Μαίρη Καριωτάκη

«Έσσετ’ ήμαρ...»

Πίστευε πως θα την αλώσει τη δική της “Τροία” μια μέρα... Και περνούσαν τα χρόνια. Αλλά δεν ερχόταν εκείνη η μέρα. Κι ήταν ήδη στα μισά του δρόμου...

«Στεναχωριέμαι για σένα... Στο τσακ σε πρόλαβε». Έτσι της είπε κι ήταν η στεναχώρια του πραγματική. Το ένιωσε, το είδε στο βλέμμα του. Στα χείλη της σχηματίστηκε πάλι εκείνο το γνωστό, πικρό χαμόγελο.

«Μη νοιάζεσαι. Δεν πειράζει», είπε και τον χτύπησε συγκαταβατικά στον ώμο (παρηγοριά σε κείνον ή μήπως ενδόμυχα στον εαυτό της;). «Θα ’ρθει όταν θα ’ναι η ώρα του», συμπλήρωσε και κατευθύνθηκε στη θέση εργασίας της.

Στο τσακ... Η ιστορία της ζωής της. Πάντα στο τσακ... Περνά ο χρόνος κι όλα την ξεπερνούν στο τσακ... Στο τσακ, για κάτι μόρια έχασε την εισαγωγή της στο πανεπιστήμιο την πρώτη φορά που έδωσε πανελλαδικές. Στο τσακ δεν μπήκε στη σχολή που ήθελε τη δεύτερη φορά. Στο τσακ πήραν τη φίλη της στο γραφείο που εκείνη ονειρευόταν να κάνει πρακτική. Στο τσακ! Όλα στο τσακ!

Στο τσακ έχασε το ταξίδι στη Νέα Υόρκη... Δύο δευτερόλεπτα νωρίτερα να έμπαινε στην αίθουσα θα το κέρδιζε αυτή. Αλλά όχι... το πεπρωμένο θες, η μοίρα, η τύχη, αυτό το όπως το λένε, τέλος πάντων, είχε άλλη άποψη... Έπρεπε να πιαστεί το τακούνι της κυρίας που προχωρούσε μπροστά της στη σχάρα του υπονόμου, να σκύψει εκείνη να της το ξεκαρφώσει, να χάσει πέντε λεπτά στα ευχαριστήρια και τελικά να μπει με καθυστέρηση κάποιων δευτερολέπτων στην αίθουσα και να πέσει πάνω στα χαμόγελα και τις φωτογραφίες!

«Σε έψαχνα... σε σένα ήθελα να το δώσω, αλλά νόμιζα πως δε θα έρθεις», της είπε ο προϊστάμενός της με τη στεναχώρια ζωγραφισμένη στα μάτια του. «Δεν πειράζει. Του χρόνου», του είπε και κατευθύνθηκε στη θέση της...

Στο τσακ δεν πρόλαβε την προθεσμία για τον διαγωνισμό... γιατί στο παρα-τσακ έμαθε γι’ αυτόν και μέχρι να προλάβει να μαζέψει όλα τα απαιτούμενα έγγραφα η καταληκτική ημερομηνία είχε περάσει.

Μια ζωή σπριντ και σκληρή δουλειά. Και την κρίσιμη ώρα, ένα τυχαίο γεγονός - που συμβαίνει μία στο εκατομμύριο - ή μια δική της αβλεψία και... τσακ! Πάει η ευκαιρία.

Στο τσακ χαιρέτησε πρώτα τη φίλη της ο Παναγιώτης και στο τσακ την πρόλαβε κι αυτή κι είπε πως είναι ερωτευμένη για πρώτη φορά μάλλον, γιατί δεν έχει ξαναδεί για κανέναν πεταλούδες και άστρα. Εδώ το ’χε να της πει «κι εγώ! Κι εγώ βλέπω άστρα και πεταλούδες όταν με πλησιάζει ο Παναγιώτης». Αλλά δε μίλησε. Στο τσακ συγκρατήθηκε και δεν είπε τίποτα... «Δεν πειράζει. Θα βρεθεί κάποιος άλλος που θα με κάνει να ’χω “παραισθήσεις”», σκέφτηκε και άλλαξε κανάλι.

Και πέρασαν τα χρόνια. Και ως τώρα η μόνη φορά που είχε παραισθήσεις ήταν τότε που έφτασε ο πυρετός στον Θεό κι έβλεπε πως ένα πάντα καθόταν στον καναπέ του σπιτιού της κι ένας γατόπαρδος τού έπλενε τα πόδια.

Στο τσακ την πρόλαβε η Κατερίνα κι έκανε την πρόταση για να βαφτίσει το παιδί του Γιώργου και της Λυδίας. «Εγώ και μόνο εγώ», ήταν ο όρος της Κατερίνας, για να προλάβει το λεφούσι που ετοίμαζε ο Γιώργος για νονούς. «Εγώ εσένα ήθελα νονά του παιδιού μου», της είπε έξω από την τουαλέτα του εξοχικού κέντρου που έκαναν το “γλέντι” η Λυδία. «Δεν πειράζει. Η Κατερίνα θα είναι καλή νονά. Στο επόμενο εγώ», της είπε, και κατευθύνθηκε στη θέση της. Και περνούσαν τα χρόνια κι η Λυδία άλλο παιδί δεν έκανε - γιατί πώς να το κάνει μέσα στην κρίση - κι εκείνη δεν έγινε νονά.

«Δεν πειράζει...». Για όλα είχε ένα δεν πειράζει. Και μια ελπίδα είχε για όλα. Απ’ όλον τον Όμηρο μια φράση είχε κρατήσει. «Έσσετ’ ήμαρ...», έλεγε, και το πίστευε. «Έσσετ ήμαρ, όταν ποτ ολώλη Ίλος ιρή». Και πίστευε πως θα την αλώσει τη δική της “Τροία” μια μέρα... Και περνούσαν τα χρόνια. Αλλά δεν ερχόταν εκείνη η μέρα. Κι ήταν ήδη στα μισά του δρόμου...

Κράτησε για λίγο την αναπνοή της, ίσα να κατευνάσει τα μέσα της. Ένα κύμα σηκωνόταν σιγά-σιγά και την έπνιγε. Άρχισε να σιγομουρμουρά από μέσα της το αγαπημένο της τραγούδι: “Καμιά φορά, φοράω τα λόγια μιας πληγής/ καμιά φορά ξεχνιέμαι αλλιώς, κι απ' όλους κρύβομαι”.

Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα... “Τη χαρά μου λες γιατί στην κάνω συμφορά/ και δε χωράει η ζωή να μπει στο γλέντι ούτε μια φορά”, συνέχισε το τραγούδι...

Σηκώθηκε από τη θέση της, πήρε την τσάντα της και κατευθύνθηκε στο γραφείο του προϊσταμένου της. «Δε νιώθω καλά. Πρέπει να φύγω», ψιθύρισε από την πόρτα. «Να φύγεις. Δεν πειράζει. Αύριο», της είπε. Στάθηκε για μια μόνο στιγμή και τον κοίταξε. Το είδε στο βλέμμα της... Του το ’δειξε. «Ναι, δεν πειράζει. Αύριο», είπε, κι έφυγε χωρίς να χαιρετήσει κανέναν...

 

 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια