Μαίρη Καριωτάκη

Τέσυ Μπάιλα: Όλοι έχουμε ισχυρούς δεσμούς με την Κρήτη

Το νέο της μυθιστόρημα, με τίτλο «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός, είναι ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα, απλωμένο σε μια μεγάλη χρονική περίοδο και με σημείο αναφοράς το Μεγάλο Κάστρο, το Ηράκλειο μας δηλαδή.

Η Τέσυ Μπάιλα είναι μια από τις πιο «διαβασμένες» συγγραφείς της σύγχρονης λογοτεχνίας. Τα βιβλία της γίνονται best seller και οι αναγνώστες της εκτός από τις ενδιαφέρουσες ιστορίες με τις εξαιρετικές πλοκές που έχουν απολαμβάνουν τη γραφή. Λυρική αλλά όχι πομπώδης καταφέρνει να πλάθει εικόνες τέτοιες που σου δημιουργούν την αίσθηση της αυτήκοης μαρτυρίας …. Το νέο της μυθιστόρημα, με τίτλο «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός, είναι ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα, απλωμένο σε μια μεγάλη χρονική περίοδο και με σημείο αναφοράς το Μεγάλο Κάστρο, το Ηράκλειο μας δηλαδή.

Το βιβλίο παρουσιάζεται σήμερα, Πέμπτη στο Ηράκλειο (στο Public Ηρακλείου, στις 19.00μ.μ.  και μ’ αυτή την αφορμή κάναμε μια σύντομη συζήτηση με τη συγγραφέα.

Μια σαντορινιά που γεννήθηκε στο Πειραιά γράφει μια ιστορία με αφετηρία την πόλη μου, το Μεγάλο Κάστρο. Όπου σας πάει η έμπνευση ή σας δένουν δεσμοί με τη Κρήτη;

Έχω την αίσθηση ότι όλοι έχουμε ισχυρούς δεσμούς με την Κρήτη, ανεξάρτητα από τον τόπο καταγωγής μας. Της οφείλουμε πολλά. Τόσο για τους αγώνες της για την ελευθερία όσο και για τον πολιτισμό της. Μας έχει κληροδοτήσει τεράστιες πνευματικές μορφές σε κάθε τομέα. Μοιάζει με ένα αστείρευτο πηγάδι Ιστορίας, λαογραφίας και πολιτισμού από όπου μπορεί κανείς να αντλήσει πρωτογενές υλικό και να δημιουργήσει πάνω σ’ αυτό. Άλλωστε το βιβλίο μου ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΕΠΑΙΖΕ ΜΕ ΤΙΣ ΣΚΙΕΣ είναι το δεύτερο που έχω γράψει με επίκεντρο την Κρήτη. Το 2013 είχε κυκλοφορήσει, επίσης από τις εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ το μυθιστόρημά μου ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΗΤΑΝ Η ΖΑΧΑΡΗ το οποίο κάλυπτε την περίοδο από το 1927 ως τις μέρες μας και μέσα από μια αληθινή σχεδόν ιστορία περνούσε τα ιστορικά και κοινωνικά ορόσημα που συντάραξαν την Κρήτη κατά τον εικοστό αιώνα, ιδιαίτερα κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και κατ’ επέκταση όλη τη χώρα.

 

Αλήθεια, πως ξεκινάνε τις ιστορίες σας. Θέλω να πω τι αναζητάτε στα «θέματά» σας;

Οι ιστορίες μου έχουν πάντα ως αφετηρία έναν ήρωα. Θέλω να πω, αρχίζω να γράφω όταν στο μυαλό μου έχει πάρει μορφή ένας συγκεκριμένος ήρωας και όχι μια ολόκληρη ιστορία. Σιγά σιγά ο ίδιος μορφοποιεί το ιστορικό και ανθρωπογεωγραφικό πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί. Αυτό που προσπαθώ να αναφαίνεται στη θεματογραφία μου όμως είναι ο αγώνας του ανθρώπου κάθε εποχής για την επιβίωση, για την ίδια την ανθρωπιά, ο πόνος του ανθρώπου για τον συνάνθρωπο. Και η διαχρονική του θέση μέσα στην Ιστορία.

 

Το βιβλίο σας καλύπτει μια τεράστια χρονική περίοδο και μάλιστα περνά μέσα από ημερομηνίες- ορόσημα. Πόσο εύκολο είναι να γράφεις σήμερα ένα μυθιστόρημα με τόσα πολλά ιστορικά στοιχεία;

Απαιτεί μια συστηματική έρευνα και μελέτη. Φυσικά έχω την άποψη ότι η όποια έρευνα κάνει ο συγγραφέας—και στις μέρες μας υπάρχουν πολλοί αξιόλογοι συγγραφείς που πραγματικά κάνουν σπουδαία έρευνα—θα πρέπει να παραμένει αθέατη στον αναγνώστη. Να μη «φωνάζει» την ύπαρξή της. Ο μυθιστοριογράφος θα πρέπει με ήπιο και διακριτικό τρόπο να επεξεργαστεί τα στοιχεία της έρευνας που κάνει ώστε να μην κουράζεται ο αναγνώστης ο οποίος έχει επιλέξει να διαβάσει ένα μυθιστόρημα και όχι ένα εγχειρίδιο Ιστορίας. Ο ρόλος του είναι διαφορετικό από εκείνον ενός ιστορικού. Ενώ ο ιστορικός ενδιαφέρεται για τη λογική ερμηνεία των γεγονότων ο μυθιστοριογράφος νοιάζεται κυρίως για την ένταση και τη φλόγα που τα δημιούργησε, για τα συναισθήματα που πυροδότησε στον απλό άνθρωπο.

 

Ανέστης και Μικέλε… Πόσο διαφορετικοί είναι τελικά κι αλήθεια, ποιος από τους δυο είναι πιο κοντά σε εσάς;

Είναι δύο εκ διαμέτρου αντίθετοι άνθρωποι. Ο Ανέστης είναι πιο ορθολογιστής, αγωνίζεται να σταθεί σε έναν αιώνα διάστικτο από ιστορικά γεγονότα που ματαιώνουν τα σχέδιά του και να βρει τον δρόμο του μέσα στην τέχνη σε μια εποχή που η τέχνη μοιάζει να μην έχει καμιά απολύτως θέση. Αρκεί να σκεφτούμε ότι γεννιέται τη σημαντική ημερομηνία για το Μεγάλο Κάστρο, την 25η Αυγούστου του 1898, την ημέρα του Μεγάλου Αρπεντέ στο Μεγάλο Κάστρο. Μια ημερομηνία η οποία σηματοδότησε την έναρξη της Κρητικής Πολιτείας και μερικά χρόνια αργότερα την Ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα. Και η ζωή τον φέρνει πολύ σύντομα στα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου όπου και τον συνθλίβει. Ο Ανέστης, γεννιέται πάνω σε ένα καΐκι την ημέρα της μεγάλης σφαγής του Ηρακλείου, στις 25 Αυγούστου του 1898. Μεγαλώνει με τον παππού και τη θεία Λουλουδιά από τους οποίους θα μάθει τις αξίες της ζωής αλλά και τι θα πει αγάπη μια και ο αυταρχικός και σκληρός πατέρας του δεν τον αποδέχεται καθώς θεωρεί πάντα ότι έγινε η αιτία να πεθάνει η μητέρα του. Θα γνωρίσει και κάτι ακόμα: Το ταλέντο του στη ζωγραφική, για το οποίο θα φύγει μια νύχτα από το σπίτι του, ύστερα από ένα οδυνηρό γεγονός  που θα σημαδέψει τη σχέση του με τον πατέρα του, ώστε να φτάσει στην Αθήνα κάποια στιγμή και να κάνει σχετικές σπουδές. Την ημέρα της Ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα ο Ανέστης βρίσκεται στα Χανιά όπου θα γνωρίσει τον Μικέλε, έναν φίλο ζωής αλλά και την Ισιδώρα στο πρόσωπο της οποίας θα ανακαλύψει τη μαγεία της εκφραστικής του καλλιτεχνικής δυνατότητας και τον ανομολόγητο έρωτα. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος θα γίνει η αφορμή να σταματήσουν τα όνειρα και οι ήρωες θα μεταφερθούν στα χαρακώματα. Από την τελευταία μεγάλη σφαγή των χριστιανών από τους Τουρκοκρητικούς, το 1898, στην Κρητική Πολιτεία και στην Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, κι από εκεί στους Βαλκανικούς πολέμους, στον Εθνικό Διχασμό, και από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι και τον Δεύτερο, ο Ανέστης θα βιώσει την αγωνία του ανθρώπου της εποχής να επιβιώσει μέσα στα καπρίτσια της Ιστορίας και να αναδείξει την καλλιτεχνική του έκφραση μέσα από τη μοναχικότητά του και τις πληγές που δημιουργεί στον άνθρωπο η μεγάλη Ιστορία, αναζητώντας την εξιλέωση μέσα στην τέχνη.

Ο Μικέλε, από την άλλη, είναι ο άνθρωπος που όλοι έχουμε ανάγκη. Να μας αρπάξει από το χέρι και να μας δείξει ότι υπάρχει μια ομορφιά στη ζωή που αξίζει να τη διεκδικήσουμε και βρίσκεται στα απλά πράγματα γύρω μας. Είναι ένας πιο ελεύθερος άνθρωπος, ένας μποέμ τύπος που θέλει να «ρουφήξει» τη ζωή και να χαρεί τις ηδονές που του προσφέρει ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες. Οι δυο τους σχηματίζουν ένα δίπολο αντιφάσεων αλλά και ανθρώπινης ευαισθησίας. Σίγουρα κάθε συγγραφέας «υπάρχει» μέσα στους ήρωές του. Άλλοτε σε μεγάλο βαθμό και άλλοτε σε μικρότερο κρύβει εντός τους προσωπικά στοιχεία. Τον Μικέλε τον αγάπησα βαθιά, ακριβώς γι’ αυτές τις ιδιότητες του χαρακτήρα του που προανέφερα. Τον Ανέστη όμως τον συμπόνεσα. Οι ψυχολογικές του διακυμάνσεις ήταν τόσο έντονες που συντάραξαν και εμένα.

 

Ο κεντρικός σας ήρωας είναι ένας καλλιτέχνης. Γενεσιουργός αιτία της δημιουργικότητας του ο πόνος, ο χαμός… Τη δική σας έμπνευση από πού την αντλείται;

Ο Καμύ έλεγε ότι «ένα έργο τέχνης είναι μια εξομολόγηση». Κάθε εξομολόγηση έχει αφετηρία μια δοκιμασία.

 

Η συζήτησή μας γίνεται με αφορμή τη παρουσίαση του νέου σας βιβλίου στο Ηράκλειο. Αλήθεια τι πιστεύεται ότι είναι αυτό που σας κάνει τόσο αγαπητή στο κοινό και τα βιβλία σας γίνονται πάντα best sellers; 

Σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά λόγια. Προσπαθώ πάντα να γράφω με μοναδικό κριτήριο τη γλωσσική αρτιότητα, όσο αυτό είναι εφικτό, και μια θεματολογική αξιοπρέπεια. Από εκεί και μετά ακολουθώ πάντα ό,τι μιλάει στη δική μου ευαισθησία. Αυτό έχει πρωταρχική σημασία για εμένα και τελικά για τους αναγνώστες.

 

Σχόλια