Μαρία Ελένη Νικηφόρου

Πρόσφυγες, μετανάστες και άλλα «δεινά»

Γιατί οι λέξεις «παίζουν» το ρόλο τους

Διαβάζω τους απανταχού ειδήμονες και σχολιαστές περί πάντων και απάντων του Facebook, οι οποίοι είναι κατηγορηματικοί: Δεν υπάρχουν «πρόσφυγες». Είναι όλοι τους «λαθρομετανάστες»! (ούτε καν “μετανάστες”!).

Και επειδή σε αυτή τη χώρα αγαπάμε τις - κάθε είδους - “ταμπέλες” και δε διστάζουμε να τις τοποθετούμε σε ανθρώπους, ασυγκράτητα, αναίτια και αβίαστα, καλό είναι, έστω, να τις χρησιμοποιούμε σωστά.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 της Σύμβασης της Γενεύης (1951), ως “πρόσφυγας” ορίζεται το άτομο που βρίσκεται εκτός της χώρας καταγωγής τους, καθώς σε αυτήν έχει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, κοινότητας, συμμετοχής σε κοινωνική ομάδα, ή πολιτικών πεποιθήσεων, και εξαιτίας αυτού του φόβου δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν. Εν ολίγοις, “πρόσφυγας” είναι το άτομο που καταφέρνει να διαφύγει από ένοπλες συρράξεις ή διώξεις, που έχει δει το σπίτι του να γκρεμίζεται, την αδερφή του να βιάζεται, το παιδί του να πέφτει νεκρό...

Ενημερωτικά, πάντως, για όλους εκείνους που διατείνονται πως οι πρόσφυγες πρέπει «να γυρίσουν πίσω στη χώρα τους», λυπάμαι, αλλά μία από τις θεμελιώδεις αρχές του Διεθνούς Δικαίου ορίζει ρητά πως οι πρόσφυγες δεν πρέπει να επαναπροωθούνται σε τοποθεσίες ή καταστάσεις όπου τίθεται κίνδυνος για την ελευθερία ή την ίδια τους τη ζωή. Αντιθέτως, η χώρα η οποία υποδέχεται έναν πρόσφυγα είναι υποχρεωμένη να του παράσχει προστασία.

Ο “μετανάστης”, από την άλλη, φεύγει από τη χώρα του «από επιλογή», αναζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης (κυρίως εργασιακές και οικονομικές, αλλά και εκπαιδευτικές) για εκείνον και την οικογένειά του. Εάν θελήσει να επιστρέψει στη χώρα του, θα επιστρέψει με ασφάλεια και θα συνεχίσει να απολαμβάνει την προστασία της κυβέρνησής της.

Επιτρέψτε μου, ωστόσο, σε αυτό το σημείο μια παρένθεση. Το ότι ο μετανάστης «επιλέγει» να φύγει, δε σημαίνει ότι παίρνει αυτή την απόφαση όπως παίρνουμε την απόφαση να... πάμε διακοπές. Το να ζεις σε μια χώρα με οικονομική εξαθλίωση, υψηλούς δείκτες ανεργίας και εγκληματικότητας, κοινωνικές ανισότητες, περιορισμένη πρόσβαση στην Υγεία, την Παιδεία κ.λπ. δε νομίζω πως προσιδιάζει με τις βέλτιστες συνθήκες ζωής. Επομένως, ναι, θα φύγεις. Θα φύγεις γιατί θέλεις τα παιδιά σου να πάνε σχολείο, γιατί θέλεις η οικογένειά σου να έχει ένα πιάτο φαγητό, γιατί θέλεις να δουλέψεις για ένα “καλύτερο αύριο”.

Τώρα, όσον αφορά τον όρο “λαθρομετανάστης”, νομικά είναι άκυρος, ετυμολογικά είναι ασταθής, πολιτικά είναι φορτισμένος και κοινωνικά είναι αηδιαστικός.

Και εξηγούμαι:

Το 2018, ο Άρειος Πάγος αποφάσισε την απαγόρευση της χρήσης της λέξης “λαθρομετανάστης” σε νομικά έγγραφα και δικαστικές αποφάσεις. Νομικά, λοιπόν, είναι άκυρος.

Η λέξη “λαθρομετανάστης” είναι σύνθετη (λαθραίος + μετανάστης). Το ρήμα “λανθάνω” σημαίνει «υπάρχω χωρίς να είμαι αντιληπτός, διαφεύγω την προσοχή». Ο Μπαμπινιώτης (2004) ορίζει τη συγκεκριμένη λέξη ως ένα «πρόσωπο που εγκαθίσταται παράνομα σε μία χώρα, χωρίς να χρησιμοποιεί τις νόμιμες διαδικασίες» (ενημερωτικά, σε παλαιότερα λεξικά ο όρος “λαθρομετανάστης” δεν υφίσταται καν, δεν υπάρχει). Όμως, πόσο σωστό είναι να χαρακτηρίσουμε “λαθραίο” έναν άνθρωπο, μία οντότητα; Ως “λαθραίο” μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο κάποιο αντικείμενο ή μια πράξη. Και θα μου πείτε, δεν υπάρχουν οι λέξεις “λαθροκυνηγός”, “λαθρέμπορος”, “λαθρεπιβάτης”, “λαθραναγνώστης” κ.λπ., κ.λπ.; Υπάρχουν. Όμως δείτε: Ο “λαθροκυνηγός” δεν είναι ο λαθραίος άνθρωπος που κυνηγάει, αλλά ο άνθρωπος που κυνηγάει με λαθραίο τρόπο. Ο “λαθρέμπορος” δεν είναι ο λαθραίος άνθρωπος που κάνει εμπόριο, αλλά ο άνθρωπος που κάνει εμπόριο με λαθραία τσιγάρα - ας πούμε. Η διαφορά με τη λέξη “λαθρομετανάστης” είναι η χρήση της. Είναι ξεκάθαρο πως τη χρησιμοποιούμε μειωτικά ως προς τον άνθρωπο (ο Παντελής Μπουκάλας γράφει - τόσο παραδειγματικά - σε άρθρο του τον Οκτώβριο του 2019, στην εφημερίδα “Καθημερινή”: «Δεν έχουμε δει ακόμη Αμυγδαλέζες και Μόριες γεμάτες με “λαθραναγνώστες”»). Ετυμολογικά, λοιπόν, είναι ασταθής.

Και πάμε σε αυτό που γράφω λίγο πιο πάνω. Στον τρόπο που χρησιμοποιούμε τη λέξη “λαθρομετανάστης”. Είναι χαρακτηριστικό πως η Διεθνής Αμνηστία δε χρησιμοποιεί τον όρο “λαθρομετανάστης” (ούτε τον όρο “παράνομος μετανάστης”), καθώς είναι μειωτικός για τις προσωπικότητες αυτών των ανθρώπων. Έτσι, αντιπροτείνει τη χρήση του όρου “παράτυπος μετανάστης” - για τους μετανάστες που δεν έχουν άδεια εισόδου ή διαμονής σε μία χώρα. Είναι αναντίρρητο πως η λέξη “λαθρομετανάστης” είναι συνδεδεμένη με την εγκληματικότητα, την έχουμε στο μυαλό μας ως κάτι κακό και δεν είναι λίγοι εκείνοι που τη χρησιμοποιούν κακοπροαίρετα, αλλά και μαζικά, εξισώνοντας, έτσι, όλους τους μετανάστες ή πρόσφυγες. Μάλιστα, όποιος έχει κρίση, μπορεί πάρα πολύ εύκολα να κατατάξει πολιτικά, όσους χρησιμοποιούν αυτόν τον όρο... Πολιτικά, λοιπόν, είναι φορτισμένος.

Η λέξη “λαθρομετανάστης” γράφτηκε και ακούστηκε για πρώτη φορά, περίπου, το 1920, από τον υπουργό Εργασίας των ΗΠΑ. Ξέρετε ποια ήταν τότε η διαφορά; “Λαθρομετανάστες” αποκαλούνταν - σχεδόν - κατ’ αποκλειστικότητα οι Έλληνες μετανάστες στις ΗΠΑ. «Πόσα περιστατικά Ελλήνων λαθρομεταναστών δε μας είναι γνωστά. Χιλιάδες άνθρωποι γυμνητεύουν, πεινούν περιφερόμενοι εις τον Καναδάν ή την Αργεντινήν όπου έχουν αποσταλή πλανηθέντες παρά των πρακτόρων αυτών οι οποίοι εφρόντισαν να πείσουν τούτους ότι η Γη της Επαγγελίας είναι εκεί και ότι τα δολάρια τους αναμένουν εις τας προκυμαίας. [...] Με ατμόπλοιον επέστρεψαν προ ημερών 17 λαθρομετανάσται. Ούτοι κατήγγειλαν ότι εξαπατήθησαν ενταύθα υπό διαφόρων πρακτόρων, ότι τους πήραν και την τελευταίαν πεντάραν και ότι εις τα αμερικανικά εδάφη αντί χρυσού εύρον την πείναν και την απόγνωσιν... “Φωνάχτε σε όλο τον κόσμο”, κατέθεσαν ούτοι. “Γράφτε στις εφημερίδες να μη φεύγη κανείς για εκεί! Τι τραβήξαμε δεν λέγεται. Φυλακή, πείνα, θάνατος, κακομοιριά”. Μόλις αποβιβασθούν εις τον Καναδάν ή την Αργεντινήν τους περικυκλώνουν διάφορα πρόσωπα και τους υπόσχονται ότι θα τους εισαγάγουν εις το έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών [αλλά] κατόπιν πολλών περιπετειών τους εγκαταλείπουν πειναλέους και ρακένδυτους», γράφει η εφημερίδα “Εμπρός” στις 26 Απριλίου 1929.

Σας θυμίζει κάτι; Δεν κάνατε, έστω και για μερικά δευτερόλεπτα, την αντιστοιχία με τους ανθρώπους που έρχονται στην Ελλάδα μέσα σε βάρκες ή έχοντας περπατήσει χιλιόμετρα ολόκληρα με τα υπάρχοντα ή τα παιδιά τους στην αγκαλιά; Μη μου πείτε ότι δεν κάνατε την αντιστοιχία με όλους εκείνους που εξαπατώνται από τα κυκλώματα διακίνησης, που τους συμπεριφέρονται σαν να είναι ζώα και τους παίρνουν από τα χαρτιά τους (να γιατί τους αποκαλείτε “παράνομους”) μέχρι όλα τους τα χρήματα. Κοινωνικά, λοιπόν, είναι αηδιαστική.

Αντί επιλόγου, μια πρόταση-παραίνεση: Δείτε την ταινία “Ο Έλληνας γείτονας” του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ (1969).

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια