Γιώργος Σαχίνης

Εις μνήμην Π. Λ. Φέρμορ

Με αφορμή τη συμπλήρωση δυο ετών από τo θάνατο του Πάτρικ Λη Φέρμορ, που πέθανε στις 10 Ιουνίου 2011, το tvsx.gr δημοσιεύει ένα κείμενο του Βασίλη Κουνέλη, που ένα μέρος του πρωτοπαρουσιάστηκε στο περιοδικό "Τhebook'sjournal" το καλοκαίρι του 2011. Από σύμπτωση αυτή τη βδομάδα κάνει πρεμιέρα στην Ελλάδα η ταινία "Πριν τα Μεσάνυχτα", του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ, γυρισμένη και στο σπίτι του Πάτρικ Λη Φέρμορ…

Tου Βασίλη Κουνέλη

Ένα πετράδι της ακρογιαλιάς, βαθιά γλυμμένο από το ακαταπόνητο κύμα, λίγο μεγαλύτερο από μια γροθιά. Αυτό το ταλαίπωρο πράγμα ήταν ό,τι είχε απομείνει, την ώρα του θανάτου, από την ωραία και την ευγενικιά μορφή του μεγαλόψυχου άντρα.»
Ένας Έλληνας - ο Μακρυγιάννης. Γ. Σεφέρης
"Δοκιμές", εκδ. Ίκαρος, Αθήναι 1981 (4).

Πάσχα στο Καλαμίτσι από αριστερά: Π.Λ. Φέρμορ, Θεανώ Πονηρέα, Λέλα Γιαννακέα, ο πρόωρα χαμένος Πέτρος Γιαννακέας, Νίκος Πονηρέας, Μπούρκι Μπράϊτερ.
 

Ένας Έλληνας -ο Πάτρικ Λη Φέρμορ. Ας μου επιτρέψει την παραλλαγή ο ποιητής… Ακριβέστερα ένας Εγγλέζος που έγινε Έλληνας και που μοίρασε - εξόν τις μεγάλες περιπλανήσεις του - τη ζωή του ανάμεσα στην χώρα που γεννήθηκε και τη Μάνη, που έγινε το μόνιμο καταφύγιο των τελευταίων πενήντα χρόνων της ζωής του. Νομίζω πως οι καλοί πατριώτες πολεμούνε τους οχτρούς της πατρίδας τους και αφήνουνε το βιός τους στα παιδιά της. Μ' αυτήν την έννοια ο sir Πάτρικ Λη Φέρμορ που βαφτίστηκε ο κύρ Μιχάλης της Καρδαμύλης κάλυπτε τις προϋποθέσεις του πολεμιστή για δυο χώρες(την Αγγλία και την Ελλάδα), αφού πολέμησε τον (τότε)κοινό Ναζί εχθρό τους?και του ευεργέτη και της χώρα μας, μιας και απόθεσε το βιός του στην πατρίδα της καρδιάς του, επιλέγοντας του Μουσείο Μπενάκη ως κληρονόμο και μετά θάνατον αποδέκτη της εν Ελλάδι κινητής και ακίνητης περιουσίας του. 

Τον συναντούσα την τελευταία δεκαετία κάθε Κυριακή του Πάσχα στο ξενοδοχείο "Καλαμίτσι" της Καρδαμύλης, έναν χαμογελαστό, ευθυτενή, με στρατιωτικό παράστημα άντρα που προφανώς κάποτε έστυβε την πέτρα, ντυμένο στην τρίχα με το μπλε κουστούμι του, αλά μπρατσέτα τα πρώτα χρόνια με την κυρία Ιωάννα την γυναίκα του, να τσουγκρίζει πασχαλινά αυγά και να πίνει λευκό κρασί με τους φίλους του, τον Νίκο και την Θεανώ Πονηρέα, την κάποτε οικονόμο του και δεινή μαγείρισσα Λέλα Γιαννακέα, την Μπούρκι Μπράιτερ και ενίοτε λιγοστούς άλλους έλληνες ή ξένους. Τον συνάντησα και φέτος. Παρέα μόνο με τον κύριο Νίκο, με τον οποίο συνεννοούνταν πάντα βαθιά και κυρίως με τα μάτια. Ένα αιφνίδιο κρύωμα του είχε προκαλέσει αφωνία, ενώ η ακοή του είχε κι αυτή επιβαρυνθεί. Παρ' όλα αυτά έφαγε και ήπιε με κέφι. Του έδωσα το πρώτο βιβλίο μου. Προσπαθούσε να διαβάσει και ν' ακούσει, ζητώντας μου με νοήματα να μιλάω δυνατά μέσα στ' αυτί του, ενώ μια ισχνή φωνή έβγαινε μετά βίας από το δικό του στόμα. Ρωτούσε επίμονα και επαναληπτικά, βασανιστικά σχεδόν με μια φωνή που δεν έβγαινε. «Από πού είσαι;» κατάφερα κάποια στιγμή ν' ακούσω. Η ατελέσφορη προσπάθεια συνεννοήσεως και η δυσκολία στην ανάγνωση έφερε στιγμιαία την συγκίνηση στο πρόσωπο του. Χάιδεψε το βιβλίο, το ξεφύλλισε ξανά και ξανά, ίσως να διάβασε μερικές αράδες, ένα δικό του moto απ' τη Ρούμελη…

Το 'σφιγγε στη μεγάλη παλάμη του σαν κατευόδιο σαν ξέφυγε για το γυρισμό σπίτι του. Ο καλός του φίλος Νίκος Πονηρέας ήξερε πως δεν ήτανε καλά...Τον ποδαρόδρομο τα τελευταία δυο χρόνια αντικατέστησε η μεταφορά του με το αυτοκίνητο για το πασχαλινό τραπέζι. Και οι αφιερώσεις στα βιβλία με την σταθερότητα του χεριού των πρώτων χρόνων να χάνεται όλο και περισσότερο το μαρτυρούσαν χρόνο με το χρόνο. Το γυναικείο σχόλιο από άλλες χρονιές: «μου φαίνεται πως για τελευταία φορά τον έχουμε μαζί μας τον Μιχάλη μας» αποκτούσε υπόσταση εδώ και τώρα.

Θυμήθηκα το Πάσχα του 2009. Τότε που ένα απόγευμα στις επτά παρέα με τον συγγραφέα Στρατή Χαβιαρά και τη Σίσσυ Παναγοπούλου, οι τρείς τυχεροί του κλειδιού που μας έδωσε ευγενικός φίλος, άλλος φύλακας Άγιος Πέτρος επίγειου παραδείσου ο Νίκος Πονηρέας ή για μένα ο «παππούς», βαδίσαμε το μονοπάτι, που κόβει το ξωκλήσι του Ταξιάρχη, ποδοπατώντας την οργιώδη μανιάτικη άνοιξη, που ανάμεσα στα φυτρωμένα αγριόχορτα της δοκίμαζαν την άνθιση τους η μέντα, το θυμάρι, θρούμπη και ρίγανη, άγρια γαρύφαλλα, σκύντα, βάγια και λυγαριές, άγρια κάπαρη, η μαλχόμια και η ανχούσα, κόκκινοι κρίνοι που ξεπετάγονταν μέσα στα ξαπλωμένα χαμομήλια, στη μέντα και στο φασκόμηλο, στην αφάνα και στ' απουράνι, σ' ασπάλαθους και κουμαριές κινούμενοι πεζή κατά τα σπίτι του. Πλησιάσαμε με βήματα αργά και αστεϊσμούς που ξόρκιζαν την γυναικεία αγωνία της συντροφιάς το κονάκι του που στέκονταν μοναχό φρούριο πάνω στο βράχο και που στην άξεστη παλιά πέτρα της μάντρας του αναρριχούνταν που και που κισσοί και βάτα. Η ανοιγμένη εξώπορτα του ψηλού - στο ανθρώπινο ύψος του ιδιοκτήτη μαντρότοιχου καλωσόρισμα πρόωρο επισκεπτών με την Ελπίδα, την οικονόμο του ξαφνιασμένη - εξαφανίστηκε αμέσως μετά - άσκοπη εμπροσθοφυλακή του ηλικιωμένου άνδρα που μας υποδέχτηκε πίσωθε της. Απλωμένα χέρια-φτερά αετού άνοιξαν και ξανάκλεισαν σαν μικρό πέταγμα ή προετοιμασία άλματος προετοιμάζοντας την θερμή χειραψία με τον καθένα μας και με τον Στρατή επικεφαλής, πνίγοντας σε χαμόγελα το όποιο απολογητικό ύφος για την επίσκεψη μας. Περάσαμε στο σαλόνι. Καλό σημάδι, γιατί δεν μας δέχτηκε στο μικρό γραφείο εκτός σπιτιού που προοριζόταν για τα ολιγόλεπτα ραντεβού κι οι φτερούγες του άνοιξαν ξανά με μια στάση για το φίλεμα -βότκα, τζιν με τόνικ για τους νεώτερους, ουίσκι για τον Χαβιαρά και ουίσκι σόδα για τον ίδιο- για να μας μεταφέρουν στο φωτεινό χαγιάτι με τα ξύλινα καΐτια, που κάτωθε τους έσκαγε το κύμα, αφήνοντας το βλέμμα στον αχανή ορίζοντα που άφριζε το πέλαγο.

Εκεί στην μια ώρα της παραμονής μας παρέλασε με την παρότρυνση του Στρατή Χαβιαρά όλο το προσκήνιο της αγγλόφωνης λογοτεχνίας του 20ου αιώνα. Σαν έμπειροι μπαλαδόροι οι δυο τους αντάλλασαν πάσες με πρόσωπα κι εκτενή αποσπάσματα κι εγώ με την Σίσσυ κοιτάγαμε να ξεκλέψουμε την μπάλα ή να την ξαναγυρίσουμε στο μικρό τερέν σαν έπαιρνε να ξαλαργέψει. Ανάμεσα τους παρέλασε κι ο ξεχωριστός Έλληνας Σεφέρης? το δωμάτιο και το κρεβάτι που τον φιλοξενούσε για καιρό στο ίδιο σπίτι μας φανερώθηκε απαράλλαχτο σαν ανοίχτηκε η πόρτα του στα ξαφνικά. Ο Φέρμορ ήταν ακόμα ένας δυνατός άντρας παρά τα 95 του χρόνια. Φορούσε χακί βράκα και ψηλές στρατιωτικές κάλτσες, από όπου πρόβαλαν γεροδεμένοι παρά την ηλικία του μύες. Με ορμή πάτησε στο πέτρινο σοφρά, κι από 'κει πιο ψηλά στο ξύλινο περβάζι, άνοιξε το ξύλινο σκεβρωμένο καΐτι πλάτους δυο περίπου μέτρων, τ' ακούμπησε στο γεροδεμένο γόνατο του, που περπάτησε χωρίς άλλο μέσο την απόσταση Άμστερνταμ-Κωνσταντινούπολη και με δεύτερη προσπάθεια το κάρφωσε στο ταβάνι για ν' αεριστούμε. Τρία λεπτά κάναμε με τον Στρατή να το επαναφέρουμε στην θέση του στον αποχαιρετισμό…

Του τράταρα το δεύτερο ποτό και μας ευχήθηκε με την κρητική πρόποση: «Τσε η Παναγιά να ξεσκουριάσει τα όπλα μας». Μιλούσε ο ίδιος άντρας που πέρασε είκοσι δυο μπλόκα σε δυο ώρες μιλώντας γερμανικά και ντυμένος τη στολή του απαχθέντος στρατηγού Κράϊπε, που «ξεκουράζονταν» φιμωμένος κάτω από τα πόδια των λοιπών απαγωγέων στο πάτωμα της πίσω θέσης του υπηρεσιακού αυτοκινήτου του και όργωσε κατόπι τους μήνες του ανελέητου κυνηγητού κάθε σπιθαμή από τα κρητικά βουνά. Τραγουδήσαμε το «φιλεντέμ». Του άρεσε το τραγούδι που μιλούσε για τον έρωτα μιας παντρεμένης, όπως κάποτε υπήρξε ο δικός του έρωτας για την γυναίκα της ζωής του κι έγινε το παρατσούκλι του της Αντίστασης: ο Φιλεντέμ. Καμάρωνε για τον σύντροφο του Γιώργο Ψυχουντάκη που του μετέδωσε το μικρόβιο της γραφής, τον σύστησε στον Σεφέρη και μετάφρασε τελικά με παρότρυνση του την Ιλιάδα και την Οδύσσεια στα κρητικά. Ο Φέρμορ εργαζόταν ακόμα σκληρά. Έπρεπε να ολοκληρώσει την τριλογία του. Απέφευγε τις επισκέψεις.

Δούλευε με ωράριο πρωί-απόγευμα. Είχαμε αποτελέσει εξαίρεση. Μέρες μετά περπατούσα με έξαψη, νοιώθοντας μιαν απόσταση τουλάχιστον είκοσι πόντων απ' το έδαφος... Το αντίθετο φαντάζομαι από το συνεργείο της αυστραλιανής τηλεόρασης που έφυγε απογοητευμένο χωρίς να καταφέρει να τον συναντήσει.  Ο Φέρμορ έζησε και περιέγραψε ένα κόσμο που δεν υπάρχει πια. Η τεχνολογία έπαιζε ασήμαντο ρόλο στην ζωή του. Η τηλεόραση, το fax, το air condition, το email δεν ήταν στοιχεία της καθημερινότητας του- εν πολλοίς αγνοούσε και την ύπαρξη τους, το ίδιο λέγανε και για τα μετρητά χρήματα. Η αδιαφορία του για την τεχνολογία δεν αποτελούσε ιδιομορφία κάποιου είδους ή κυρίως αδιαφορία για τον κόσμο και τους άλλους ανθρώπους -συνήθειο και γνώρισμα πολλών ασήμαντων και ατάλαντων της εποχής μας. Η κυρία Ιωάννα, η γυναίκα του φαίνεται πως έκανε αυτά που κάνουν οι καλές μάγισσες καθώς με την διαθήκη της άφησε σε δυο κορίτσια της Καρδαμύλης ένα σημαντικό χρηματικό ποσό «για να πραγματοποιήσουν τα όνειρα τους», όπως είπε -η μια λένε πως το πραγματοποίησε αφήνοντας αμέσως το ταμείο του καταστήματος που εργαζόταν και φεύγοντας με τον καλό της που δεν τύγχανε της οικογενειακής εγκρίσεως… Κι τον ίδιο συνόδευε η καλή φήμη. Πρώτος εμφανίστηκε στο κάλεσμα των ντόπιων και ξένων φίλων του στις εκλογές ενός συλλόγου της Καρδαμύλης. Το αίτημα των πολλών ξένων ήταν να αποκτήσει ο σύλλογος μια νέα μορφή με πρωτοκαθεδρία των αλλοδαπών κατοίκων, μακριά από τις γνωστές ελληνικές αδυναμίες των «υπανάπτυκτων» και «κουτοπόνηρων» γηγενών. Κρίνανε σκόπιμο να καλέσουνε και τον Φέρμορ.

Πήρε πρώτος το λόγο: «Όλοι εμείς είπε (εννοώντας τους αλλοδαπούς της Καρδαμύλης) ήρθαμε στην Ελλάδα γιατί μας άρεσε περισσότερο αυτός ο τόπος απ' τον τόπο που αφήσαμε πίσω μας. Δεν ήρθαμε σαν καταχτητές για να τον αλλάξουμε και καλό είναι να τον αφήσουμε όπως είναι στην ησυχία του…». Κανείς δεν είχε το κουράγιο, ούτε βέβαια το σθένος ν' αμφισβητήσει το λόγο του.

Η ιδιαίτερη παιδεία του, ο φιλελληνισμός του (ο ίδιος έσπευσε να δηλώσει εθελοντής στον πόλεμο της Κύπρου), οι γνώσεις και η ευθύτητα του τον έκαναν πολύτιμο σύμβουλο και συμπαραστάτη στην τοπική κοινωνία. Πρωτοβουλίες, σπουδές, συστατικές επιστολές ακόμα και αρχιτεκτονικά σχέδια τύγχαναν της εγκρίσεως του. Σαν χτιζότανε κάποιο σπίτι έσπευδε να δώσει τα φώτα του για να χτιστεί παραδοσιακά με πέτρα και με σεβασμό στο περιβάλλον, προστατεύοντας την κληρονομιά του τόπου.

Το αποτέλεσμα των χρόνων αυτών ανθρώπινης παρέμβασης στην πανέμορφη Καρδαμύλη προφανώς και δικαίωσε την προσπάθεια του. Είμαι βέβαιος πια ότι κληροδότησε και πολλά από τους τρόπους του, την στάση και τη συμπεριφορά του στους ανθρώπους της. Μ' αυτήν την έννοια και όχι μόνο του σημαντικού συγγραφικού του έργου είναι βέβαιο πως ο Φέρμορ δεν πέθανε, παρότι η Παναγιά έδειξε αποφασισμένη να ξεκουράσει -έστω και παρά την θέληση του -τα όπλα του… της γραφής.

Υ.Γ. Δυστυχώς η φετινή πτήση της πρώτης Αυγούστου για το Λονδίνο είχε έναν πιστό επιβάτη της λιγότερο. Αργότερα, το Νοέμβρη ανήμερα μάλιστα των Ταξιαρχών κι ανήμερα της γιορτής του το σπίτι του στο Καλαμίτσι δε θα ξανανοίξει όπως τόσα χρόνια τις πόρτες του στους ντόπιους… Παρ' όλα αυτά όλο και κάπου πιστεύω ότι ο προσεχτικός περιηγητής μπορεί να συναντήσει το πετράδι της ακρογιαλιάς, βαθιά γλυμμένο από το ακαταπόνητο κύμα, που περιέγραψε ο Σεφέρης, ίσως ανάμεσα στις κροκάλες στα Ριτσά, ίσως ανάμεσα στις στάχτες του, που θα χαθούν κάποια στιγμή ανακατεμένες με τις στάχτες του φίλου του Μπρους (Τσάτουιν), ίσως ανάμεσα στον προσεχτικά χωμένο χειμώνα -καλοκαίρι στα βράχια του Καλαμιτσιού σάκο με τα βατραχοπέδιλα και τη μάσκα του κομάντο.

Πηγή: tvxs.gr

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια