Αγγέλα Δουλγεράκη

Πονάω, μ’ ακούς;

Αφιερωμένο σε ένα έφηβο που το μυαλό και η ψυχή του πάλεψε με «θηρία», άντεξε στο bullying και στέκεται με γενναιότητα μόνος στα πόδια του.

«Πίστεψε με. Κλαίω και φοβάμαι, υψώνω και ανάστημα μπροστά στους άλλους γιατί πρέπει να τα καταφέρω, αλλά και πάλι, όταν είμαι μόνος με βάζει κάτω. Φοβάμαι»…

Είναι η φωνή ενός παιδιού που το bullying σε βάρος του κράτησε πολλά χρόνια, τόσο από τους συμμαθητές του σε Δημοτικό και Γυμνάσιο, όσο και από την πλευρά της οικογένειας και του σχολείου. Οι συμμαθητές του γιατί έτσι έμαθαν, οι δάσκαλοι του γιατί δεν έδωσαν τη σημασία που έπρεπε στις φωνές του κι απλά κατέγραφαν τη «ζωηράδα» του, η οικογένεια του γιατί πίστεψε ότι οι τελευταίοι είχαν το αλάθητο, με ότι αυτό σημαίνει. Τρείς εναντίον ενός γιατί απλά δεν έδωσαν τη σημασία που έπρεπε. Τι κατάφεραν; Ρωτήστε την ψυχή αυτού του έφηβου.

«Τον ξέρω εδώ και χρόνια αυτό τον έφηβο. Φωνακλάς, ζωηρός, μα και τόσο ευαίσθητος. Αντιδραστικός απέναντι στα πρέπει που του επιβάλουν οι «ενήλικες» για την προσαρμογή του στις απαιτήσεις της ζωής αλλά μακριά από τα δικά του όνειρα για ηρεμία, φιλότιμο, φιλία, σχέδια, αύριο. Περήφανος και ακατάδεχτος να «δώσει» εκείνους που του δυσκολεύουν τη ζωή. Αντιμετώπισε μόνος του τα «θηρία» της ζωής του και τους φέρνει όλους σβούρα παρά την απώλεια της χαμένης του ηρεμίας. Δοκιμάζει μόνος του τις προκλήσεις της καθημερινότητας του. Επικίνδυνο; Εμπιστεύεται μόνο τον εαυτό του. Γενναίος; Άποψη μου είναι ότι κάνει λάθος που επέλεξε να είναι μόνος, αλλά ισχυρίζεται ότι δεν βρήκε ανταπόκριση όταν έπρεπε.


Τον είδα πρόσφατα να κλαίει. Του ζήτησα να μου μιλήσει και αρνήθηκε. Του είπα ότι εκεί θα είμαι και θα περιμένω, όμως ακόμα δεν ήρθε.

Η σκέψη, με έτρεξε πολύ πίσω, όταν οι συμμαθητές του τον πρόσβαλαν έτσι για να σπάσουν πλάκα όπως πάντα αποδεικνυόταν, αλλά εκείνος δεν τους κατηγορούσε. Επέμενε να τους θέλει φίλους αντί για εχθρούς, γιατί αυτό πίστευε πως έπρεπε να κάνει.

Όταν έκανε σκανταλιές για να δείξει στους άλλους ότι δεν είναι «μαμμόθρεφτο», αλλά οι δάσκαλοι του «δεν άκουσαν» ποτέ τη φωνή του.

Όταν μασούσε τσίχλα για να εκτονώσει την ενέργεια και το θυμό του κι αυτοί έλεγαν απλά ότι είναι αγενής.

Όταν οι κουβέντες τους ήταν προσβλητικές προς το πρόσωπο του κι εκείνος τους άκουγε ανήμπορος να υπερασπιστεί τον εαυτό του.

Όταν η αυλή του σχολείου μετατράπηκε σε επικίνδυνη ζώνη κι η τάξη σε ζώνη αντίδρασης. Έτσι η εμπιστοσύνη στα πρόσωπα των δασκάλων του μειωνόταν καθημερινά. Η γνώση, το βιβλίο, το διάβασμα, οι εργασίες, δεν είχαν πια και τόσο ενδιαφέρον. Μα κανείς να μην το πάρει χαμπάρι;

Εξίσου δύσκολη έγινε και η κατάσταση μέσα στο σπίτι του. Οι γονείς του μόνο πίεζαν προκειμένου να αλλάξει τρόπο σκέψης και συμπεριφορά, ακούγοντας προσεκτικά τις παρατηρήσεις των δασκάλων, χωρίς να ακούν τον ίδιο. Οι τιμωρίες ήταν περισσότερες από τις κουβέντες κι ενίοτε ερχόταν και η βοήθεια παιδοψυχολόγων: για να βοηθηθεί το παιδί και κυρίως να διαβάζει.

Οι φίλοι του ελάχιστοι κι αυτοί μακριά από το σπίτι του. Οι εξωσχολικές δραστηριότητες ανούσιες. Ότι αγαπούσε το έχασε τιμωρητικά καθώς δεν ήταν ο συνεπής.

Οι ανάσες του λίγες, αλλά τον κράτησαν κι ευτυχώς ακόμα τον κρατούν.

Φιλότιμος γενναίος και μεγαλόψυχος, επιμένει και φωνάζει πως έχει ανάγκη τον πατέρα του και τη μάνα του κι όχι τους δεσμοφύλακες για να τον κρατήσουν μακριά από τις κακοτοπιές.

Φωνάζει και αποζητά μέσα στο σχολείο ,το δάσκαλο που δίνει αξία στα όνειρά του κι ανοίγει το δρόμο για τη ζωή του, με ότι ταλέντο διαθέτει.
Ζητά να τον κοιτά στα μάτια και να συνεργάζεται μαζί του, αναδεικνύοντας τα θετικά του χαραχτήρα του – κι όχι μόνο τα αρνητικά – και η θέση του να μην είναι γιαυτόν μόνο εργασία.

Φωνάζει μα οι φωνές του πνίγονται μέσα στις έννοιες των ενηλίκων, το εγώ κι όχι το εμείς.

Κι εκείνος πονά, ονειρεύεται, κλαίει, πιστεύει, πονά, απογοητεύεται, ελπίζει. Ποιος τον ακούει;»

Σχόλια