Μαίρη Καριωτάκη

Ξέπεσαν οι άνθρωποι... Ξέπεσαν οι κοινωνίες... Ξεπέσαμε!

Αν έχουμε τόσους ΜΑΤατζήδες, γιατί στα αστυνομικά τμήματα της ενδοχώρας της Κρήτης υπηρετούν δυο άνθρωποι όλοι κι όλοι και τις νύχτες κάνουν τον σταυρό τους μη και συμβεί τίποτα και δεν υπάρχει κλιμάκιο ΤΑΕ στην περιοχή;

Η Χίος καίγεται. Η Λέσβος το ίδιο. Παρακολουθώ από μακριά. Θα ’θελα να είμαι εκεί για να μπορώ να γράψω την αλήθεια μου. Αυτά που τα μάτια μου είδαν, τα αφτιά μου άκουσαν και το πετσί μου ένιωσε. Αλλά δεν είμαι...

Συνομιλώ με γνωστούς και γνωστούς γνωστών που μένουν εκεί, στο “πεδίο”. Ψάχνω στα site, ρίχνω “κλεφτές” ματιές στα “εθνικά” κανάλια, χωρίς ήχο - δεν αντέχεται ο ήχος της προθυμίας και η σπουδή των προθύμων - διαβάζω αναρτήσεις και tweets, παρακολουθώ live από τις περιοχές... Να καταλάβω από ένστικτο προσπαθώ. Να “κλέψω” την αλήθεια από τις κινήσεις και τους μορφασμούς, από λέξεις στρογγυλεμένες και θολές. Από κραυγές και σιωπές...

Όχι γιατί φτάσαμε ως εδώ. Αυτό το ξέρω. Αλλά τι γίνεται τώρα. Τι ζητάνε και τι δίνουν. Αυτό προσπαθώ να καταλάβω. Τα άλλα τα ξέρω. Ξέρω πως πιστέψαμε στην «ελπίδα» - πώς γίνεται αλήθεια μια τόσο όμορφη και γεμάτη λέξη να την καταντούμε κουασιμόδεια έννοια - και γελαστήκαμε. Όπως τότε που πιστέψαμε πως δυο καθαρά μάτια κι ένα “αμουντζούρωτο” βιογραφικό θα μας έδιναν πίσω το ελληνικό όνειρο τού “σπίτι, αυτοκίνητο, εξοχικό και μπουζούκια”. Μ’ έναν νόμο κι ένα άρθρο...

Ξέρω πως πιαστήκαμε κορόιδα για άλλη μια φορά. Μας έταξαν κανονικότητα και τσιμπήσαμε. Την ερμηνεύσαμε ως “μόνη έγνοια μας ο ήλιος, η θάλασσα κι ο αγέρας” και τρέξαμε να την εξασφαλίσουμε.

Και βρεθήκαμε με επίταξη (!) σε καιρό ειρήνης. Μα είμαστε σε καιρό Ειρήνης; ΟΧΙ. Δεν είμαστε. Σε πόλεμο είμαστε εμείς με εμάς. Οι από ’δω κι οι από ’κει.

Κι έρχεται το κακό. Το βλέπω. Κι εσείς το βλέπετε. Το ξέρουμε. Μας το μαρτύρησε η ιστορία, άλλωστε. Σε κάθε περίοδο που βρεθήκαμε ως χώρα στο πέρασμα των χρόνων έτσι - να πολεμάμε εμείς με εμάς - μια τραγωδία ερχόταν για να επισφραγίσει τη ματαιότητα της ύπαρξής μας πια ως απογόνων ένδοξου παρελθόντος (τραγωδία... πόσο ελληνική πραγματικότητα...).

Δεν είμαστε σε καιρό ειρήνης. Ποιος απ’ όσους είδαν τα στιγμιότυπα της απόβασης των ΜΑΤ στα νησιά του Βόρειου Αιγαίου μπορεί να ισχυριστεί το αντίθετο; Ποιος είδε τις διμοιρίες να κατεβαίνουν από το πλοίο, γνωρίζοντας πως πάνε να τα βάλουν με τους κατοίκους - αυτούς που εκ του Συντάγματος προκύπτει η υποχρέωσή τους να προστατεύουν - και δεν ένιωσε ανατριχίλα; Και ντροπή...

Κι αλήθεια, πού βρέθηκαν τόσοι ΜΑΤατζήδες; Πού τους βρήκαμε και τους στείλαμε να “πνίξουν” κάθε φωνή - απ’ όπου κι αν προέρχεται - στα χημικά και στα νερά; Κι αν έχουμε τόσους ΜΑΤατζήδες - αστυνομικούς δηλαδή - γιατί μαρτυράνε ηλικιωμένοι στα χέρια κακοποιών καθημερινά απ’ άκρη σ’ άκρη σ’ όλη τη χώρα; Ως και στ’ Ανωγεια πατήσανε οι άθλιοι.

Γιατί αλωνίζουν οι ντίλερ και πεθαίνουν του κοσμάκη τα παιδιά; Γιατί κάθε γειτονιά - σκαλιά, στενά, γωνιές σκοτεινές, πάρκα - γίνονται πιάτσες και καβάντζες;

Αν έχουμε τόσους αστυνομικούς, γιατί μπουκάρουν στα σπίτια και κλέβουν ως και τα μανταλάκια οι επιτήδειοι; Πού είναι όλοι αυτοί όταν στην ενδοχώρα της Κρήτης πάνε κι έρχονται τα κουράδια και οι κτηνοτρόφοι μας πληρώνουν ο ένας στον άλλο λύτρα για να πάρουν πίσω τα ζωντανά τους;

Αν έχουμε τόσους ΜΑΤατζήδες, γιατί στα αστυνομικά τμήματα της ενδοχώρας της Κρήτης υπηρετούν δυο άνθρωποι όλοι κι όλοι και τις νύχτες κάνουν τον σταυρό τους μη και συμβεί τίποτα και δεν υπάρχει κλιμάκιο ΤΑΕ στην περιοχή;

Αν έχουμε τόσους ΜΑΤατζήδες - αστυνομικούς δηλαδή - γιατί δε βγαίνουν στους δρόμους να συνδράμουν τους συναδέρφους τους; Αντί να στέκονται απέναντι σε ανθρώπους, με τα όπλα προτεταμένα στα προαύλια των πανεπιστημίων, γιατί δε στήνουν κάθε εκατό μέτρα εθνικού κι επαρχιακού δικτύου κι ένα μπλόκο μπας και σωθεί κανένα παιδί από τη μάστιγα της ασφάλτου;

Ποιος είδε τις διμοιρίες να κατεβαίνουν από το πλοίο, γνωρίζοντας πως πάνε να τα βάλουν με τους κατοίκους - αυτούς που εκ του Συντάγματος προκύπτει η υποχρέωσή τους να προστατεύουν - και δεν ένιωσε ανατριχίλα; Και ντροπή. Ντροπή, μωρέ! ΝΤΡΟΠΗ. Καλά ξέρω... υπάρχουν κάποιοι που δεν ένιωσαν... Είναι οι ίδιοι που χρόνια τώρα δε νιώθουν τίποτα όταν κάτι δεν αφορά τους ίδιους... Αυτοί που στα μεγάλα, ζεστά και βαρυφορτωμένα σπίτια τους δεν περνά κανένας πόνος του άλλου. Καμιά αγωνία, καμιά θλίψη. Του άλλου.

Τους χοντρούς τοίχους των σπιτιών τους δεν μπορεί να διαπεράσει η φτώχια. Της ανεργίας η φτώχια αλλά και της εργασίας η φτώχια. Η πείνα, η στέρηση. Καμιά ντροπή δε νιώθουν αυτοί για τον άνθρωπο που εξευτελίζεται και “ξεπουλά” την ψυχή του για 650 ευρώ.

Καμιά ντροπή δε νιώθουν για τα όνειρα που ξέπεσαν τόσο. Των άλλων τα όνειρα ξέπεσαν, άλλωστε. Μεσαία τάξη, νοικοκυραίοι και κουραφέξαλα... Κάποτε ονειρευόμασταν “παραθαλάσσια”. Σήμερα ένα βαψιματάκι σαλόνι-διάδρομος-κρεβατοκάμαρες να καταφέρουμε κι είμαστε χαρούμενοι.

Ξέπεσαν οι άνθρωποι. Ξέπεσαν οι κοινωνίες. Ξεπέσαμε. Αφήσαμε να ξεπέσουν όλα. Χαρίσαμε τα χρώματα στα κόμματα. Παραδώσαμε τις ιδέες στις ομάδες. Παραχωρήσαμε τους αγώνες στους ξεπουλημένους. Επιτρέψαμε στους πρόθυμους να μιλούν αντί ημών.

Και φτάσαμε να βλέπουμε τις διμοιρίες να κατεβαίνουν από το πλοίο, γνωρίζοντας πως πάνε να τα βάλουν με τους κατοίκους - αυτούς που εκ του Συντάγματος προκύπτει η υποχρέωσή τους να προστατεύουν - και να ’ναι απλά... η κορύφωση των καρναβαλικών εκδηλώσεων...

Ένας παγκόσμιος ιός, δύο κρούσματα στη γειτονιά, δέκα γουρλωμένα μάτια και πέντε πρόθυμοι... και άσε τη Χίο, τη Λέσβο και τη Σάμο να καίγονται. Δυο ξέστηθες, τρεις καλοσμιλεμένοι κώλοι με φτερά, πέντε άρματα, κάμποσοι καρναβαλιστές κι άσε τους ανθρώπους να θυμώνουν και να φοβούνται. Κι ας ξέρεις πως κι ο θυμός κι ο φόβος είναι κίνητρα. Τα χειρότερα συναισθήματα... κίνητρα. Αυτοί ήμαστε. Και τώρα; Τώρα πάμε για χαρταετό.

 

 

 

Σχόλια