Γιώργος Σαχίνης

Θέμα οπτικής, αλλά η θέση κάνει τη διαφορά...

Κάτι πάει να αλλάξει για το πώς αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα...

Όποιος πει ότι δε “μεθάει” από την υποδοχή των καρπών, που με κάματο και πυρωμένα μάτια από την αϋπνία προσφέρει στους άλλους προς γνώση και προβληματισμό, ψεύδεται ασύστολα και ενδεχομένως έχει απόλυτη σχάση εντός του, να χαίρεται που τον χαίρονται αλλά να καμώνεται πως δεν του αρέσει, για να μην τον αντιληφθούν, πως έχει πάθει ονείρωξη με τον εαυτό του... Αυτό ναρκισσισμό ή υγεία δεν το λες.

Μετά από 15 ημέρες πρωτοφανούς θορύβου μιας συνέντευξης, για την οποία χύθηκε και χύνεται τόσο μελάνι από κάθε πλευρά που έχει ή δεν έχει άποψη για το θέμα, υπάρχει κι ένα ωφέλιμο της υπόθεσης: Ένας πρωτοφανής δημόσιος διάλογος, αναζήτηση από ευρύτερο κομμάτι της κοινωνίας πληροφοριών, όρων και ορισμών για θέματα που μέχρι τότε ζήτημα είναι μια δράκα ανθρώπων πέραν των “ειδικών” να απασχολούσαν. Σημάδι πρωτόλειο και ακατέργαστο μεν, αλλά ευκρινές πως κάτι πάει να αλλάξει πρωτίστως εντός μας για το πώς αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα ο καθένας από την πλευρά του και πάντως όχι όπως μας “σερβίρεται”.

Ομολογώ πως σε δεύτερο χρόνο έρχονται πιο μελαγχολικές σκέψεις, όχι για την κριτική που η δημόσια έκθεση σε υποχρεώνει να την αποδεχτείς (όπως λέει και ο σοφός λαός μας στην Κρήτη, «όποιος δε θέλει χτύπους στο χαλκιδιό δεν πάει»), αλλά για την πορεία που ως φαίνεται μας χαράσσουν, και άβουλα μοιραία και συγκαταβατικά, χωρίς καν να αναμένουμε έστω κάποιο «θάμα» που λέει κι ο ποιητής, ακολουθούμε.

Τελικά, είναι να απορείς με το πόσο εύκολα αφηνόμαστε όχι να εξαπατηθούμε - αυτό θα ήταν βολικό γιατί κάποιος άλλος θα έφταιγε - αλλά να πέσουμε στην άβυσσο με τις αυταπάτες. Τότε ακριβώς είναι που οι αυταπάτες μας μετατρέπονται σε απάτες, πολλές φορές και με ιστορία κλίμακας εκθετικά. Όσο αυξάνουν οι αυταπάτες, τόσο πληθαίνουν οι απάτες, φτάνουν να γίνονται οφθαλμαπάτες δήθεν “εναλλακτικών”, που είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, οριζοντίως... Εξακολουθώ να πιστεύω ότι όλα είναι θέμα οπτικής, αλλά η θέση για αυτήν κάνει πάντα τη διαφορά.

Όπως έλεγε ο μοναδικός Παναγιώτης Κονδύλης, «oι παρωπίδες προσφέρουν ασφαλή προσανατολισμό. Επειδή τα όρια των ονείρων είναι ρευστά, γίνονται ρευστά και τα όρια του Πραγματικού: γιατί το Πραγματικό βλέπεται από τη σκοπιά του ονείρου.

Ελπίδα και φόβος παρεμποδίζουν την κατανόηση των ανθρώπινων πραγμάτων. Η ελπίδα όμως ξεπερνιέται πολύ δυσκολότερα από τον φόβο.

Ο άνθρωπος είναι ικανός να πιστέψει οτιδήποτε, προκειμένου να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους ότι οι πράξεις του βρίσκονται σε συμφωνία με τις πεποιθήσεις του.

Μας ενδιαφέρει λιγότερο το τι είμαστε από το τι πιστεύουν οι άλλοι για μας».

ΥΓ: Νομίζω ότι μία από τις κορυφαίες αιχμές στα όρια “εθνικής ψυχανάλυσης” είναι πάλι του Παναγιώτη Κονδύλη, που, αν και αποτυπωμένη στα τέλη του 20ού αιώνα, γίνεται ο “άγγελος-εξάγγελος” τής σχεδόν μη αναστρέψιμης πορείας μας (θα είναι η ευτυχία η διάψευσή της) στη μοναξιά της ατομικότητά μας που έγινε συλλογικό υποκείμενο:

«...Οι ευρύτερες μάζες, καθοδηγούμενες από το ίδιο ένστικτο της βραχυπρόθεσμης αυτοσυντήρησης, έχουν βρει τη δική τους ψυχολογικά βολική λύση: το έθνος το υπηρετούν ανέξοδα περιβαλλόμενες γαλανόλευκα ράκη, όποτε το καλεί η περίσταση, και έχοντας κατόπιν ήσυχη συνείδηση το κλέβουν μόνιμα με παντοειδείς τρόπους: από τη φοροδιαφυγή, την αισχροκέρδεια και τα “αυθαίρετα” ίσαμε τα ευκολοαπόκτητα πτυχία, τη χαμηλή παραγωγικότητα εργασίας (ούτε το 50% του μέσου όρου της Ε.Ε.!) και την κραυγαλέα ανισότητα ανάμεσα σ’ ό,τι παράγεται και σ’ ό,τι καταναλώνεται, με αποτέλεσμα την καταχρέωση και την πολιτική εξάρτηση του τόπου.

Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας μόνον όσα πράττονται και αφήσουμε εντελώς στην άκρη την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους οι πράττοντες, τότε φαίνεται να βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας, υπό τον όρο να σκηνοθετηθούν έτσι τα πράγματα, ώστε κανείς να μην έχει την άμεση ευθύνη, και επίσης υπό τον όρο να τεχνουργηθούν απροσμάχητες ανακουφιστικές εκλογικεύσεις (“ελληνοκεντρικές” ή “εξευρωπαϊστικές”, αδιάφορο).

Τις τραγωδίες ή τις κωμωδίες, που μπορούν να περιγράψουν με τις αρμόζουσες αποχρώσεις αυτήν την ιδιαίτερη κοινωνική και ψυχολογική κατάσταση, θα τις γράψουν ίσως άλλοι. Εμένα μου έρχεται στον νου η τετριμμένη, αλλά πάντοτε ευθύβολη θυμοσοφία: όπως στρώνει καθένας, έτσι και κοιμάται» (Π. Κονδύλης).

 

 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια