Μαρία Ελένη Νικηφόρου

Πάλι καλά που και η Σοφία Μπεκατώρου δεν «τά’ θελε και τά’ παθε»

Μόνο αυτό δεν έχουμε ακούσει (ακόμα) - Γράφει η Μαρία - Ελένη Νικηφόρου

Φρίττω. Αυτό είναι το μοναδικό ρήμα που είναι ικανό να περιγράψει την κατάστασή μου τις τελευταίες ημέρες. Όχι τόσο με τα όσα έρχονται στο «φως», αλλά κυρίως με την αντιμετώπιση μιας μεγάλης μερίδας του πληθυσμού απέναντί τους.

Προφανώς και αναφέρομαι στην υπόθεση της Σοφίας, αλλά και στις υποθέσεις όλων εκείνων των γυναικών που «παρακινήθηκαν» από τη Σοφία, προκειμένου να βρουν τη δύναμη να μοιραστούν και τα δικά τους βιώματα.

Αυτά τα βιώματα η Κοινωνία ΠΡΕΠΕΙ να τα ξέρει. Είτε έχουν περάσει 20 χρόνια, είτε έχουν περάσει 20 ώρες.

Και ΠΡΕΠΕΙ να τα ξέρει για να μη συντελεί, πλέον, ρόλο «τσιλιαδόρου» σε αυτά. Για να μην εθελοτυφλεί. Για να υπενθυμίζουμε στην Κοινωνία ότι η πατριαρχία είναι ακόμη εδώ και, πως εξαιτίας της, πολλές φορές, αυτά τα βιώματα τα αντιμετωπίζει με τον πλέον παράλογο τρόπο…

ΜΕΡΟΣ 1ο

Μετά τη Σοφία, μία δημοσιογράφος και μία γυναίκα πολιτικός (Μου φαίνεται απίστευτο που χρησιμοποιώ το ουσιαστικό «γυναίκα» για να επεξηγήσω το φύλλο ενός άλλου ουσιαστικού. Προχωράμε…) κατήγγειλαν δύο περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης από δύο (διαφορετικούς άνδρες) πολιτικούς. Η (συντριπτική) πλειοψηφία της Κοινωνίας αντέδρασε (τουλάχιστον) υποτιμητικά, δείχνοντας (χωρίς καμία αιδώ) πως όχι μόνο δεν πιστεύει αυτές τις δύο γυναίκες, αλλά και αναφέροντας πως «εξυπηρετούν συμφέροντα» και – όπως και στην περίπτωση της Σοφίας – σχολιάζοντας το χαρακτηριστικό «τώρα το θυμήθηκε;». (Εν τω μεταξύ, μιλάμε για την ίδια Κοινωνία που, παραδοσιακά, δεν εμπιστεύεται τους πολιτικούς, ωστόσο, εν προκειμένω τους «καλύπτει»…)

Το «πότε το θυμήθηκε» και το αν, στην πραγματικότητα, το ξέχασε ποτέ, είναι κάτι που δεν έχει καμία απολύτως σημασία για το κοινωνικό σύνολο. Αυτό που έχει, όμως, τεράστια σημασία για το κοινωνικό σύνολο είναι η ενθάρρυνση των γυναικών να μιλήσουν Δημόσια για ένα – οποιοδήποτε - περιστατικό εις βάρος τους, να αποτελέσουν παράδειγμα και για άλλες γυναίκες να πράξουν το ίδιο, αλλά και ανασταλτικό παράγοντα για την επανάληψη τέτοιων πράξεων.

Και δείτε τώρα ένα plot twist… Τους προηγούμενους μήνες, μία έφηβη κατήγγειλε στην αστυνομία (άμεσα και με ονοματεπώνυμα – για τους «τώρα το θυμήθηκε») τον ομαδικό βιασμό της από 7 – αν δεν κάνω λάθος – αγόρια. Θυμάστε ποια ήταν η άποψη που κυριάρχησε τότε; Στην ουσία, μερίδα της Κοινωνίας, κατηγόρησε την ίδια την έφηβη ότι «ήταν έξω αργά», ότι «έκανε παρέα με αγόρια», ότι «τά’ θελε και τά’ παθε» ρε παιδί μου.

Και αναρωτιέμαι. Τελικά, τι είναι… ορθό για την Κοινωνία; Να καταγγέλλεις το βιασμό σου:

α) εκείνη τη στιγμή, με κίνδυνο να κατηγορηθείς για χίλιες – δύο μπούρδες;

β) μετά από 20 – 30 – 40 χρόνια, με κίνδυνο να κατηγορηθείς ότι επιδιώκεις ίδιον όφελος;

γ) ποτέ, γιατί ΠΑΝΤΑ – με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο – θα «φταις» εσύ, οπότε ζήσε για όλη σου τη ζωή με το φόβο, τις ενοχές, τη ντροπή... που – σε άλλη περίπτωση – θα ενισχύονταν από τα άλλα ανυπέρβλητα σχόλια του στυλ «γιατί δεν είπες όχι;».

Δίδαξε στα αγόρια σου το σεβασμό και μάθε στους άνδρες σου ότι το «όχι» σημαίνει «ΟΧΙ»

Αγαπημένη μου Κοινωνία, δίδαξε πρώτα στα αγόρια σου το σεβασμό και μάθε στους άνδρες σου ότι το «όχι» δε σημαίνει τίποτα περισσότερο από «ΟΧΙ». Έως τότε, σε παρακαλώ, μην εκφέρεις αναχρονιστικές απόψεις στο Δημόσιο Λόγο.

ΜΕΡΟΣ 2ο

Και μιας και μίλησα για «αναχρονιστικές απόψεις στο Δημόσιο Λόγο», πάρτε ένα ωραιότατο παράδειγμα:

«Τις έβλεπες να βγαίνουν από τα γραφεία των καθηγητών στο Πανεπιστήμιο, οι αιθέριες υπάρξεις της Σχολής, ενώ οι πιο μέτριες εμφανισιακά έβρισκαν κάποιον καλό συμφοιτητή τους, που θα τους έδινε τις σωστές σημειώσεις για να πάρουν τα μαθήματα χωρίς να διαβάζουν από τα βιβλία […]

[…] Πάλι κάποιες - που είχαν και τα ανάλογα προσόντα φυσικά - προχωρούσαν χρησιμοποιώντας το… σεξαπίλ τους (ας το πούμε έτσι). […]

[…] Μια πρακτική τόσο παλιά όσο και η παρουσία της γυναίκας στην κοινωνική ζωή. […]

[…] Έχει κανείς αμφιβολία ότι αν ζούσε σήμερα η ξανθιά sex symbol των 50’s και 60’s (σ.σ. αναφέρεται στη Μέριλιν Μονρόε), δε θα έβγαινε να παρουσιάσει τον εαυτό της σαν θύμα “σεξουαλικής παρενόχλησης”;

Όπως έγινε και στην περίπτωση του Χάρβεϊ Γουάινστιν, του Αμερικανού παραγωγού του Χόλιγουντ, που συγκλόνισε τη showbiz πριν από ένα-δύο χρόνια. Του παραγωγού που κατηγορήθηκε ότι παρενοχλούσε τις ηθοποιούς προκειμένου να τους δώσει ρόλους στις ταινίες του. Αυτές προφανώς πήραν τους ρόλους, τα λεφτά, τη δόξα και μετά από δεκαετίες το θυμήθηκαν και τον κατήγγειλαν. […]»

Ο κειμενογράφος χαρακτηρίζεται ως «αρθρογράφος» στο site όπου δημοσιεύτηκε το παραπάνω. Και εννοείται πως ο καθένας μπορεί να έχει τις προσωπικές του πεποιθήσεις για το οτιδήποτε, όμως, ειλικρινά απορώ πως επιτράπηκε στο παραπάνω κείμενο να έχει θέση στο Δημόσιο Λόγο.

Γιατί; Γιατί, εγώ προσωπικά, φρίττω με την εξόφθαλμη προσβολή των γυναικών και την αναπαραγωγή σεξιστικών πεποιθήσεων.

Το παραπάνω κείμενο «τσουβαλιάζει» τις - υποκειμενικά - όμορφες γυναίκες, παρομοιάζοντάς τες ως εκμεταλλεύτριες της (υποτιθέμενης) ομορφιάς τους. «Τσουβαλιάζει» δε, και τις «μέτριες» - κατά εκείνον - γυναίκες ως εκμεταλλεύτριες των (άμοιρων) ανδρών. Και έπειτα, κατηγορεί - χωρίς αιδώ - όχι μόνο μια νεκρή ηθοποιό, αλλά και τα θύματα του καταδικασμένου από την Αμερικανική Δικαιοσύνη, Γουάινσταιν. Λες και ήταν παρόν, ρε παιδί μου, γιατί η Αμερικανική Δικαιοσύνη δεν ξέρει, αλλά ξέρει ο «αρθρογράφος».

ΜΕΡΟΣ 3ο

Όλα καλά, κύριε «αρθρογράφε». Να σου δώσω και ένα παράδειγμα στο γιατί το κείμενό σου δε θα έπρεπε να είχε θέση στο Δημόσιο Λόγο; Στο γιατί είναι προσβλητικό και επικίνδυνο;

Όταν ήμουν στο τελευταίο εξάμηνο της Σχολής μου, πριν από 4 - 5 χρόνια, ένας καθηγητής με κάλεσε στο γραφείο του, προκειμένου να πάρω ένα θέμα για εργασία. Δεν θυμάμαι αν κάλεσε μόνο εμένα (επειδή δεν είχα παραβρεθεί στο συγκεκριμένο μάθημα, όποτε ανετίθεντο οι εργασίες) ή αν καλούσε στο γραφείο του όλους τους φοιτητές. Κάθισα στην καρέκλα απέναντι του, μας χώριζε το γραφείο του. Παρατηρούσα το βλέμμα του, το οποίο ήταν «καρφωμένο» στο στήθος μου. Παρατηρούσα τα χείλη του, τα οποία έγλειφε συχνά. Όταν του είπα το θέμα της εργασίας που ήθελα να αναλάβω, με ειρωνεύτηκε, καθώς γνώριζε την πολιτική μου ταυτότητα. Έπειτα, χωρίς καμία πρόφαση, σηκώθηκε όρθιος και ήρθε από πάνω μου, «αγκαλιάζοντας» την καρέκλα μου και ακουμπώντας τα χέρια του στο γραφείο του. Θυμάμαι να τρέμω, να με λούζει κρύος ιδρώτας και να βρίσκω αφορμές, προκειμένου να φύγω. Θυμάμαι να βγαίνω από το γραφείο, τρέμοντας, σχεδόν, και να περιγράφω τα όσα συνέβησαν στην παρέα μου. Θυμάμαι να μου λένε πως «έτσι είναι αυτός» και πως «είσαι στο τελευταίο εξάμηνο, δε θα θέλεις να έχεις μπλεξίματα». Οπότε, σώπασα. Οπότε, το ξέχασα με τα χρόνια, και το θυμόμουν μόνο όταν διάβαζα ή άκουγα για περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης.

Δεν ήμουν μία εκ των «αιθέριων υπάρξεων» της Σχολής μου, όπως περιγράφει ο «αρθρογράφος», ούτε και «εκμεταλλεύτηκα» την (υποτιθέμενη) ομορφιά μου για να «πάρω» εργασία ή βαθμό. Ούτε εγώ, ούτε και άλλες συμφοιτήτριές μου που, ενδεχομένως, βίωσαν το ίδιο τρέμουλο στο γραφείο του.

Οπότε, αγαπητέ μου «αρθρογράφε», ας μη θυματοποιούμε τους θύτες και ας μην εξαπολύουμε κατηγορίες χωρίς να γνωρίζουμε. Και δη, στο Δημόσιο Λόγο.

ΜΕΡΟΣ 4ο

Όπως επίσης, ας μη δημιουργούμε ένα ακόμη δυσκολότερο κλίμα για τα θύματα σεξουαλικής και (άλλης) φυλετικής βίας.

Εφόσον, για παράδειγμα, η δημοσιογράφος και η γυναίκα πολιτικός χλευάστηκαν από μέρος της κοινωνίας για τη δημοσιοποίηση του δικού τους βιώματος, με ποια δύναμη θα βγει ένα άλλο θύμα να δημοσιοποιήσει την ιστορία του, όταν θα θεωρεί πως και εκείνο δε θα γίνει πιστευτό ή θα κατηγορηθεί με αποτέλεσμα οι - ήδη υπάρχουσες - ενοχές, να ενταθούν μέσα του;

Και για τους «ούτε να φλερτάρουμε δε θα μπορούμε πλέον», σεξουαλική παρενόχληση υφίσταται - μεταξύ άλλων - όταν ο άνθρωπος που έχεις απέναντί σου, σου πει - ή καταλάβεις - πως η συμπεριφορά σου δεν είναι αποδεκτή. (Τα λέει πιο ωραία ΕΔΩ).

Οι γυναίκες «υπερβάλλουν», «προκαλούν», «εξυπηρετούν ίδια οφέλη», ενώ οι άντρες «είναι άντρες», «είναι κυνηγοί», «παρεξηγούνται»

Είναι γνωστό πως στην Ελλάδα, δεν υπάρχει πλαίσιο προστασίας για τα θύματα σεξουαλικής βίας. Είναι γνωστό πως οι γυναίκες «υπερβάλλουν», «προκαλούν», «εξυπηρετούν ίδια οφέλη», ενώ οι άντρες «είναι άντρες», «είναι κυνηγοί», «παρεξηγούνται»…

Είναι γνωστό πως στην Ελλάδα, η γυναίκα πρέπει να «προσέχει», να «μην ντύνεται προκλητικά», να «μη δίνει δικαιώματα», να «μη συχνάζει σε ερημικές περιοχές», να «κάνει μαθήματα αυτοάμυνας».

Πότε, όμως, θα γίνει αυτονόητο, στην Ελλάδα, πως ο άντρας πρέπει να μάθει να σέβεται;

(Φωτογραφία Rawpixel)

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια