Γιώργος Σαχίνης

Το ανακοινωθέν των Ιεραρχών θα είναι το ίδιο με την επιστολή στο Φανάρι;

H «ακτινογραφία» του ανακοινωθέντος, το «παιχνίδι των λέξεων στις διατυπώσεις» και η άλλη εικόνα…

«Ήξεις, αφήξεις ου, εν πολέμω θνήξεις»*

Χρησμός του Μαντείου των Δελφών

(το νόημα εξαρτάται από τη θέση του κόμματος)

Η τοπική Ιεραρχία, ομοφώνως, «αποφαίνεται» περί της απαλλαγής του Κρήτης Ειρηναίου από τα καθήκοντά του και... «αποστέλλει την απόφασή της, προς έγκριση ή μη, προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο».

Αυτή η πρόταση είναι η πεμπτουσία του ανακοινωθέντος που ομόφωνα η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος εξέδωσε και ανέθεσε στον Αρχιγραμματέα της Συνόδου να διαβάσει αυτολεξεί στα ΜΜΕ, με την ολοκλήρωση της συνεδρίασής της προχθές, με αποκλειστικό θέμα συζήτησης και μόνον την υπόθεση του Αρχιεπισκόπου Κρήτης, κ. Ειρηναίου.

Τα περισσότερα Μέσα Ενημέρωσης έσπευσαν να μιλήσουν για «νέα εποχή, ιστορική αλλαγή σελίδας με την απόφαση αυτή κ.λπ.» και η εφημερίδα μας έκανε μια άλλη ανάγνωση, γράφοντας ότι το ανακοινωθέν μπορεί να «κρύφτηκε πίσω από την έννοια των λέξεων», αλλά στην ουσία επιβεβαίωσε τα προηγούμενα δημοσιεύματά μας, ότι δηλαδή από τη στιγμή που ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης δεν εξελέγη από την τοπική Σύνοδο, αλλά από την υπερκείμενη αυτής, Σύνοδο του Οικουμενικού Θρόνου, δε θα μπορούσαν να αποφασίσουν οι τοπικοί ιεράρχες, αλλά να εισηγηθούν την «απαλλαγή του κ. Ειρηναίου από τα καθήκοντα του Αρχιεπισκόπου», εξ ου και στο ανακοινωθέν τους καλούν το Οικουμενικό Πατριαρχείο να εγκρίνει ή όχι την «απαλλαγή του κ. Ειρηναίου». Εγγύτερα στο ορθό είναι, νομίζω, αυτή η προσέγγιση, με δεδομένο πως, ούτως ή άλλως, όπως ούτε στην εκλογή, έτσι ούτε στην απαλλαγή ή εκλογή σε μητροπολίτη του Οικουμενικού Πατριαρχείου ή χηρεία, λόγο δεν μπορεί να έχει κανείς άλλος παρά μόνο το όργανο που τον εξέλεξε, δηλαδή η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά με μια προϋπόθεση: Η επιστολή με τον σχετικό φάκελο από την τοπική Εκκλησία προς το Φανάρι να είναι εντελώς διαφορετική, ως προς τη διατύπωση, από το ανακοινωθέν που εκδόθηκε! Γιατί, αν και επί της ουσίας το ανακοινωθέν είναι εισήγηση κι όχι απόφαση περί απαλλαγής, αν σταλεί ως έχει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, τότε η διατύπωσή του στο καθαρά τυπικό μέρος της είναι προειλημμένη απόφαση της τοπικής Συνόδου, που «αναθέτει» ρόλο τυπικής έγκρισης στο Φανάρι!

Σε αυτή την περίπτωση, δε θα μου έκανε καθόλου εντύπωση αν το Οικουμενικό Πατριαρχείο την επέστρεφε την αποστελλόμενη «απόφαση» με την ένδειξη «ως αναρμοδίως και μη νομίμως ληφθείσα».

Αν όμως η ανακοίνωση δεν είναι και το ίδιο στη διατύπωση κείμενο που θα στείλουν προς το Φανάρι, τότε ναι, ουσιαστικά θα αποδέχονται τον καθαρά εισηγητικό τους και μόνο ρόλο. Οπότε το ερώτημα που πολύ απλά θέτει κάποιος λογικά σκεπτόμενος είναι: «Προς τι λοιπόν όλο αυτό το σκηνικό, με διαδικασίες και μεθοδεύσεις μηνών, με δημόσια αναφορά σε σύσταση ιατρικής επιτροπής, εξετάσεις κ.λπ., διάρες, ιατρικά πορίσματα και δημόσιες αναφορές σε αυτά; Δε θα αρκούσε μια όλο διακριτικότητα, σύνταξη και αποστολή επιστολής από την «ομόφωνη» τοπική μας Ιεραρχία με πρόταση-εισήγηση ή παραίνεση προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, να απαλλάξει τον Κρήτης από τα καθήκοντά του; Ή πιστεύουν κάποιοι στην Κρήτη ότι ο Οικουμενικός Θρόνος δεν έχει πληροφόρηση και γνώση επί μακρόν της κατάστασης με την παραμικρή λεπτομέρεια, επί του θέματος και όχι μόνον αυτού; Πολύ περισσότερο που ο Οικουμενικός Πατριάρχης, από τον Σεπτέμβριο του 2006, διαθέτει την παραίτηση του Αρχιεπισκόπου Κρήτης με ανοιχτή ημερομηνία, από τον ίδιο τον κ. Ειρηναίο, με το που τον εξέλεξε η Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε Αρχιεπίσκοπο; Σε τι αποσκοπούσε λοιπόν μια τέτοια «δραματουργία» και με τόση «σπουδή» τούς τελευταίους μήνες;

H «ακτινογραφία» του ανακοινωθέντος

Αν όμως το ανακοινωθέν είναι και το ίδιο ακριβώς κείμενο που θα σταλεί (αν δεν εστάλη ήδη) προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τότε οφείλουμε πίσω από το «παιχνίδι των λέξεων στις διατυπώσεις» να δούμε και μια άλλη εικόνα, αφού θα συνιστά στον πυρήνα της «απόφαση», ανομολόγητη μεν στις «έξυπνα» διατυπωμένες προτάσεις της, έτσι ώστε να εμφανίζεται «και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ»... Γιατί σε αυτήν την περίπτωση η ανάγνωση θα είναι στο βάθος αντίστροφη, όσο κι αν δε θα διατυπώνεται δημόσια, δηλαδή πρακτικά θα είναι «απόφαση κι όχι εισήγηση».

Το ανακοινωθέν ως διατύπωση, αν σταλεί ως έχει και ως το κείμενο προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, είναι σαφές: «...τη συζήτηση και λήψη απόφασης...», «...ομόφωνα αποφαίνεται...», «...αποστέλλει την απόφασή της...», «...έλαβε ομόφωνα τη δύσκολη αυτή απόφαση...». Κανένα περιθώριο παρερμηνείας δε δείχνει να αφήνει ως προς τις πραγματικές προθέσεις, παρότι υπάρχει γνώση της αναρμοδιότητας για μια τέτοια «απόφαση». Αν, επιπλέον, συνδυαστούν τα άρθρα 66 και 70 του Καταστατικού Χάρτη της τοπικής Εκκλησίας, τα οποία απαλλάσσουν οριστικά έναν Μητροπολίτη ή τον Αρχιεπίσκοπο (όπως τοπικά το ερμηνεύουν) από τα καθήκοντά του, θα παρατηρήσουμε ότι αρμόδιο είναι μόνο το Πατριαρχείο για κάτι τέτοιο. Το αυτό φυσικά ισχύει και στην περίπτωσή μας, αναλογικά πάντα.

Το άρθρο 39 παρ. 2, του οποίου έγινε και επίκληση για τη διαδικασία, δεν αναφέρεται σε παραπομπή της απόφασης της τοπικής Συνόδου (για τη νομιμότητα της συνεδρίασής της έχουμε ήδη αναφερθεί σε άλλο άρθρο) σε έτερο συνοδικό όργανο. Η όλη διαδικασία κλείνει με την αποδοχή από την τοπική Σύνοδο της Κρήτης της ένορκης πιστοποίησης των τριών γιατρών. Αλλιώς θα έλεγε ότι διαβιβάζει την απόφασή της για επιπλέον-οριστική επικύρωση ή μη στη Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ή ότι, αφού εξέτασε το πόρισμα, αποφασίζει την εισήγηση της απαλλαγής του δοκιμαζόμενου αρχιερέα προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο για την τελική απόφαση.

Στην πραγματικότητα λοιπόν, για να μη χάσουμε και τα αυτονόητα, αφού τον Κρήτης η υπερκείμενη Σύνοδος του Οικουμενικού Θρόνου είναι αυτή που τον εξέλεξε, η τοπική Σύνοδος της εκκλησιαστικής επαρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν έπρεπε καν να ασχοληθεί με το θέμα, αλλά θα μπορούσε να εισηγηθεί-προτείνει με μια απλή επιστολή, εξαρχής, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο την απαλλαγή του Αρχιεπισκόπου από τα καθήκοντά του. Μάλιστα, χωρίς καν να χρειάζεται μια τέτοια συνοδική συνεδρία. Επειδή, ωστόσο, τα πράγματα ξέφυγαν από λάθος χειρισμούς της εδώ τοπικής Ιεραρχίας, αλλά και ως φαίνεται όσων της έδωσαν νομο-κανονικές συμβουλές, μάλλον έπρεπε να βρεθεί μια «χρυσή τομή», δίχως να φανεί ότι η τοπική Σύνοδος έκανε λάθος, αλλά ούτε να παραδεχτεί ταυτόχρονα έτσι ότι ήταν και παραμένει αναρμόδια, ως Σύνοδος ημιαυτόνομης Εκκλησίας. Γιατί, παραδεχόμενη την αναρμοδιότητά της, χάνει το «βήμα» που ορισμένοι εκτιμούν ότι έγινε τώρα προς την κατεύθυνση της «χειραφέτησής» της από το Πατριαρχείο.

Οπότε τι κάνει; Συνεδριάζει σε «κανονική» συνοδική συνεδρία και όχι σύσκεψη (όπως έκανε στο πρόσφατο παρελθόν) και «αποφασίζει». Και την απόφασή της αποστέλλει προς το Πατριαρχείο για έγκριση ή μη. Για να κρατηθούν κάποιες ισορροπίες. Ένα βήμα τη φορά. Όχι παραπάνω. Αυτά δε θα έχουν βάση μόνο, επαναλαμβάνω, αν το κείμενο προς το Φανάρι είναι διαφορετικό από το προχθεσινό ανακοινωθέν. Αλλά τότε θα πρέπει να εξηγηθεί πειστικά προς τι όλη αυτή η “δραματουργία” των τελευταίων μηνών και ημερών με τις γνωστές διαδικασίες;

Αν όμως το ανακοινωθέν είναι και η επιστολή προς το Φανάρι, ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο δηλαδή, τι πρόκειται να συμβεί:

Α) Αν το Πατριαρχείο αποδεχτεί την απόφαση (και όχι εισήγηση, απόφαση γράφει το ανακοινωθέν κατ’ επανάληψη και σε κανένα σημείο εισήγηση), σημαίνει ότι δημιουργήθηκε το... προηγούμενο. Δηλαδή, αυτό της δυνατότητας σύγκλησης της τοπικής Συνόδου και αυτό της αποφάνσεως για τον Αρχιεπίσκοπο, που από άλλο Σώμα και μάλιστα υπερκείμενο εκλέγεται, στοιχεία που ο Καταστατικός της Εκκλησίας Κρήτης ξεκάθαρα πάντως δεν προβλέπει...

Β) Αν το Πατριαρχείο εξετάσει και δεν εγκρίνει την «απαλλαγή», έχει πάλι κερδηθεί αυτό που παραπάνω αναφέρθηκε, και εξ αντικειμένου παρουσιάζεται ο Πατριάρχης ως ανακόλουθος πλέον στην κοινή γνώμη, των όσων έγραψε στη σχετική επιστολή η τοπική Σύνοδος με το ιατρικό πόρισμα (αφού αυτή διατείνεται ότι όλα έγιναν σε πλήρη συνεννόηση και με τις “ευλογίες” του), δίχως να γνωρίζει (;) ότι δεν έχει προβλέψει ο νομοθέτης τέτοια δυνατότητα.

Γ) Άρα, η μόνη επιλογή για το Φανάρι θα είναι να απορρίψει το Οικουμενικό Πατριαρχείο την αποστελλόμενη «απόφαση» ως «αναρμοδίως και μη νομίμως ληφθείσα». Επαναλαμβάνω, αν πρόκειται για το ίδιο κείμενο προς τον Οικουμενικό Θρόνο με αυτό που διαβάστηκε και διανεμήθηκε και εγγράφως προς δημόσια θέα.

«Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε», που έλεγε και ο Λουίτζι Πιραντέλλο στο ομώνυμο και δημοφιλές θεατρικό του, που «ανέβηκε» πρώτη φορά στα 1917.

ΥΓ: * Για τη θέση του κόμματος στον δελφικό χρησμό στην εισαγωγή του κειμένου πριν ή μετά το «ου», ας αποφασίσει ο κάθε αναγνώστης μας, μετά την ανάγνωση όλου του κειμένου.

 (φωτογραφία: Intime)

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια