Μαρία Ελένη Νικηφόρου

Ένα βαγόνι γεμάτο «άψυχες» ψυχές

Και μια ιστορία, λίγο πολύ γνωστή...

Η ιστορία, λίγο πολύ γνωστή. Ένα κορίτσι από την επαρχία πηγαίνει στην Αθήνα για να σπουδάσει. Κουβαλά στις βαλίτσες της όνειρα, ελπίδες και τεράστια περιέργεια για όλα όσα θα ζήσει εκεί. Το μόνο που δεν έχει πάρει μαζί της είναι καχυποψία, επιφυλακτικότητα και λίγος (όσος πρέπει, βρε παιδί μου) φόβος.

Και η συνέχεια της ιστορίας είναι λίγο πολύ γνωστή. Αφού ένα βροχερό απόγευμα, το κορίτσι μπαίνει στο σταθμό του μετρό - στην Ομόνοια - και περιμένει. Περιμένει, περιμένει - μαζεύεται πολύς κόσμος στο μεταξύ - μέχρι που έρχεται ο συρμός του. Ήταν τότε ο συρμός «Άγιος Δημήτριος». Σα σαρδέλες οι άνθρωποι μέσα στο βαγόνι, ξέρετε, το κορίτσι πάει και στέκεται στην απέναντι πόρτα. Μπροστά της έρχονται δύο τύποι, ένας ψηλός και γεροδεμένος και ένας κοντούλης και αδύνατος. Ο ψηλός στέκεται ακριβώς μπροστά της και ο κοντός στο πλάι της (από την άλλη πλευρά του κοριτσιού είναι τα καθίσματα και πίσω της η πόρτα). Ήταν, λοιπόν, σα να την είχαν περικυκλώσει: Η πόρτα και τα καθίσματα, από τη μία και οι άνδρες, από την άλλη. Το κορίτσι ακούει μουσική από το κινητό της, το οποίο έχει στη μπροστινή τσέπη της τσάντας της. Ο συρμός ξεκινάει, ο κορίτσι σπρώχνει - κατά λάθος -τους τύπους, τους λέει «συγγνώμη», ο κοντός χαμογελάει. Περνάει λίγο ώρα, οι τύποι κοιτάζονται, τη στριμώχνουν ακόμη περισσότερο, ο κοντός βάζει το χέρι του στην τσέπη, βγάζει ένα μικρό μαχαίρι, το εκτείνει προς το κορίτσι, το κορίτσι, πιθανολογώ, τον κοιτάζει σαστισμένο, ο κοντός εκτείνει ξανά το μαχαίρι και με ένα νεύμα του κεφαλιού του της δείχνει το κινητό. Το κορίτσι, το οποίο, μάλλον, εξακολουθεί να είναι σαστισμένο, βγάζει το κινητό από την τσέπη της τσάντα της, κάνει μια κίνηση σα να το δείχνει στον κοντό, ρίχνει μια ματιά και στον ψηλό - ο συρμός έχει ήδη σταματήσει στην Ακρόπολη - και μέχρι να γυρίσει το βλέμμα της στο κινητό της, ο κοντός της είχε πάρει το κινητό από τα χέρια (της άφησε, όμως, τα hands free), οι πόρτες του συρμού έχουν ήδη ανοίξει και οι δυο τους έχουν γίνει ένα με το πλήθος που έχει κατέβει στην Ακρόπολη.

Οι πόρτες κλείνουν. Το βαγόνι ξεκινά. Το κορίτσι εξακολουθεί να κοιτάζει σαστισμένο τη στάση και τους ανθρώπους που τρέχουν προς την έξοδο, από το παράθυρο της πόρτας. Δεν έχει καταλάβει τι έχει συμβεί. Κοιτάζει στα δεξιά του. Το βαγόνι σε εκείνο το σημείο τελειώνει. Απέναντι της κάθονται 3 γυναίκες και οι 3 γύρω στα 50. Στα απέναντι καθίσματα (αυτά που είναι “πλάτη” σε εκείνη), άλλη μια γυναίκα - νεαρότερης, ίσως, ηλικίας και ένας ηλικιωμένος άνδρας. 

Το κορίτσι κοιτάζει επίμονα, για λίγα δευτερόλεπτα, τις 3 γυναίκες, σα να ψάχνει μια επιβεβαίωση, μία συμπόνια, σα να θέλει να καταλάβει, απλώς, ότι ήταν αυτόπτες μάρτυρες, ότι αντιλήφθηκαν τι συνέβη ένα λεπτό πριν.

Βλέπει και τις 3 γυναίκες να την κοιτάζουν, όμως, με το που στρέφει το βλέμμα της σε αυτές, η μία γυρνάει το κεφάλι της στο παράθυρο, ατενίζοντας (;) το μαύρο, κατάμαυρο κενό, με τα μικρά κίτρινα φώτα, η δεύτερη χαμηλώνει το βλέμμα της, σα να διαβάζει το βιβλίο που είχε στα πόδια της και η τρίτη, απλώς, δεν κάνει τίποτα, εξακολουθεί να κοιτάζει το κορίτσι, όμως με ένα βλέμμα περίεργο, κενό.

Το κορίτσι πάει να βγάλει φωνή, και βγαίνει μια βουβή κραυγή από τα σπλάχνα της. Προσπαθεί ξανά, τραυλίζοντας λίγο: «Συγγνώμη, μόλις με λήστεψαν και… δεν έχω… θα μπορούσατε να μου δώσετε ένα κινητό, να πάρω κάποιον, να πάρω την αστυνομία; Συγγνώμη…», λέει χαμηλόφωνα. Δεν αλλάζει τίποτα. Προσπαθεί ξανά, με δυνατότερη φωνή, αυτή τη φορά: «Ένα κινητό θα ήθελα, μόλις έκλεψαν το δικό μου…». Η γυναίκα συνεχίζει να κοιτά έξω από το παράθυρο, η γυναίκα με το βιβλίο της “ρίχνει”, απλώς, ένα βλέμμα και επιστρέφει στο βιβλίο της και η γυναίκα με το κενό βλέμμα, τώρα κοιτάζει το διάδρομο. «Ένα κινητό, παρακαλώ. Σας παρακαλώ, δεν ξέρω τι να κάνω… Ένα τηλέφωνο θέλω μόνο». Βουρκώνει. Κοιτάζει γύρω της, στην τελευταία της προσπάθεια, με τη δυνατότερη ένταση από όλες, απευθύνεται σε όλο το βαγόνι, σε όσους μπορεί να την ακούσουν. Και πράγματι, τους είδε όλους να την κοιτάζουν, όμως κανέναν να τη βλέπει πραγματικά. Κανενός το βλέμμα δεν υποδείκνυε, έστω, λίγη κατανόηση. Κανένας δεν έκανε μια κίνηση να πιάσει το τηλέφωνό του και ας το μετάνιωνε μετά, κι ας μην της το έδινε. Κανένας δεν της είπε μια κουβέντα∙ ένα «Σε καταλαβαίνω», ένα «Μην αγχώνεσαι», ένα «Όλα θα πάνε καλά», ίσως μόνο αυτό, το τελευταίο, ίσως ακόμη κι αυτό θα τη βοηθούσε εκείνη τη στιγμή.

Ακούει το καμπανάκι για τις πόρτες. Εδώ είναι η στάση της. Το κορίτσι κατεβαίνει. Βρίσκει τους security, τους διηγείται τι συνέβη, της λένε να πάει στην Αστυνομία. Ανεβαίνει τα σκαλιά. Πάνω την περιμένει η Κ., της λέει τι έγινε, ξαναμπαίνουν στο μετρό και πάνε στο Σύνταγμα. Βρίσκουν το αστυνομικό Τμήμα, οι αστυνομικοί τη ρωτούν αν ήταν IPhone, απαντά «όχι», τη ρωτούν αν θέλει να κάνει μήνυση «κατά αγνώστους», λέει «ναι», της λένε πως το παράβολο είναι 50 ευρώ, «κι αν το βρει ποτέ (το κινητό)» και πως «το πιο πιθανό είναι μέχρι αύριο να έχει πουληθεί στο Μοναστηράκι (το κινητό, πάλι)», αλλάζει γνώμη και φεύγει.

Έχουν περάσει, πόσα, 7-8 χρόνια; Το κορίτσι ακόμη θυμάται αυτό το περιστατικό. Όχι τη ληστεία, αυτή καθ’ αυτή. Για την ακρίβεια, μόνο η ληστεία δεν την “άγγιξε” ποτέ πραγματικά…. Θυμάται όλα τα’ άλλα. Τα “παγωμένα” βλέμματα που κοιτούν το κενό, τη βοήθεια που δεν της δόθηκε, τη συμπόνια που περίμενε να λάβει. Για χρόνια προσπαθούσε να δικαιολογήσει, μέσα της, τους ανθρώπους σε εκείνο το βαγόνι… Οκ, είναι 2011 - 2012, ο όρος «οικονομική κρίση» αρχίζει να συζητείται ολοένα και περισσότερο, η ανεργία - ήδη από το 2008 - ολοένα αυξάνεται και μαζί τους, αυξάνεται και η εγκληματικότητα, το στρες, η κατάθλιψη. Οκ, λοιπόν, όλοι έχουν προβλήματα, «γιατί να ασχοληθούν με το δικό σου;», «υπάρχει αυξανόμενος φόβος», «δεν ξέρεις ποιος είναι ο άλλος», «γιατί να βοηθήσεις έναν άγνωστο;», σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν, στην προσπάθειά της να κατανοήσει την απραξία των ανθρώπων σε εκείνο το βαγόνι. Αρχικά δεν μπορούσε, έπειτα το έκανε.

Σκεφτόταν αν η κρίση “σκότωσε” την ανθρωπιά, αν φταίνε οι γρήγοροι ρυθμοί της καθημερινότητας, αν φταίει η εγκληματικότητα στην Αθήνα που είναι (έγιναν) έτσι οι κάτοικοί της, έλεγε ότι σίγουρα δεν είναι όλοι έτσι, σκεφτόταν ότι, βασικά, δε “φταίει” η Αθήνα και η κάθε Αθήνα, αναρωτιόταν πόση μοναξιά υπάρχει σήμερα μεταξύ των ανθρώπων, πόση αποξένωση, πόση αλλοτρίωση, πόση ανασφάλεια (σε όλα τα επίπεδα), διαπίστωνε ότι γι’ αυτό έχει “χαθεί” η ευγένεια, η αλληλεγγύη, η εμπάθεια, η αγάπη και μετά, πάλι, έλεγε στον εαυτό της ότι υπάρχουν και εξαιρέσεις, τις βλέπεις, τις ζεις κάθε μέρα…

Βάλε τον εαυτό σου στη θέση των ανθρώπων σε εκείνο το βαγόνι του μετρό. Εσύ τι θα έκανες; Εσύ αύριο θα έδινες το κινητό σου σε μια 18χρονη, που “πέτυχες” στο δρόμο, για παράδειγμα; Πάντα, όταν διηγούμαι αυτή την ιστορία, κάνω στους συνομιλητές μου - και, στον εαυτό μου - αυτή την ερώτηση. Όλοι μου έχουν πει «ναι», όμως πόσες φορές προσπερνάμε - κυριολεκτικά και μεταφορικά - ανθρώπους που χρειάζονται βοήθεια; Μπορεί και να σταματήσουμε, να βοηθήσουμε, όμως πόσες φορές έχουμε προσπεράσει, για τους χ,ψ λόγους; Όλοι μας. Γι’ αυτό, πλέον, ακόμη κι αν δε μ’ αρέσει, τους έχω κατανοήσει τους ανθρώπους σε εκείνο το βαγόνι. Δεν τους έχω δικαιολογήσει, δεν τους έχω συγχωρήσει μέσα μου, τους έχω, όμως, κατανοήσει.

Σχόλια