Γιώργος Σαχίνης

Στρατηγική περιδίνηση και πολιτική ελίτ

Μια εκ βαθέων ανάλυση των όσων συμβαίνουν τις τελευταίες ημέρες στα εθνικά μας θέματα

«Μόνο ένας ανόητος μαθαίνει από τα λάθη του. Ο έξυπνος άνθρωπος μαθαίνει από τα λάθη των άλλων».

Η ρήση του Γερμανού πολιτικού Όττο Φον Μπίσμαρκ στην κύρια προέκταση των ηπειρωτικών Βαλκανίων (γεωπολιτικό τόπο που πάντα περιέγραφε υποτιμητικά) θαλάσσια, το Αιγαίο και κατ’ επέκταση ως υποσύστημα της Μεσογείου σε όλη τη λεκάνη της και το επίδικο της επικαιρότητας πανταχόθεν την Ανατολική Μεσόγειο, ίσως να αποτελεί και την επιτομή πολλών εξηγήσεων για το πώς λειτουργούν κρίσιμα πολιτικά συστήματα κρατών έναντι άλλων.

Αντί άλλου προλόγου σας προτρέπουμε να διαβάσετε το απόσπασμα από το επίμετρο “Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου” του Παναγιώτη Κονδύλη, που συμπεριλήφθηκε στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του Π. Κονδύλη “Θεωρία του Πολέμου”, εκδ. “Θεμέλιο”, 1997:

«...Ώστε στο ευρύτερο επίπεδο γενικότητας μπορούμε να ορίσουμε το γεωπολιτικό δυναμικό ως την ιστορικο-κοινωνική παρουσία ενός συλλογικού υποκειμένου που με την πολιτική και λοιπή δυναμική του γεμίζει ορισμένο γεωγραφικό χώρο.

Με αυτήν την έννοια, το γεωπολιτικό δυναμικό της ελληνικής πλευράς αποτυπωνόταν κατά τον 19ο αι., και ίσαμε το σημαδιακό έτος 1922, πολύ περισσότερο στο έθνος παρά στο κράτος. Το έθνος ήταν κατά πολύ ευρύτερο από το κράτος, απλωνόταν από την Ουκρανία ως την Αίγυπτο κι από τις παρακαυκάσιες χώρες ως τις ακμαίες παροικίες των Βαλκανίων και της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης. Το κράτος ζητούσε να επεκταθεί, για να κλείσει μέσα του τουλάχιστον όσα τμήματα του έθνους βρίσκονταν εκάστοτε στις παρυφές του, και αυτό το κατόρθωσε μετά την ένωση των Ιονίων νήσων, προπαντός με τους Βαλκανικούς Πολέμους, φτάνοντας σε μιαν ανεπανάληπτη κορύφωση το 1920. Έκτοτε αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση, που διαρκεί ως σήμερα.

Το έθνος συνέπεσε εντέλει με το κράτος όχι γιατί το κράτος διευρύνθηκε, αλλά γιατί το έθνος ακρωτηριάσθηκε και συρρικνώθηκε, γιατί αφανίσθηκε ή εκτοπίσθηκε ο ελληνισμός της Ρωσίας (μετά το 1919), της Μ. Ασίας (μετά το 1922), των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής (ιδίως μετά το 1945).

Ακολούθησε η εκδίωξη του ελληνισμού από την Κωνσταντινούπολη (1955) και τη βόρειο Κύπρο (1974), ενώ σήμερα παρευρισκόμαστε μάρτυρες της αποσύνθεσης και της μαζικής φυγής του ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου.

Πρόκειται για μιαν εξαιρετικά πυκνή αλυσίδα εθνικών καταστροφών μέσα σε διάστημα ελάχιστο από ιστορική άποψη - εβδομήντα μόλις χρόνια. Και οι καταστροφές αυτές δεν επιδέχονται αναπλήρωση ή αντιστάθμιση. Οι σημερινές ελληνικές παροικίες των Ηνωμένων Πολιτειών και της Αυστραλίας βρίσκονται τόσο μακριά και μέσα σε κοινωνίες τόσο διαφορετικές, ώστε μάλλον χρειάζονται την ενίσχυση του ελληνικού κράτους προκειμένου να διατηρούν δεσμούς μαζί του, παρά είναι οι ίδιες σε θέση να του δώσουν ουσιαστική υλική ενίσχυση ή πνευματική ώθηση. Οι εργατοϋπάλληλοι του Σίδνεϋ δεν είναι οι Μπενάκηδες και οι Καβάφηδες της Αλεξάνδρειας, ούτε μπόρεσαν ποτέ οι λεγόμενοι Ελληνοαμερικανοί να ασκήσουν στην τωρινή πατρίδα τους καθοριστική επιρροή υπέρ των συμφερόντων του ελληνικού κράτους και έθνους.

Ας κλείσουμε αυτή την άκρως συνοπτική ανασκόπηση με τη θλιβερότερη ίσως διαπίστωση. Το ελληνικό κράτος δε στάθηκε σε καμία φάση ικανό να προστατεύσει αποτελεσματικά τον ευρύτερο ελληνισμό και να αναστείλει τη συρρίκνωση ή τον αφανισμό του. Απεναντίας μάλιστα, το 1974 την καταστροφή την προκάλεσε, άμεσα τουλάχιστον, η ολέθρια πραξικοπηματική ενέργεια που προήλθε από τη μητροπολιτική Ελλάδα.

Και αν αυτά τα έκαμαν οι δικτάτορες, οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις σίγουρα δεν έχουν λόγους να είναι υπερήφανες για τη χλιαρή έως ανύπαρκτη αντίδρασή τους απέναντι στον ξεριζωμό των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου.

Η αποδεδειγμένη ανικανότητα του ελληνικού κράτους να υπερασπίσει το ελληνικό έθνος - δηλαδή να επιτελέσει την κατ’ εξοχήν αποστολή του - συνιστά τον ανησυχητικότερο οιωνό για το μέλλον. Γιατί ήδη το ελληνικό κράτος βαθμηδόν φανερώνεται ανήμπορο να προστατεύσει ακόμα και το έθνος που βρίσκεται εντός των συνόρων του.

Ενώ το ελληνικό έθνος συρρικνωνόταν ακατάπαυστα για να συμπέσει με ένα κράτος, του οποίου τα σύνορα είχαν ουσιαστικά διαμορφωθεί ήδη από το 1913, η Τουρκία διένυσε τον αντίθετο ακριβώς δρόμο: τα σύνορα του οθωμανικού κράτους συρρικνώθηκαν για να συμπέσουν λίγο-πολύ, την επαύριο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, με τα σύνορα, μέσα στα όποια όφειλε να ζήσει στο έξης το τουρκικό έθνος. Χάρη στη μεγάλη προσωπικότητα του Κεμάλ, η απότομη και οδυνηρή αυτή μετάβαση όχι μόνο δε συνεπέφερε τον πολιτικό κατακερματισμό, αλλά απεναντίας συνδέθηκε μ’ ένα μεταρρυθμιστικό έργο, μ’ ένα νέο αίσθημα ανάτασης και με μια νέα συλλογική μυθολογία, απ’ όπου ή Τουρκία μπορεί ν’ αντλεί άμεσα ακόμα και σήμερα, πάνω από μισόν αιώνα αργότερα.

Από την άλλη μεριά, παρέμειναν ενεργά ζωτικά κατάλοιπα οθωμανισμού, διάχυτα και από καιρό σε καιρό πιεστικά ρεύματα μουσουλμανικού λαϊκισμού, προβλήματα μειονοτήτων, ανισομέρειες περιφερειακές και αγκυλώσεις κοινωνικές - και όλα αυτά συνιστούσαν και συνιστούν ένα αντιφατικό πλέγμα.

Θα ήταν όμως μεγάλο λάθος να θεωρήσει κανείς τις εσωτερικές αντιφάσεις και διαμάχες, που σημαδεύουν βαθιά το τουρκικό έθνος, ως παράγοντα με αναγκαστικά αρνητική επίδραση πάνω στο γεωπολιτικό του δυναμικό.

Ο Machiavelli, που ασφαλώς κάτι εγνώριζε από πολιτική, υπογράμμιζε ότι την αδιάκοπη επέκταση της Ρώμης προς τα έξω την προκαλούσαν οι συνεχείς διενέξεις μεταξύ πληβείων και πατρικίων στο εσωτερικό, ακριβώς δηλαδή ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί η αγιάτρευτη πληγή της πόλης. Ώστε οι εσωτερικές τριβές και αντιφάσεις σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις θέτουν σε κίνηση μιαν χειμαρρώδη επεκτατική ορμή.

Αν αυτό γίνει πράγματι, τότε ό,τι στα προκατειλημμένα μάτια των “εκσυγχρονισμένων” και “πολιτισμένων” “δημοκρατών” εμφανίζεται ως “υπανάπτυξη” και άρνηση της “κοινωνίας των πολιτών”, μεταβάλλεται σε ιδεώδες μείγμα για την άσκηση επιθετικής εξωτερικής πολιτικής με όλα τα μέσα. Μάζες μισοχορτασμένων ή μισοπεινασμένων, ικανών να φανατιστούν και να πεθάνουν, ζυμωμένων ακόμα με τις πατριαρχικές αξίες - μάζες τέτοιες, καθοδηγούμενες από ξεσκολισμένες, μακροπρόθεσμα και ψυχρά σκεπτόμενες διπλωματικές και στρατιωτικές ελίτ, αποτελούν όργανο επέκτασης πολύ προσφυέστερο από ένα πλαδαρό κοινωνικό σώμα αιωρούμενο γύρω από τον μέσο όρο μιας γενικής ευημερίας, όπου ύψιστη αποστολή της πολιτικής ηγεσίας είναι ακριβώς να εγγυάται τη διατήρηση αυτού του μέσου όρου και αυτής της πλαδαρότητας.

Σε σχέση με τη σημερινή Τουρκία, είναι πρακτικά αδιάφορο σε ποιο χωνευτήρι θα συντηχθούν οι αντιφάσεις, σε ποια κοίτη θα μπουν και με ποια πρόσημα θα προβάλουν, αν δηλαδή θα πάρουν μάλλον ισλαμική, μάλλον στρατιωτικοκεμαλική ή μάλλον οικονομικοπολιτική (“δυτική”) χροιά.

Μπροστά στην επεκτατική εκδίπλωση του γεωπολιτικού δυναμικού όλα αυτά είναι επιφανειακά και συμβεβηκότα, πολύ περισσότερο γιατί, όποια ελίτ κι αν πάρει στα χέρια της μακροπρόθεσμα τα ηνία, για να προσελκύσει κατά το δυνατόν ευρύτερες μάζες θα καταφύγει σ’ έναν ελαστικό ιδεολογικό εκλεκτισμό.

Οι “κεμαλιστές” στρατιωτικοί, οι οποίοι το 1997 καταπολεμούν τον “ισλαμισμό” φοβούμενοι ότι δεν μπορούν πλέον να τον ελέγξουν, ενθάρρυναν μετά το πραξικόπημα του 1980 μετριοπαθείς θρησκευτικές τάσεις θέλοντας να τις χρησιμοποιήσουν ως αντίβαρο εναντίον του αριστερού ριζοσπαστισμού. Το ίδιο έκανε κι ο πρωθυπουργός Οζάλ λίγο αργότερα, παρά τον κατά τ’ άλλα φιλελεύθερο-οικονομιστικό προσανατολισμό του.

Γενικά, οι εσωτερικές αντιφάσεις επιδρούν παραλυτικά στους ανίσχυρους, ενώ αποδεσμεύουν επεκτατικές δυνάμεις σε όσους έχουν εκ των πραγμάτων ένα τέτοιο γεωπολιτικό δυναμικό, ώστε δεν τους απομένει παρά το άλμα ή η φυγή προς τα εμπρός. Με άλλα λόγια: τα βαθύτερα στρώματα της ιστορικής και κοινωνικής ύπαρξης ενός συλλογικού υποκειμένου προσδιορίζουν το πώς θα λειτουργήσουν οι εσωτερικές του αντιφάσεις. Στη σημερινή Τουρκία δρουν αχαλίνωτες στοιχειακές δυνάμεις, που ωθούν τις εσωτερικές αντιφάσεις προς την επέκταση. Και πρώτη ανάμεσά τους είναι η πληθυσμιακή έκρηξη, της όποιας τα βασικά δεδομένα θα συγκεφαλαιώσουμε στη διαχρονική τους εξέλιξη και σε αντιπαράθεση με τα αντίστοιχα ελληνικά. Λίγο μετά την εγκατάσταση της Τουρκίας και της Ελλάδας στα σημερινά τους περίπου σύνορα και επίσης μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, η Ελλάδα είχε 6.200.000 κατοίκους (απογραφή 1928) και η Τουρκία 13.600.000 (απογραφή 1927), ήτοι πάνω-κάτω τους διπλάσιους. Μόλις σε διάστημα μιας γενεάς η διαφορά αυτή διπλασιάστηκε: η Ελλάδα είχε πληθυσμό 8.400.000 κατοίκων (απογραφή 1961) και η Τουρκία 31.100.000 (απογραφή 1964), ήτοι σχεδόν τετραπλάσιο. Μετά από μίαν ακόμη γενεά, η Ελλάδα έχει πληθυσμό 10.200.000 (απογραφή 1991), ενώ η Τουρκία έχει ξεπεράσει τα 62.000.000: η διαφορά έχει περάσει το εξαπλάσιο, και ακόμα κρισιμότερη είναι η διαφορά των ρυθμών της αύξησης. Ενώ στην Ελλάδα η δημογραφική απίσχναση καθίσταται ενδημικό φαινόμενο με ήδη αισθητές συνέπειες για την οικονομία και την άμυνα, στην Τουρκία ο πληθυσμός αυξάνεται τουλάχιστον κατά 2% τον χρόνο (το 1993 π.χ. οι γεννήσεις ήσαν το 2,7% επί του συνόλου και οι θάνατοι το 0,7%. Έτσι, από τους 56.500.000 κατοίκους της απογραφής του 1990, φτάσαμε στους σημερινούς 61-62.000.000). Αυτό σημαίνει ότι κάθε χρόνο προστίθενται πάνω από 1.000.000 άνθρωποι στο ενεργητικό της χώρας - μια ολόκληρη Ελλάδα κάθε 7-8 χρόνια! Γύρω στο 2020, η Τουρκία θα έχει φτάσει ή και ξεπεράσει τα 100.000.000, δηλαδή το σημερινό εξαπλάσιο θα έχει γίνει δεκαπλάσιο, ενώ παράλληλα η Ελλάδα, έχοντας μετατραπεί εντωμεταξύ πλήρως σε χώρα ηλικιωμένων, θα δέχεται ισχυρότατη δημογραφική πίεση και από μίαν άλλη, όχι οπωσδήποτε φιλική πλευρά. Ο αλβανικός πληθυσμός, ο οποίος σήμερα αριθμεί συνολικά σχεδόν 6.000.000 στην Αλβανία, στο Κοσσυφοπέδιο, στο Μαυροβούνιο και στην πρώην Δημοκρατία της Μακεδονίας, θα έχει γίνει τουλάχιστον ισάριθμος με τον ελληνικό πληθυσμό·- η Αλβανία είναι άλλωστε η μόνη ευρωπαϊκή χώρα της οποίας ο πληθυσμός μεταπολεμικά σχεδόν τριπλασιάστηκε, περνώντας από 1.250.000 το 1945 σε 3.400.000 σήμερα.

Θα ήταν, εννοείται, ιστορικά και κοινωνιολογικά αβάσιμο να δεχθεί κανείς μιαν ευθύγραμμη αιτιώδη σχέση ανάμεσα σε πληθυσμιακή έκρηξη και σε επεκτατική επιδίωξη με την απτή στρατιωτική σημασία του όρου. Όμως εξίσου επιπόλαιο θα ήταν να παραβλέψει το πλέγμα των παραγόντων που γεννιούνται ή ενεργοποιούνται υπό τις συνθήκες αυτές. Μετά τις παλαιότερες αναλύσεις του Colin Clark και τις νεότερες έρευνες για τη σχέση δημογραφικών εξελίξεων και βιομηχανικής επανάστασης στον 18ο και 19ο αι., δε θα πούμε βέβαια τίποτε καινούργιο αν υπομνήσουμε σε ποιο βαθμό η πληθυσμιακή πίεση συντείνει στο take off της εκβιομηχάνισης και της οικονομικής ανάπτυξης γενικότερα... Είναι πρόδηλο σε ποιαν έκταση αυξάνονται παράλληλα οι ενεργειακές ανάγκες, που μόνον προσωρινά ικανοποιούνται με έργα όπως το φράγμα Ατατούρκ, και που σύντομα θα ωθήσουν στην επιδιωκόμενη από καιρό απόκτηση ατομικών αντιδραστήρων με όχι αμελητέες στρατιωτικές συνέπειες.

Αλλά ας αφήσουμε στην άκρη τα ποσοτικά μεγέθη, για να επισημάνουμε τους ποιοτικούς συντελεστές, την ειδική εκείνη ατμόσφαιρα, ανησυχία, κινητικότητα και ερεθιστικότητα που δημιουργείται εκ των πραγμάτων μέσα σε μια κοινωνία, πάνω από τα μισά μέλη της οποίας είναι νεότερα των 25 ετών. Αυτή η πληθώρα διάχυτης και ακαταστάλαχτης ανθρώπινης ενέργειας ζητά να διοχετευθεί, και μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι, πέρα από ή και παράλληλα με τη στενά εννοούμενη οικονομική δραστηριότητα, θα διοχετευθεί σε δραστηριότητες συναπτόμενες άμεσα ή έμμεσα με τον προσδιορισμό και την έμπρακτη προάσπιση της τουρκικής ταυτότητας και της θέσης της μέσα στον κόσμο. Μόνον εκεί όπου κοχλάζει νεανικό αίμα γεννιούνται ιδέες ικανές να κινητοποιήσουν μάζες, όσο “πρωτόγονες” κι αν φαίνονται οι ιδέες αυτές στα μάτια δημογραφικά φθινόντων γειτόνων εκλεπτυσμένων από την ξαφνική ευζωία ή διανοουμένων που εξ επαγγέλματος παράγουν ιδεολογίες του ειρηνιστικού ευδαιμονισμού υπό τις διαφορετικότερες μορφές. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διαδικασία αυτή είναι και θα παραμείνει πηγή εσωτερικών αντιφάσεων και συγκρούσεων, ότι δηλαδή στο προβλεπτό μέλλον η Τουρκία θα συνεχίζει να συγκλονίζεται από μιαν διαρκή εσωτερική αναταραχή. Αλλά είπαμε ήδη πώς θα λειτουργήσουν κατά πάσαν πιθανότητα οι αντιφάσεις και οι ταραχές αυτές προς τα έξω, και η θέση μας επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι όλες οι συγκρουόμενες πλευρές, καθώς ανατιμάται συνεχώς το γεωπολιτικό δυναμικό της χώρας, συγκλίνουν σε μιαν κοινή αντίληψη περί τουρκικής αποστολής και τουρκικού μεγαλείου, οπότε η σύγκρουσή τους αναφέρεται στο ερώτημα: Κάτω από ποια σημαία (ταυτότητα) εξυπηρετείται καλύτερα αύτη η αποστολή και ποιος είναι ο καταλληλότερος να την κρατήσει ψηλά; Μέσα στη διελκυστίνδα αυτή, στη μιαν άκρη της οποίας βρίσκεται ο εθνικιστικός κοινός παρονομαστής και στην άλλη η διαμάχη για την άρθρωση και την εκπροσώπησή του, και πάνω στο έδαφος των κοινωνικών παρενεργειών της πληθυσμιακής έκρηξης και των συνακόλουθων οικονομικών μετασχηματισμών συντελείται η υπερεκχείλιση του γεωπολιτικού δυναμικού, αναζητώντας διεξόδους σε ευρύτερους χώρους.

Αυτή ακριβώς είναι η κρίσιμη ιστορική διαφορά ανάμεσα στη σημερινή Ελλάδα και στη σημερινή Τουρκία. Η πρώτη, αφότου το έθνος συνέπεσε ουσιαστικά με το κράτος, δεν έχει ζωτικούς ιστορικούς και πολιτικούς στόχους έξω από τα σύνορά της, της λείπει δηλαδή ακριβώς ό,τι κρατά ένα συλλογικό πολιτικό υποκείμενο σε ένταση και εγρήγορση, υποχρεώνοντάς το να υπερβαίνει αδιάκοπα τον εαυτό του (όπως π.χ. έγινε στους Βαλκανικούς Πολέμους). Τέτοιοι στόχοι δεν είναι ούτε οι μάχες οπισθοφυλακής για το Κυπριακό, όπου συχνότατα η ανάγκη μετατρέπεται σε φιλοτιμία, ούτε η “ευρωπαϊκή ένταξη”, η οποία στην ουσία της δεν είναι παρά ή διαφοροτρόπως καρυκευμένη και μεταμφιεσμένη επιθυμία άλλοι να μας ταΐζουν και άλλοι να φυλάνε τα σύνορά μας.

Ακριβέστερα: Αυτά όλα θα μπορούσαν ν’ αποτελούν επιμέρους εθνικές επιδιώξεις υπό την προϋπόθεση ενός σφύζοντος γεωπολιτικού δυναμικού, υπό τις συνθήκες της γεωπολιτικής συρρίκνωσης είναι απλά υποκατάστατα και κατά μέγα μέρος σκιαμαχίες. Και ενώ οι ελληνικοί εθνικοί στόχοι έχουν de facto περιορισθεί σε μια παθητική αυτοσυντήρηση, όπου διάφορες ρητορικές εξάρσεις εκπληρώνουν την ψυχολογική λειτουργία της υπεραναπλήρωσης, η Τουρκία - ανισομερής, αντιφατική, εν πολλοίς άμορφη ακόμα, αλλά με ακμαίες πηγές στοιχειακής γεωπολιτικής ενέργειας - κοιτάζει αδιάκοπα πέρα από τα σύνορά της μέσα σε ευρύτατους χώρους, προς τους οποίους την ωθούν πολύ νωπές και ενεργές ηγεμονικές μνήμες, καθώς και ζωντανές ακόμα φυλετικές, γλωσσικές και ιστορικές συγγένειες. Ανάμεσα στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν και στο άμεσο παρόν μπορούν έτσι να στηθούν εύκολα γέφυρες, ενώ η ελληνική παράδοση χρειάζεται πολύ περισσότερες τονωτικές ενέσεις και διασταλτικές ερμηνείες για να στηρίξει σημερινά χειροπιαστά πολιτικά desiderata. Αυτό βέβαια δεν το ξέρουμε εμείς, όμως το βλέπουν πολλοί άλλοι».

Οι δύο οριζόντια τέμνουσες λογικές στην Ελλάδα

Πόσο τραγικά επιβεβαιωτικός δείχνει 23 χρόνια μετά ο Παναγιώτης Κονδύλης; Συνακόλουθα, ανεξάρτητα από τις λεπτομέρειες της καθημερινότητας μίας κρίσης που στις μέρες μας ο Ερντογάν δείχνει να έχει επιλέξει την περαιτέρω κλιμάκωσή της, σπάζοντας κάθε αυταπάτη για το “εάν” και αφήνοντας ανοιχτό μόνο το “πότε, πού και πώς”, ανεξαρτήτως λεκτικών περικοκλάδων και διαφοροποιήσεων, στο ελληνικό πολιτικό σύστημα οριζοντίως, δύο είναι τελικά οι κυρίαρχες λογικές που το τέμνουν απόλυτα:

- Η μία δε δέχεται την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάνης, θεωρώντας την έσχατη υποχώρηση του Ελληνισμού από τα ιστορικά του εδάφη.

- Η άλλη, που επισπεύδει σε έναν “διάλογο” στο όνομα του ρεαλισμού έναντι μιας αμφιλεγόμενης προβολής ισχύος (οι ελληνικές Ε.Δ. το κατέδειξαν 4 φορές τις τελευταίες τρεις βδομάδες) της Τουρκίας επ’ απειλή πολέμου, όπου όμως το πραγματικό “επίδικο” για την Τουρκία δεν είναι ούτε η ΑΟΖ, ούτε η υφαλοκρηπίδα, ούτε η αιγιαλίτιδα, αλλά η επαναχάραξη των συνόρων εις βάρος της εθνικής μας κυριαρχίας.

Εκτός κι αν πιστεύουμε ότι ένας συμβιβασμός “σήμερα” επί των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων θα αποτελεί και οριστικό επίλογο των τουρκικών απαιτήσεων, έναντί μας. Λες και 40 χρόνια κατευναστικής πολιτικής πέτυχαν τελικά να “ηρεμήσουν” και να κλείσουν το κεφάλαιο των διεκδικήσεων της Τουρκίας ή το αντίθετο διεύρυναν απίστευτα τον εγγεγραμμένο κατάλογο των επιδιώξεών της.

Μπλέκοντας στη “μετάφραση” όρων για τις θαλάσσιες ζώνες

Αλλά στην Ελλάδα πανηγυρίζουμε χαμένοι στη μετάφραση ακόμη και αυτονόητων όρων και εννοιών, συμβάσεων και προνοιών του Διεθνούς Δικαίου, το οποίο όμως ξέρουμε κατά τα άλλα να βερμπαλίζουμε, ως το “απόλυτο όπλο” της χώρας μας. Τελευταίο παράδειγμα η μερική (!) επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης μας στα 12 ν.μ. μόνο προς Δυσμάς, στο Ιόνιο δηλαδή μέχρι το ακρωτήριο Ταίναρον.

Το Ακρωτήριο Ταίναρο ή Κάβο Ματαπάς είναι το νοτιότερο άκρο της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Βαλκανικής χερσονήσου. Πρόκειται για το ακρωτήριο της μεσαίας νότιας χερσονήσου Μάνη της Πελοποννήσου μεταξύ του Λακωνικού και του Μεσσηνιακού κόλπου. Φυσικά καμία κουβέντα για το ακρωτήριο Μαλέας ή Κάβο Μαλιάς, που είναι ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά ακρωτήρια, στο οποίο γίνονται αλλαγές στην πορεία των πλοίων που κατευθύνονται από τη Δυτική Μεσόγειο προς τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη, τα Δαρδανέλια, την Τουρκία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία, τη Γεωργία και αντίστροφα. Ακριβώς γιατί αυτό σχετίζεται και με το Αιγαίο...

Το επιχείρημα εδώ είναι πως η επέκταση αυτή έγινε μετά την οριοθέτηση ΑΟΖ με την Ιταλία (σ.σ.: Αυτή έχει ήδη από τέλη της δεκαετίας του ’60 χωρικά ύδατα 12 ν.μ.), ώστε να μην έχουμε προσκόμματα στην υπογραφή της οριοθέτησης (!). Μάλιστα, ο Έλληνας ΥΠ.ΕΞ., το βράδυ της περασμένης Τρίτης στη Βουλή, κλείνοντας τη συζήτηση για τις κυρώσεις οριοθετήσεων με Ιταλία και μερικώς με Αίγυπτο, άφησε να φανεί ότι έπονται επεκτάσεις αιγιαλίτιδας και σε άλλες περιοχές, όπου έχουμε κάνει οριοθέτηση ΑΟΖ, πιθανόν και νότια της Κρήτης σε συγκεκριμένα σημεία!

Μόνο που, πέραν όλων των άλλων νέων παραδοξοτήτων και τεχνικά που γεννάει η όλη υπόθεση, εδώ έχουμε να κάνουμε με πλεονασμούς που ουσιαστικά εκτός της σύγχυσης ενδεχομένως δημιουργούν και ουσιαστικότερα προβλήματα, στα όρια αυτοϋπονόμευσής μας. Ας ξεκινήσουμε με μια καθαρή διατύπωση για να το καταλάβουμε όλοι:

Άλλο η οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ δύο κρατών και άλλο η επέκταση αιγιαλίτιδας ενός κράτους έως 12 ν.μ. Η πρώτη δεν είναι προϋπόθεση για τη δεύτερη, που αποτελεί μονομερές, αυτοδίκαιο δικαίωμα κυριαρχίας με βάση και το διεθνές δίκαιο της θάλασσας. Αντίθετα, η δεύτερη, σε “θολά” σημεία οριοθετήσεων υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ παίζει κρίσιμο ρόλο, αφού δημιουργεί de facto και de jure και μάλιστα άπαξ πολλές φορές άλλα δεδομένα, με οριοθέτηση όπου η αιγιαλίτιδα είναι 6 ν.μ. ή έως 12 ν.μ.

Η Ελλάδα, όπως κάθε άλλο κράτος-μέλος της Συμφωνίας του Θαλάσσιου Δικαίου (UNCLOS) του Montego Bay - 1982, αλλά και όλες όσες δεν το υπέγραψαν πλέον, ως εθιμική και συμβατική υποχρέωση, που αποτελεί και κοινοτικό κεκτημένο ως δευτερογενές δίκαιο της Ε.Ε., αφού ενσωματώθηκε στην ευρωπαϊκή νομοθεσία, όπου το επιτρέπει η Γεωγραφία και δεν παραβιάζεται η κυριαρχία ενός άλλου κράτους, χαίρει του δικαιώματος διεύρυνσης των χωρικών του υδάτων έως 12 ν.μ., βάσει των προβλέψεων του UNCLOS. Όπου υπάρχει θέμα μικρότερων αποστάσεων με ένα άλλο κράτος, ισχύει η αρχή της μέσης γραμμής-απόστασης μεταξύ τους, ως προς την αιγιαλίτιδα.

Θα σπεύσει να πει κάποιος, εάν η Ελλάδα έκανε επέκταση σε 12 ν.μ. στο Ιόνιο χωρίς να έχει λύσει με την Ιταλία το θέμα των Ιταλών αλιέων, ΑΟΖ με Ιταλία δε θα υπογράφαμε - όπως επίσης, εκτός από Αλβανία και Λιβύη, θα είχαμε και με Ιταλία διαμάχη για την οριοθέτηση ΑΟΖ σε όλο το δυτικό μέτωπο. Οπότε, απαντάμε, στην περίπτωση της Ιταλίας η επέκταση της αιγιαλίτιδάς μας ακολουθεί την οριοθέτηση ΑΟΖ μετά τη διευθέτηση του θέματος των Ιταλών αλιέων να αλιεύουν συγκεκριμένο είδος και αριθμό αλιευμάτων με συγκεκριμένο αριθμό σκαφών, εντός της ελληνικής αιγιαλίτιδας (!), όπου όμως η διευθέτηση δεν περιορίζεται στο Ιόνιο, αλλά πάει και Κρήτη και Δωδεκάνησα (προφανώς εδώ οι Ιταλοί αιτιώνται ιστορικά δικαιώματα αλιέων τους από την εποχή που η περιοχή ήταν ιταλική ζώνη διοίκησης μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο), ενώ στην περίπτωση της Αλβανίας προηγείται μιας ανάλογης συμφωνίας περί ΑΟΖ, αφού η μεταξύ μας συμφωνία δεν κυρώθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο των Τιράνων, οπότε θα πρέπει να πάμε σε νέες συνομιλίες. Άρα, χρήση του Διεθνούς Δικαίου αλά καρτ; Όσοι ορέγονται, ωστόσο, επαναφορά πλήρων δικαιωμάτων στην Ερεικούσα και τα άλλα Διαπόντια, με την επέκταση σε 12 ν.μ. της αιγιαλίτιδάς μας στο Ιόνιο, μέσω μιας νέας συμφωνίας οριοθέτησης ΑΟΖ με την Αλβανία, ας κοιτάξουν την επήρειά τους από την αντίστοιχη συμφωνία με την Ιταλία και τότε ίσως διαπιστώσουν τα στενά περιθώρια για τέτοιες ορέξεις. Κυρίως όμως, με αυτό το σκεπτικό εξακολουθούν, όσοι το υποστηρίζουν, να συγχέουν την οριοθέτηση ΑΟΖ με την επέκταση της αιγιαλίτιδας, που είναι μονομερές δικαίωμά μας και μάλιστα στον σκληρό πυρήνα κυριαρχίας ενός κράτους, σε αντίθεση με την ΑΟΖ, όπου το κράτος ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα. Ταυτόχρονα, η ΑΟΖ πρωτίστως θεσπίστηκε για την προστασία της αλιείας ενός κράτους, οπότε για τους δικούς μας αλιείς και τα δικαιώματά τους στην ΑΟΖ θα ενδιαφερθεί ποιος άλλος αν όχι το δικό μας κράτος;

Οι επιμένοντες στη μερική επέκταση αιγιαλίτιδας προς Δυσμάς στα 12 ν.μ. σημειώνουν: «Αν επεκτείναμε στο Ιόνιο τα μίλια μας στα 12 από 6, η Ιταλία θα υπέγραφε ΑΟΖ με Ελλάδα;».

Απαντάμε: Γιατί η Ιταλία με 12 ν.μ. αιγιαλίτιδα δική της δεν υπέγραψε την οριοθέτηση μαζί μας και μήπως οι μεταξύ μας αποστάσεις είναι απαγορευτικές ή μεγαλύτερες για εύρος αιγιαλίτιδας έως 12 ν.μ.; Κυρίως γιατί ρωτάνε, αν η αιγιαλίτιδα είναι μονομερές δικαίωμα κάθε κράτους, δε σχετίζεται με οριοθέτηση ΑΟΖ, τι δεν καταλαβαίνουν; Δηλαδή τώρα που πάμε για 12 ν.μ. σε Ιόνιο παίξαμε “τάπα” στους Ιταλούς και αν είχαν θέμα πριν δε θα ’χουν και τώρα; Έτσι δηλώνουμε υπέρμαχοι του Διεθνούς Δικαίου; Κι αν μέχρι σήμερα στο Αιγαίο μιλάγαμε για το “ελληνικό παράδοξο” αλλά εθιμικό δίκαιο, 6 ν.μ. χωρικά στη θάλασσα και 10 ν.μ. στον αέρα, τώρα δηλαδή θα έχουμε 12 ν.μ. στο Ιόνιο χωρικά ύδατα σε θάλασσα και αέρα, 6 ν.μ. χωρικά στη θάλασσα και 10 ν.μ. στον αέρα στο Αιγαίο και ενδεχομένως στο άμεσο μέλλον αλλού στην Κρήτη 12 ν.μ. θάλασσα και αέρα, και αλλού 6 και 10 ν.μ. χωρικά ύδατα; Αυτό δεν είναι δηλαδή “παγκόσμια πρωτοτυπία”;

Ακόμη πιο εμφατικά, επανέρχονται οι θιασώτες της μερικής επέκτασης στα 12 ν.μ. να τονίσουν: «Έχουμε πλήρη κατανόηση τι σημαίνει κυριαρχικό δικαίωμα (ΑΟΖ) και τι κυριαρχία με αιγιαλίτιδα (έως 12 ν.μ). Απλά, εκτός από τον θεωρητικό κόσμο του Διεθνούς Δικαίου και του χάρτη του ΟΗΕ, υπάρχει και η ωμή πραγματικότητα. Η προβολή στρατιωτικής ισχύος και η απειλή πολέμου. Αυτό νομίζουμε λείπει στις αναλύσεις σας, ένας γόνιμος δηλαδή ρεαλισμός».

Απαντάμε: Η ωμή πραγματικότητα, δηλαδή, λέει ότι, αν ο άλλος προβάλει ισχύ και απειλή πολέμου, εσύ υποχωρείς και επιδιώκεις συμβιβασμό στο όνομα του ρεαλισμού, επί δικών σου δικαιωμάτων; Οπότε τι χρεία έχουν οι Ένοπλες Δυνάμεις (αν και οι δικές μας Ε.Δ., σε αντίθεση με τον ισχυρισμό σας περί προβολής ισχύος της Τουρκίας, τις τελευταίες 3 βδομάδες σε 4 περιπτώσεις διέψευσαν αποστομωτικά αυτή την πολυδιαφημισμένη ισχύ της γείτονος, παρότι η πολιτική ηγεσία προτίμησε να τα κρατάει κρυφά ως γεγονότα - γιατί άραγε;);

Στο επίδικο ωστόσο θέμα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι εδώ και 46 χρόνια κανείς δε διατύπωσε την άποψη πως υπήρχαν αντιρρήσεις ως προς την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων από την Ιταλία και την Αλβανία, δύο χώρες που έχουν προ πολλού χωρικά ύδατα 12 ν.μ. Το γεγονός αυτό δε μας εμπόδισε άλλωστε να συνάψουμε το 1977 με την Ιταλία τη συμφωνία οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας και να υπογράψουμε το 2009 τη συμφωνία οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών με την Αλβανία, που όμως υπαναχώρησε και την ακύρωσε μέσω του Συνταγματικού της Δικαστηρίου. Αντίθετα, διόλου τυχαία, όλες ανεξαιρέτως οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν έκαναν την τόσο απλή κίνηση της μερικής επέκτασης των χωρικών υδάτων “προς Δυσμάς”, για να μην υπάρξει καν υπόνοια περί του αντιθέτου “προς Ανατολάς” και κυρίως για να μη θεωρηθεί ότι γίνεται έμμεσα αποδεκτή η θεωρία περί “ειδικών περιστάσεων” στο Αιγαίο, που διαχρονικά προβάλλει η Τουρκία και όχι μόνο για το σύμπλεγμα του Καστελόριζου.

Οι ενστάσεις Βενιζέλου

Ακόμη και ο Ευάγγελος Βενιζέλος, τις νομικές γνώσεις του οποίου και την επάρκεια και στα θέματα Διεθνούς Δικαίου και συμβάσεων πάνω στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής δύσκολα μπορείς να αμφισβητήσεις, όσο κι αν στις πολιτικές του επιλογές και στα θέματα αυτά μπορείς να διαφωνείς κάθετα, μεταξύ άλλων σημειώνει:

«Έως τώρα έχουμε: Πρώτον, μερική οριοθέτηση της ΑΟΖ με την Αίγυπτο δυτικά του 28ου μεσημβρινού, όχι όμως στην περιοχή ανατολικά του 28ου μεσημβρινού, όπου επί εβδομάδες τώρα αναπτύσσεται η τουρκική προκλητικότητα και όπου η Ελλάδα υπερασπίζεται με τον στόλο της τα κυριαρχικά της δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας, θεωρώντας ότι έχει πλήρη επήρεια το νησιωτικό συγκρότημα Καστελόριζου μέχρι τα απώτατα όρια.

Δεύτερον, μερική ανακήρυξη ΑΟΖ αμέσως για την περιοχή που οριοθετήθηκε με την Αίγυπτο και όταν εκδοθεί σχετικό προεδρικό διάταγμα στην περιοχή που οριοθετήθηκε με την Ιταλία, όχι όμως στις περιοχές όπου δεν έχει γίνει οριοθέτηση.

Τρίτον, μερική επέκταση χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. μόνο στο Ιόνιο.

Εφόσον στόχος μας είναι η διαπραγμάτευση με την Τουρκία για τη μόνη νομική διαφορά που αναγνωρίζει η Ελλάδα, δηλαδή την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ στο Αιγαίο και την Αν. Μεσόγειο, προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία ή από κοινού προσφυγή στη Χάγη, πρέπει να εντάσσουμε όλες τις “μερικές” κινήσεις σε ένα σχεδιασμό που διατηρεί και ενισχύει τη βασική μας επιχειρηματολογία.

Υπό τις παρούσες συνεπώς συνθήκες και εφόσον η κυβέρνηση επιλέγει αυτές τις “μερικές” κινήσεις, θεωρώ αναγκαίο να προβεί στη ρητή δήλωση ότι η επέκταση των χωρικών υδάτων στο Ιόνιο δε συνιστά αντιδιαστολή προς το Αιγαίο.

Επιπλέον, θεωρώ ότι τώρα πλέον η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να καλέσει όσες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου δεν έχουν ήδη χωρικά ύδατα 12 ν.μ. να επεκτείνουν τα χωρικά τους ύδατα, ώστε όλες οι χώρες της περιοχής να βρίσκονται στην ίδια θέση. Αυτό αφορά πρωτίστως την Ελλάδα και την Τουρκία. Αυτή είναι τώρα η κρίσιμη περιοχή και όχι το Ιόνιο».

Η μερική οριοθέτηση με την Αίγυπτο

Με πλειοψηφία, χθες το βράδυ στην ονομαστική ψηφοφορία στη Βουλή, η κυβέρνηση κύρωσε και τη μερική οριοθέτηση ΑΟΖ, με προσωρινό χαρακτήρα, με την Αίγυπτο. Ωστόσο, και για τους βουλευτές μας το ερώτημα θα παραμένει, τουλάχιστον μέχρι να δούμε - αν δούμε - πλήρη οριοθέτηση με την Αίγυπτο. Είναι σωστό να κυρώνουν μια συμφωνία στην οποία δεν υπάρχουν “σημεία βάσης” για τον υπολογισμό της μερικής έστω αυτής οριοθέτησης; Θα έπρεπε η Ελλάδα, έστω να έχει εκτός από το Ιόνιο και νότια της Κρήτης, με κλείσιμο κόλπων και χάραξη γραμμών βάσης, την αιγιαλίτιδα ζώνη της στα 12 ν.μ. και μήπως αυτό αρκούσε ως “σφήνα” στον παραλογισμό του τουρκο-λιβυκού μνημονίου, από μία τέτοιας μορφής μερική οριοθέτηση ΑΟΖ με την Αίγυπτο, που πάντως δεν ακυρώνει αλλά ενδεχομένως μπλοκάρει το τουρκο-λιβυκό;

Έχουν νησιά όπως η Γαύδος, το Κουφονήσι ή η Χρυσή επήρεια ή ουσιαστικά με αυτή την οριοθέτηση είναι στο μηδέν; Ο εξυπνακισμός που διατυπώνεται από τους ρεαλιστές, «μα, είναι δυνατόν σε μια διαπραγμάτευση να έχουν 100% επήρεια τόσο μικρά νησιά;», αποκρύπτει το αν αποδεχόμαστε μηδενική επήρεια σε αυτά τα νησιά μας, με το “εφεύρημα” του «μα, είναι δυνατόν να έχουν πλήρη;». Ακόμη πιο εμφατικά όμως, η Κρήτη, το μεγαλύτερο νησί της Ελλάδας και το 5ο μεγαλύτερο της Μεσογείου, είναι δυνατόν να αποδεχόμαστε ότι δεν έχει πλήρη επήρεια και να μην “ιδρώνει ή να κοκκινίζει” κανείς από τους πολιτικούς μας ταγούς; Δηλαδή να υποθέσουμε ότι η σύμπτωση απόψεων με την τουρκική επιχειρηματολογία είναι ακούσια;

Η επόμενη μέρα, το παιχνίδι της έντασης και το τραπέζι του διαλόγου...

Η Γερμανία, διαρκώς επαναλαμβανόμενα, καλεί τις δύο πλευρές σε βήματα αποκλιμάκωσης (!!!), παρά το γεγονός ότι η ένταση προκαλείται και συντηρείται από την Τουρκία, που ας μην ξεχνάμε, είναι και κατοχική δύναμη επί ευρωπαϊκού εδάφους στην Κυπριακή Δημοκρατία. Αποφάσεις στην άτυπη σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών δεν αναμένεται να ληφθούν, πλην όμως διαρρέεται ότι θα σταλεί μήνυμα στην Άγκυρα. Θα είναι μήνυμα για κυρώσεις ή μια ήπια αντίδραση, με την οποία η Άγκυρα θα βάλει μία “γάτα Αγκύρας” να κλάψει; Όχι τυχαία, η τουρκική παράτυπη Navtex για τις παράνομες έρευνες του “Oruc Reis” στη θαλάσσια περιοχή της Ελλάδος έληγε χθες τα μεσάνυχτα. Με τη λήξη δηλαδή της συζήτησης στο άτυπο Συμβούλιο των υπουργών Εξωτερικών για το θέμα της τουρκικής συμπεριφοράς. Καλού-κακού, όμως, έδωσαν μια παράταση σε αυτήν έως την 1η Σεπτεμβρίου σε περιοχή εφαπτομένη εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας.

Με μια νέα παράνομη Navtex που είχαν προαναγγείλει από το πρωί της Πέμπτης, η Τουρκία επιχειρεί να συντηρήσει την ένταση στη συγκεκριμένη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Υπάρχουν όμως ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στη νέα παράνομη Navtex που έχει “ισχύ” από σήμερα ως την 1η Σεπτεμβρίου. Αλλάζει τη δεσμευμένη περιοχή, προφανώς θέλοντας να απαντήσει στην τελευταία ελληνική Navtex, που ουσιαστικά κατάπινε την προηγούμενη, δεύτερη παράνομη Navtex της Τουρκίας. Είναι βορειότερα μεν από την προηγούμενη και δεν περιλαμβάνει καθόλου μέρος της κυπριακής ΑΟΖ. Όσοι μελέτησαν τις συντεταγμένες, υποστηρίζουν ότι πρόκειται για περιοχή η οποία περιλαμβάνει τα “οικόπεδα” που η Τουρκία αυθαίρετα έχει καθορίσει ως περιοχές γεωτρήσεων! Δεν είναι τυχαίο ότι εξέδωσαν χθες τη νέα Navtex.

Στις 27 Αυγούστου έληξε η προθεσμία για να λάβουν μέρος στον διαγωνισμό για έρευνες ενδιαφερόμενες εταιρείες. Δεν υπήρξε ενδιαφέρον, και έτσι από χθες η τουρκική κρατική εταιρεία TRAO έχει τυπικά τη δυνατότητα να ξεκινήσει τις... έρευνες και τις γεωτρήσεις. Αν η συνέχεια θα έχει και γεωτρύπανο, σύντομα θα φανεί.

Για την Τουρκία οι επιλογές μάλλον θα είναι μονόδρομος και μετά την 1η Σεπτεμβρίου: Είτε θα ανανεώσει τη Navtex για συνέχιση των ερευνών στην ίδια περιοχή, είτε θα “μετακομίσει” το ερευνητικό σκάφος νοτίως της Κρήτης, σε τμήμα που παραπέμπει στο παράνομο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο. Να σταματήσει κάθε ενέργεια και να στείλει τα σκάφη στα λιμάνια της είναι ένα ενδεχόμενο, το οποίο επί του παρόντος δε φαίνεται πως είναι ψηλά στις προτεραιότητές της. Άλλωστε, αυτό θα σήμαινε και έναρξη του διαλόγου. Αυτό, όμως, δεν προκύπτει από τις μέχρι τώρα παρασκηνιακές διεργασίες.

Η Τουρκία έχει συγκεντρώσει πολλές δυνάμεις στην περιοχή και φαίνεται να αντέχει να τις διατηρεί. Είναι στη λογική του «εμείς είμαστε εδώ και όποιος αντέξει». Σε επίρρωση αυτής της εκτίμησης ήταν η χθεσινή συνέντευξη του υπουργού Άμυνας της Τουρκίας Χουλουσί Ακάρ, στο κρατικό πρακτορείο Anadolu. Τι μας διεμήνυσε; «Είμαστε αποφασισμένοι να υπερασπιστούμε τα συμφέροντα και τα δικαιώματά μας. Έχουμε τη δύναμη και τη θέληση και το λέμε και σήμερα. Θα συνεχίσουμε τις σεισμικές έρευνες όσο χρειαστεί μέχρι να ολοκληρωθούν όλες. Δεν υπάρχει κάποιο χρονικό όριο ή περιορισμός. Εμείς ασκούμε τα δικαιώματά μας, κάνουμε συγκεκριμένες τεχνολογικές εργασίες εκεί. Όσο χρειαστεί εμείς θα συνεχίσουμε να κάνουμε τις έρευνες. Το υπουργείο Ενέργειας κάνει τις εργασίες κι εμείς ως Ένοπλες Δυνάμεις είμαστε εκεί. Δεν έχει καμία διακοπή».

Ο υπουργός Άμυνας αναφέρθηκε και στη συμφωνία της Ελλάδας με την Αίγυπτο για την ΑΟΖ και φυσικά επιτέθηκε στη χώρα μας. «Έχασαν και οι δυο τους. Όσο και να θέλετε να έχετε πίσω σας την Ε.Ε., αν θέλετε πάρτε κι όλο τον κόσμο μαζί σας, 2x2 δεν κάνει πέντε, 2x2 κάνει τέσσερα... Αν οι Έλληνες ομόλογοί μας αποφασίσουν τις επόμενες ημέρες να έρθουν εδώ, θα είμαστε πολύ χαρούμενοι να τους φιλοξενήσουμε», είπε ο Χουλουσί Ακάρ και συνέχισε: «Για τα προβλήματα στο Αιγαίο, η Τουρκία είναι υπέρ του διαλόγου. Ας μιλήσουμε. Είμαστε ανοιχτοί στον διάλογο, θέλουμε ειρήνη και ηρεμία, αλλά θέλουμε και αυτά που μας ανήκουν. Εμείς δεν τρέχουμε στην Ευρώπη, την Ευρωπαϊκή Ένωση ή τη Γαλλία, αλλά οι Τούρκοι και οι Έλληνες πρέπει να κάτσουν και να συζητήσουν μόνοι τους και να συζητήσουν τα προβλήματά τους».

Μετά την εκτεταμένη σημερινή μας αναφορά στα καυτά για τα εθνικά μας ζητήματα, αντί επιλόγου σας προτρέπουμε να διαβάσετε ξανά τον πρόλογο με τον Παναγιώτη Κονδύλη, ίσως να εξηγήσετε πολλά από όσα συμβαίνουν σήμερα.

(Φωτογραφία αρχείου: Unsplash)

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια