Νίκος Κοσμαδάκης

H ηθική της απεργίας

Η έκφραση αντίθεσης αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του πολίτη

Απεργία σημαίνει κινητοποίηση. Σημαίνει έλλειψη συναίνεσης σε ένα νομοσχέδιο που υπόσχεται να γίνει νόμος του Κράτους. Ο πολίτης δεν παραχωρεί τη συναίνεσή του και εκφράζει την αντίθεσή του μέσω της διαμαρτυρίας. Η διαμαρτυρία μπορεί να είναι απλή όπως μια 24ωρη απεργία ή πορεία σε ένα δρόμο μαζικής κυκλοφορίας, ή να αποτελέσει την αρχή ραγδαίων πολιτικών μεταβολών.

Σε κάθε περίπτωση, η απεργία ευθυγραμμίζεται με την ιδέα της μη υπακοής σε ένα νομοσχέδιο, ενώ ταυτόχρονα εκείνος που εκφράζει τη διαμαρτυρία εγείρει ένα αναμφισβήτητο δημοκρατικό δικαίωμα. Και είναι δημοκρατικό δικαίωμα, καθώς ο πολίτης διαμαρτύρεται εξαιτίας της ελευθερίας που διαθέτει. Η ελευθερία σκέψης κινητοποιεί τον πολίτη να διαμαρτυρηθεί.

Η διαμαρτυρία, εκφραζόμενη ως απεργία, αποτελεί μορφή ελευθερίας του υποκειμένου. Είναι στοιχείο που συγκροτεί τον βίο του. Το επαναστατικό υποκείμενο αυτοπροσδιορίζεται μέσω της συμμετοχής του σε μια συλλογική κινητοποίηση.

Το υποκείμενο εντάσσεται σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα έστω και προσωρινά, τα μέλη της οποίας έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, σε μια απεργία που πραγματοποιείται στο όνομα του περιβάλλοντος, οι απεργούντες υιοθετούν συνειδησιακά ένα κοινό πλαίσιο προτάσεων και αξιών.

Παραγκωνίζοντας τις όποιες διαφορές, τα άτομα συγκροτούνται σε ένα συλλογικό υποκείμενο όπου η προστασία του περιβάλλοντος τίθεται ως αυτοσκοπός. Προσδίδει έστω και προσωρινά νόημα στην ύπαρξή τους. Νοηματοδοτεί τον βίο τους, ο οποίος ορίζεται ως ένα σύνολο ιδεών, κοσμοθεωριών και πεποιθήσεων.

Την ίδια στιγμή, η έκφραση αντίθεσης αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του πολίτη. Μόνο ένας πολίτης μπορεί να ασκήσει μια μορφή διαμαρτυρίας, η οποία να λάβει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και να μετατραπεί σε απεργία. Σε μια μορφή δικτατορίας ή μορφωμένης αριστοκρατίας, ο υπήκοος δεν εκφράζει την αντίθεσή του, αλλά παραμένει παθητικό υποκείμενο στη λήψη αποφάσεων.

Η έκφραση διαμαρτυρίας κατανοείται μόνο σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο, αφού κανονιστικοί “λίθοι” αποτελούν η ελευθερία και η ισότητα. Το άτομο αποφασίζει να παραχωρήσει μέρος του ελεύθερου χρόνου και της εργασίας του με σκοπό να αποδοκιμάσει ένα νομοσχέδιο. Να ασκήσει μια μορφή πίεσης, η οποία ελπίζει να βρει ευήκοα ώτα στη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως η έκφραση διαμαρτυρίας με έναν πιο επαναστατικό τρόπο είναι ρητά διατυπωμένη στο έργο του Τζον Λοκ. Ο Τζον Λοκ, πατέρας της φιλελεύθερης δημοκρατίας, μίλησε ανοικτά για το δικαίωμα στην επανάσταση. Το νομιμοποίησε μέσω των τριών φυσικών δικαιωμάτων που ανήκουν στον άνθρωπο. Τα δικαιώματα αυτά εστάλησαν από τον Θεό στον άνθρωπο και είναι αναφαίρετα. Η προστασία στην ελευθερία, τη ζωή και την ιδιοκτησία είναι αδιαμφισβήτητη. Εάν η εκτελεστική εξουσία επιθυμεί να προσβάλει ή να καταρρίψει κάποιο από τα τρία δικαιώματα, τότε η επαναστατική πράξη νομιμοποιείται. Το λοκιανό έργο είναι η πρώτη πετυχημένη προσπάθεια σύνδεσης δημοκρατίας, δικαιωμάτων και επαναστατικής πράξης.

Στον 19ο αιώνα, η απεργία θα βρει αντίκτυπο στις εξαθλιωμένες μάζες. Οι άθλιες συνθήκες ζωής των εργατικών στρωμάτων, σε συνδυασμό με τους χαμηλούς μισθούς και την αδυναμία πρόσβασης σε αγαθά όπως η Υγεία, διαμόρφωσαν τις προϋποθέσεις γένεσης των κοινωνικών δικαιωμάτων. Πυρήνας των κοινωνικών δικαιωμάτων αποτελεί η διαμαρτυρία που έχει ως σημείο αφετηρίας τις μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις του 19ου αιώνα σε χώρες πλούσιες, όπως η Γερμανία, η Αυστρία και η άκρως καπιταλιστική και βιομηχανική Αγγλία. Τον 19ο αιώνα, η διαμαρτυρία ή αλλιώς η συγκέντρωση ανθρώπων με σκοπό τη δημόσια διαμαρτυρία μετατρέπεται σε κοινωνικό δικαίωμα. Παραχωρείται από την κρατική εξουσία με σκοπό την εξασφάλιση ηρεμίας και τον μετριασμό αντιδικιών.

Από τον 20ό αιώνα, η απεργία μετατρέπεται σε όπλο των καταπιεζόμενων. Αποτελεί ασπίδα των πολιτών έναντι του Κράτους, αλλά και όρος διαλόγου όταν η κρατική εξουσία δείχνει αδιάλλακτη.

Και πάμε σήμερα στην Ελλάδα. Σήμερα, η ελληνική Βουλή ψηφίζει το νομοσχέδιο για τις «δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις». Σε αυτό το νομοσχέδιο, γίνεται λόγος για γνωστοποίηση της πορείας, διαμαρτυρίας και απεργίας στις αστυνομικές Αρχές, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 7 του νομοσχεδίου μια διαδήλωση δύναται να απαγορευτεί για λόγους δημόσιας ασφάλειας ή αν ο σκοπός της συνάθροισης αντιτίθεται στον σκοπό άλλης συνάθροισης, η οποία έχει ήδη γνωστοποιηθεί αρμοδίως κατά την προβλεπόμενη διαδικασία, δεν έχει απαγορευτεί και προγραμματίστηκε να πραγματοποιηθεί ή βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη στην ίδια περιοχή ή κοντά στην περιοχή αυτή και κατά τον ίδιο χρόνο, ή λόγω σοβαρής απειλής διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής συγκεκριμένης περιοχής, η οποία συντρέχει ιδίως όταν απειλείται από τη συνάθροιση η διατάραξη της κοινής ειρήνης ή της ασφάλειας των συγκοινωνιών.

Η παρουσία της Αστυνομίας ή των λιμενικών Αρχών δεν καταρρίπτει το κοινωνικό δικαίωμα, καθώς η Αστυνομία οφείλει να είναι συνεχώς παρούσα ώστε να επέμβει σε περίπτωση που υπάρξει προσβολή δημόσιας ή ιδιωτικής περιουσίας ή ακόμη χειρότερα προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Η προϋπόθεση άσκησης της απεργίας ωστόσο περνάει τώρα μέσα από τη γνωστοποίησή της. Η κοινοποίηση της πληροφορίας περί απεργίας-πορείας διαμορφώνει ένα νέο είδος κρατικού μηχανισμού ο οποίος επιθυμεί να επιβλέπει τις κινήσεις των πολιτών μέσω των οργάνων δημόσιας ασφαλείας. Είναι μια αρκετά συντηρητική προσθήκη, η οποία επιζητάει ένα “κράτος-ρυθμιστή” της ιδιωτικής ζωής, αποβάλλοντας σε μεγάλο βαθμό την ιδιότητα του Κράτους-νυχτοφύλακα, όπως τον επιζητάει η φιλελεύθερη αντίληψη. Με πολύ απλά λόγια, ένα τέτοιο Κράτος “φλερτάρει” επικίνδυνα με τον αυταρχισμό, αφού η γνωστοποίηση πλέον αποτελεί προϋποθετικός όρος.

Η δεύτερη ακόμη προσθήκη αντιμετωπίζει την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα με τρόπο ωφελιμιστικό. Αντιμετωπίζει την κινητοποίηση ως δυνάμει απαγορεύσιμη εάν απειλείται η δημόσια ασφάλεια ή ελλοχεύει σοβαρή απειλή διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής. Η δημόσια ασφάλεια είναι όρος γενικός.

Αυτό σημαίνει πως η εκτελεστική εξουσία μπορεί να τον αξιοποιήσει όπως επιθυμεί. Λαμβάνοντας υπόψη την υγειονομική κρίση του πλανήτη, η εκτελεστική εξουσία στο όνομα προάσπισης της δημόσιας υγείας μπορεί να απαγορεύσει κάθε είδους διαδήλωση. Ουσιαστικά, τίθεται στη διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη να ακυρώσει κάθε είδους διαδήλωση αξιοποιώντας τον COVID-19.

Η απειλή διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής θίγει την αυτονομία του υποκειμένου. Το υποκείμενο, είτε εντός είτε εκτός απεργιών, οφείλει να σέβεται τον εαυτό του αλλά και τα άλλα υποκείμενα. Όπως ερμηνεύεται η συγκεκριμένη λέξη, αυτονομία μεταφράζεται ως αυτοπεριορισμός, αυτοοριοθέτηση. Η κοινωνία αυτοκατανοείται ως ένα σύνολο ανθρώπων όπου το κάθε υποκείμενο είναι ελεύθερο και ισότιμο με τα άλλα υποκείμενα. Η απειλή διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής θεωρείται δεδομένη σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο. Επομένως, η προσθήκη της διάταξης αυτής υποβαθμίζει την ιδιότητα του υποκειμένου ως φορέα έλλογης ικανότητας, ενώ ισχυροποιείται πάλι η εξουσία του Κράτους.

* Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας (nkosmadakis@ymail.com).

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια