Νίκος Κοσμαδάκης

Εκπαίδευση, προνόμιο της οικονομικής ελίτ

Τα σαθρά θεμέλια του εκπαιδευτικού συστήματος και η έλλειψη Παιδείας

Η Μαρία Ευθυμίου σε μια παλιά της συνέντευξη υποστήριξε πως «ο απόφοιτος δημοτικού πριν 40 χρόνια ήξερε περισσότερα από τους αποφοίτους λυκείου σήμερα». Είναι μια φράση ανοικτή σε ερμηνείες και σχόλια. Αποδίδει με τον καλύτερο τρόπο τα σαθρά θεμέλια του τωρινού εκπαιδευτικού συστήματος, ενώ υποδεικνύει έμμεσα την έλλειψη παιδείας και μόρφωσης που χαρακτηρίζει σήμερα την ελληνική κοινωνία.

*Γράφει ο Νίκος Κοσμαδάκης


Η εκπαίδευση είναι αναμφισβήτητα όχημα κοινωνικής προόδου. Σήμερα δε γίνεται αντιληπτό, αλλά σε προηγούμενες δεκαετίες ήταν εμφανές. Η εκπαίδευση έχει ένα γενικότερο σκοπό: Συνδέεται με την προσπάθεια του προσώπου να γίνει φορέας γνώσεων, οι οποίες θα διαμορφώσουν την κοσμοθεωρία του, το αξιακό του σύστημα και εντέλει την προσωπικότητά του. Η εκπαίδευση μεταμορφώνει το υποκείμενο, καθιστώντας το ικανό να σφυρηλατήσει μια νέα ιδέα για τον κόσμο, την κοινωνία και τη συμπεριφορά του εντός του κοινωνικού πλαισίου όπου γεννήθηκε και μεγαλώνει. Παράλληλα, η μεταμόρφωση του υποκειμένου θα επισύρει και την αναίρεση των αντιλήψεων εκείνων που χαρακτηρίζονται από απαιδευσία ή από μη νηφάλιο στοχασμό. Ο πεπαιδευμένος άνθρωπος είναι εκείνος της αυτοσυγκράτησης, της μετριοπάθειας και κυρίως γνωρίζει να τιθασεύει τα πάθη του.
Είναι αναπόφευκτο η εκπαίδευση, ως μια μακρά, ατέρμονη και κυρίως ηθικοπλαστική διαδικασία, να συνδεθεί με την επαγγελματική αποκατάσταση και ο πεπαιδευμένος να ενδυθεί με κοινωνικό κύρος. Το κοινωνικό κύρος παράγεται από την αντίληψη πως ένας πεπαιδευμένος κατέχει τις γνώσεις και μπορεί να δράσει περισσότερο αποτελεσματικά από έναν μη πεπαιδευμένο.


Η Ελλάδα ως χώρα ξεκίνησε να εφαρμόζει την εκπαιδευτική της πολιτική μετά τον Εμφύλιο πόλεμο. Μετά τον καταστροφικό Εμφύλιο, δόθηκε βαρύτητα στη δημιουργία μιας εκπαιδευτικής πολιτικής, η οποία δε θα έχει πρόσημο ούτε αριστερό ούτε δεξιό. Ο μαθητής είναι εκείνος που κρίνει την εκπαιδευτική του πορεία και αναλόγως των επιδόσεών του εισάγεται στη σχολή προτίμησής του.


Για να εισαχθεί στη σχολή προτίμησής του, ο μαθητής όφειλε να περάσει από μια σκληρή διαδικασία. Και μάλιστα, όταν οι κοινωνικές συνθήκες δεν του το επέτρεπαν (π.χ. κατάσταση ένδειας), τόσο δυσκολότερη ήταν η εκπαιδευτική του ανέλιξη και η απορρόφησή του από την τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Σημειώνεται πως πάντοτε οι εύποροι είχαν τη δυνατότητα να κάνουν ιδιαίτερα ή φροντιστηριακά μαθήματα, ώστε να επιτυγχάνουν την είσοδό τους στο ελληνικό Πανεπιστήμιο ή απλά να περνούν τη σχολική τάξη. Ωστόσο, το εκπαιδευτικό σύστημα και οι πολιτικές ηγεσίες είχαν αναπτύξει τις δικλίδες ασφαλείας ώστε οι απόφοιτοι Λυκείων να είναι καταρτισμένοι και κυρίως η διαδικασία εισαγωγής στα Πανεπιστήμια να είναι μια διαδικασία επίπονη.


Η κάθε πολιτική ηγεσία μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα είχε αναπτύξει ένα τέτοιο εκπαιδευτικό σύστημα. Η εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση σήμαινε ταυτόχρονα και την απορρόφηση σε επάγγελμα με κοινωνικό κύρος.


Δυστυχώς, όμως, από τη δεκαετία του 1990 κι έπειτα οι κυβερνήσεις θεώρησαν πως το εκπαιδευτικό σύστημα είναι κομμάτι του δημόσιου τομέα και η είσοδος στην Ανώτατη Εκπαίδευση, ως προϊόν μιας ατέρμονης και ηθικοπλαστικής διαδικασίας, πρέπει να είναι προνόμιο όλων.
Το αποτέλεσμα ήταν: η προαγωγή από τάξη σε τάξη χωρίς δυσκολία, η στείρα αποστήθιση ως μόνιμη πρακτική για να εισέλθεις στο ελληνικό Πανεπιστήμιο και κυρίως η δημιουργία αριστούχων και η επακόλουθη εισαγωγή τους σε τμήματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, πολλά εξ αυτών δεν είχαν πρακτικό αντίκτυπο ούτε κάποια χρησιμότητα στην ελληνική αγορά εργασίας. Οι κυβερνήσεις, είτε πράσινες είτε μπλε, απεμπόλησαν το ότι η εκπαίδευση έχει χαρακτήρα πρώτα και κύρια ηθικοπλαστικό. Σημασία δεν έχει να μάθεις ένα ολόκληρο βιβλίο Ιστορίας, αλλά να αφομοιώσεις γνώσεις, να κρίνεις τη στάση των πρωταγωνιστών της ιστορικής περιόδου που εξετάζεις και να έχεις μια κριτική στάση στα πολιτικά, στρατιωτικά, πολιτισμικά, κοινωνικά και οικονομικά γεγονότα των τωρινών συγκυριών. Έτσι σφυρηλατείς την προσωπικότητά σου.
Ποιοι ήταν όμως οι αδικημένοι; Μα φυσικά οι μη εύποροι, δηλαδή εκείνοι που δεν είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν τα φροντιστηριακά μαθήματα των παιδιών τους και τα παιδιά τους αναγκάζονταν να γίνουν φοιτητές υποβαθμισμένων πανεπιστημιακών τμημάτων. Ή ασχολούνταν με χειρωνακτικές δραστηριότητες, που στη συνείδηση του μέσου Έλληνα ήταν υποδεέστερη μορφής εργασίας από την πνευματική. Εσφαλμένα. Παράλληλα, το έλλειμμα γνώσης, μόρφωσης είναι υψηλό. Η φράση της κ. Ευθυμίου αποδίδει με τον καλύτερο τρόπο την παρηκμασμένη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.


Το ζητούμενο είναι πως ο πολιτικός κόσμος και ο εκπαιδευτικός κόσμος γνωρίζει τα προβλήματα της εκπαίδευσης αλλά αδιαφορεί, δείχνοντας ένα ανάλγητο πρόσωπο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τροποποίηση εξομοίωσης τίτλων σπουδών των ελληνικών Πανεπιστημίων με τους αντίστοιχους τίτλους σπουδών ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων. Είναι μια διάταξη που επικυρώνει αφενός τον ταξικό χαρακτήρα της σημερινής εκπαίδευσης, και αφετέρου μπαίνει ταφόπλακα στην αξιοκρατία, στη γνώση και κυρίως στη μεταλλαγή του ατόμου σε αυτεξούσιο υποκείμενο.
Παράλληλα, καταδεικνύει την αυτοκαταστροφική εκπαιδευτική ηγεσία της χώρας. Είναι αδιανόητο να θέλεις να δημιουργήσεις μια ποιοτική τριτοβάθμια εκπαίδευση και την ίδια στιγμή να αναγνωρίζεις τίτλους σπουδών από ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, στα οποία φοιτητές είναι άτομα τα οποία ενδέχεται να μην έχουν κανένα μορφωτικό εφόδιο ή να απαξιούν εντελώς την ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία. Δημιουργείς μια εκπαίδευση που είναι ανοικτή μόνο σε μια οικονομική ελίτ, ενώ η Παιδεία πρέπει να είναι πρώτα και κύρια ένα δημόσιο αγαθό. Η κυβέρνηση με αυτήν την πρωτοβουλία της τοποθέτησε ένα μεγάλο φράκτη σε όλους εκείνους που μόχθησαν για να μπουν στη σχολή της προτίμησής τους, ενώ επιδοκιμάζει όλους εκείνους που η τσέπη του πατέρα και της μητέρας τους είναι γεμάτη με χρήματα.


Η Πολιτεία οφείλει να έχει ένα συναινετικό πνεύμα και να επιδοκιμάζει την αριστεία σε κάθε μορφή της. Η αριστεία πρέπει να διαφημίζεται από την κυβέρνηση, είτε αριστερή είτε δεξιά. Η αποτυχία της μεταπολιτευτικής περιόδου ήταν πως ποτέ δεν είδε την εκπαίδευση ως επένδυση. Είχε ένα χρηστικό ρόλο και δεν έγινε ποτέ εθνική υπόθεση, με αποτέλεσμα καμία κυβέρνηση να μην εφαρμόσει ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα εκπαίδευσης ίσων ευκαιριών για όλους και την αναπόφευκτη αξιοποίηση των αρίστων στον κρατικό μηχανισμό. Σε αυτή τη λογική ανήκει η εξομοίωση των τίτλων σπουδών, και γι’ αυτόν τον λόγο θεωρώ πως πρέπει να αποπεμφθεί άμεσα.


Η εκπαίδευση πρέπει να ανήκει στην κοινωνία των πολιτών. Και όχι να είναι λάφυρο μιας οικονομικής ελίτ, η οποία το καταχράται.

* Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας (nkosmadakis@ymail.com).

Σχόλια