Μαίρη Καριωτάκη

Μήπως ήρθε η ώρα τα .."σύνεργα" να πάνε στα σκουπίδια;  

15 Απριλίου 2012….Κυριακή του Πάσχα. Πρωί. Στο σπίτι να έχουν ανάψει ήδη τα κάρβουνα κι εγώ .. να προσπαθώ να ξυπνήσω από το ξενύχτι της προηγούμενης μέρας. Kαφές Ελληνικός μοσχομυριστός, συνοδευόμενος από λαμπριάτικο κουλούρι της μαμάς και γραβιέρα φτιαγμένη από τα χεράκια του πατέρα..

 Πρωινή πασχαλινή ιεροτελεστία…. Δύο γουλιές καφές κι ύστερα.. η θήκη ανοίγει, το χαρτάκι βγαίνει, ο καπνός απλώνεται ομοιόμορφα, το φιλτράκι στη θέση του, σάλιωμα, τύλιγμα κι έτοιμος ο Ρουφ.

Πρωινό Κυριακής του Πάσχα του 2012…. Έτσι ξαφνικά κάτι μου «βρώμισε» ...

Μάλλον εγώ μου βρώμισα… Την στιγμή ακριβώς που έπιανα τον αναπτήρα, μι’ απαίσια μυρωδιά μου χτύπησε στα ρουθούνια. Τσιγαρίλα βαριά, συσσωρευμένη, δική μου και των εκατοντάδων άλλων που βρεθήκαμε την προηγούμενη μέρα στα ίδια μέρη.

Και μοιάζει σαν να' ταν αυτό η αφορμή που ασυναίσθητα, ανομολόγητα-γιατί μέχρι εκείνη τη ώρα ούτε που μου περνούσε από το μυαλό-  έψαχνα.

Ένα πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη μου. Πικρό από τη νικοτίνη; Μπα… μάλλον από τη συνειδητοποίηση της βλακείας που κουβαλάω. Την προηγούμενη μέρα, Μ . Σάββατο πρωί, κατέθεσα όλο το δώρο σε γνωστό καλλυντικάδικο αγοράζοντας τ' αγαπημένο μου άρωμα, κρέμες σώματος κι αρωματικά. Όλα για να μυρίζω όμορφα. Έχω εμμονή –το ξέρω- με τις μυρωδιές.

Κι ύστερα.. άναψα τσιγάρο.. Κι οι όμορφες μυρωδιές σκεπάστηκαν από τη τσιγαριλα. Δεν είναι λόγος αυτός για να χαμογελώ πικρά; Δεν είναι ένας καλός λόγος για να νιώθω βλάκας;

Ξαφνικά δεν είχα διάθεση για τσιγάρο. Το άφησα όπως ήταν στο τασάκι. Ήπια δύο γουλιές καφέ, έφαγα το πρωινό μου και σηκώθηκα από το κρεβάτι. Κατέβηκα στην αυλή να συναντήσω τους άλλους. Ευχές, αγκαλιές, φιλιά, τσουγκρίσματα και τσιμπολόγημα. Σαλάτες και καλτσουνια, αρνί και τσουρέκι κι άλλες ευχές κι άλλες αγκαλιές. Τραγούδια και χοροί και το κρασί, δικό μας κι αυτό, της οικογένειας, να ρέει σύντροφος καλός της δικής μας παρέας.

Κι οι ώρες να περνούν..κι εγώ να σκέφτομαι το έτοιμο, στριμμένο μου τσιγάρο που με περιμένει στο τασάκι πάνω, στο δωμάτιο μου… «Ένα κουράγιο ακόμα» να μου λέω και να διώχνω τη σκέψη.

Στην αρχή σκεφτόμουν να μετρήσω δυνάμεις. Πόσο μπορώ να κρατηθώ. Κι ύστερα μου έλεγα «αφού δεν κάπνισα ως τώρα, αμαρτία να το ανάψω». Και να περνούν οι ώρες …

Ήρθε η νύχτα, τα τραπέζια μαζεύτηκαν, οι αυλές καθαρίστηκαν, η παρέα έσπασε... Κουρασμένη κι εγώ , ίσως και για να μη σκέφτομαι, κοιμήθηκα νωρίς. Ανήσυχος ύπνος. Διακοπτόμενος διαρκώς…

Ξημέρωσε. Πρωινή πασχαλινή ιεροτελεστία . Διπλός ελληνικός καφές, λαμπριάτικο κουλούρι και γραβιέρα. Το τσιγάρο στο τασάκι. Το τασάκι στο γραφείο. Όχι δίπλα μου. Δεύτερη μέρα. Άντε να δούμε πόσο θ' αντέξω. Κατά το μεσημεράκι η ανησυχία χτυπάει κόκκινο. Είμαι έτοιμη να πάω στη βοήθεια του…γραφειου. «Αίσχος» μου λέω. «Που είναι η δύναμή σου; Σε κάνει κουμάντο ο αέρας;» .

Τσατίζομαι με τη φωνή μέσα μου αλλά την ακούω. Ανάσες. Ανάσες, ανάσες…. Πέρασε κι η δεύτερη μέρα. Τρίτη μέρα… επιστροφή στη δουλειά. Δυσκολεύουν τα πράματα. Στο γραφείο να μπαινοβγαίνει κόσμος, καπνιστές στη πλειοψηφία τους κ εγώ να κρατιέμαι.. Τα κατάφερα.

Τέταρτη μέρα, πέμπτη, έκτη…. Δέκα μέρες. Είκοσι… έκλεισε μήνας. «Καλά πως βγαίνεις τώρα; Δε θες ένα; Τη παλεύεις χωρίς τσιγάρο;». Ερωτήσεις φίλων. Λες και για να διασκεδάσεις πρέπει οπωσδήποτε να καπνίσεις. Ίδια ανοησία με το ότι για να περάσεις καλά πρέπει να πιείς.

15 Απριλίου του 2018. Έξι χρόνια μετά. Παραμένω «καθαρή».

Πέρασα το τελευταίο μάθημα για πτυχίο κι ήταν η μόνη φορά που, βγαίνοντας από την αίθουσα το ζήτησα. Δεν κάπνισα. Πέρασα ζόρια, προσωπικά και όχι μόνο και δεν κάπνισα. πέρασα στιγμές εσωτερικής μοναξιάς που δεν τις γύρεψα αλλά ..με βρήκαν. Δεν κάπνισα. Πέρασα αγωνίες.. εγώ, εμείς, η χώρα, ο κόσμος… δεν κάπνισα. Πήρα κιλά, τα έχασα. Κάποια τα ξαναπήρα. Δεν κάπνισα.

 Κόντεψε να σπάσει η καρδιά μου από ευτυχία και δεν άναψα ούτε ένα τσιγάρο… Βγήκα και ξαναβγήκα, διασκέδασα, χόρεψα, τραγούδησα, γέλασα.. και δε κάπνισα.

 Έξι χρόνια μετά.. ο αέρας μυρίζει αλλιώτικα. Βασικά μυρίζει. Όμορφα, άσχημα, δεν έχει σημασία. Αρκεί που μυρίζει κάτι άλλο πέρα από τσιγάρο. Το φαγητό, το φρούτο, το γλυκό, ο καφές, το τσάι ακόμη και το νερό έχουν άλλη γεύση. Βασικά έχουν γεύση.

Κι εγώ.. εγώ έχω άλλο αέρα. Να περπατάς χιλιόμετρα χωρίς να λαχανιάζεις. Ν’ανεβαίνεις σκάλες και να μην αγκομαχάς σαν κακοπαθημένο μοτοσακό. Αξία ανεκτίμητη πραγματικά.

Και βέβαια, στα πρακτικά της υπόθεσης, να σου μένουν στη τσέπη λεφτά. Να μη δίνεις 7,5 € την ημέρα για ένα …πουφ!!! 7,5€ την ημέρα;;;; Πώς;;; Με αυτές τις οικονομικές συνθήκες που αντιμετωπίζουμε όλοι; Αδύνατον.

Έξι χρόνια λοιπόν… Η θήκη, ο καπνός, τα χαρτάκια, τα φίλτρα κι η ταμπακιέρα, όλα τα σύνεργα, σ ένα τσαντάκι τα' χω ακομη στο τελευταίο συρτάρι του γραφείου. Στην αρχή για να μη με «σκοτώσει η ιδέα» ότι δεν έχω. Μετά γιατί τα ξέχασα. Τώρα; Ανάμνηση; Αγωνία μήπως μια μέρα τα ζητήσω; Ανασφάλεια; Ή μήπως όπως σε κάθε εξάρτηση, έτσι κι εγώ παραμένω πάντα … επιρρεπής;

Έξι χρόνια καθαρή ..και κάνω προσπάθεια ακόμη για να μη «πέσω» πάλι.

Όμως αλήθεια, μήπως μετά από έξι χρόνια ήρθε η ώρα τα σύνεργα να πάνε στα σκουπίδια;

ΥΓ. Αφού το κατάφερα εγώ, όλοι μπορούν να τα καταφέρουν. Μη το σκέφτεσαι. Σβήστο τώρα. Γιατί μπορείς.

ΥΓ2. Το χειρότερο μετά, είναι που συνειδητοποιείς τι έκανες όχι μόνο στον εαυτό σου, αλλά και στον κόσμο γύρω σου…! Όσα συγνώμη και να πεις σε μη καπνιστές, σε παιδιά, σε ηλικιωμένους που χωρίς ίχνος συναίσθησης αλλά με περίσσιο θράσος «μπάφιασες» δεν φτάνουν. Σεβασμό να δείχνετε καπνιστές. Δικαίωμα σας να καπνίζετε, υποχρέωσή σας να μην μας καπνίζετε.

Σχόλια