. Είμαι ατομικά ελεύθερος και σέβομαι τον γείτονά μου, τον φίλο μου, τον ξένο που θα έρθει στη χώρα μου. Στηρίζεται στην έννοια του Λόγου, ο οποίος σημαίνει Λογική και οριοθέτηση πράξεων στη βάση των κανόνων του Λόγου. Σημαίνει ωστόσο και υπευθυνότητα. Η κυβέρνηση πολύ σωστά μάς υπενθύμιζε αυτόν τον όρο. Αλλά η ίδια, στο πλαίσιο της ανακήρυξης της ατομικής αυτής ευθύνης, αμέλησε σε μεγάλο βαθμό τη συλλογική δική της ευθύνη. Η κυβέρνηση διαχειρίζεται την εξουσία. Η διαχείριση ωστόσο της εξουσίας είναι υπόθεσή της. Η κυβέρνηση λοιπόν παίρνει την ευθύνη από τον ελληνικό λαό και οφείλει με το προσωπικό που διαθέτει, είτε τεχνοκράτες είτε στελέχη είτε βουλευτές, να προτείνει μέτρα, προτάσεις για την επόμενη μέρα.

Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ πως η πρόκληση της πανδημίας θα συνεχίσει να παραμένει στις ζωές μας για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα όπως έχουν καταδείξει και οι επιστημονικές έρευνες και δημοσιεύσεις. Η πρόκληση ωστόσο παραμένει για κάθε κυβέρνηση, είτε ελληνική είτε ευρωπαϊκή: Να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ώστε η επόμενη μέρα να έχει το χαμηλότερο δυνατό κόστος ανθρώπινης ζωής και το εργασιακό καθεστώς να είναι κοινωνικά βιώσιμο.

Φωτογραφία αρχείου: intime

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια