Αγγέλα Δουλγεράκη

Η Φορολογία των κατοίκων το 1900

Η φορολόγηση των κατοίκων πριν το 1900 ήταν σύμφωνα με το κέφι των Βενετών ή των Τούρκων κατακτητών.

Πρόσωπα, ονόματα, αγαπημένοι άνθρωποι, ιστορίες που άκουγα από τον πατέρα μου, σοκάκια που παίζαμε, βρύσες που πηγαίναμε με τα λαήνια για το νερό του σπιτιού, γεύσεις και αρώματα που ξεφυτρώνουν μέσα στη μνήμη βλέποντας μία φωτογραφία, σου διηγούνται τόσες μικρές και μεγάλες στιγμές από τα παιδικά σου χρόνια, σταμάτησαν μπροστά μου μέσα από τα κείμενα του καθηγητή Γιώργου Κονδυλάκη που δημοσιεύτηκαν στην ''Ηχώ της Βιάννου'' και αφορούν στην κάτω Βιάννο, με τον τίτλο:
''Κάτω Βιάννος - Ταξίδι στο Χρόνο''.
Το οδοιπορικό του καθηγητή μέσα στο χρόνο και στην ιστορία ενός χωριού που ακόμα και σήμερα βασανίζεται, ακόμα και σήμερα μοναχικά πορεύεται, είναι μοναδικό, ''φωνάζει'' για τις ευθύνες μας και τις ευθύνες της πολιτείας απέναντί του.

Μέρος 21ο

Έπαιρναν ότι ήθελαν χωρίς να τους ελέγχει κανένας. Αργότερα γινόταν με το μουκατά , τον φόρο επί της παραγωγής των προϊόντων.

Ένας κάτοικος, ο μουλτεζίμης, νοίκιαζε κατόπιν πλειοδοτικού διαγωνισμού τους φόρους από το κράτος, πλήρωνε κάποιο ποσό στο κράτος και έπαιρνε ένα ποσοστό, συνήθως το 10% , επί της παραγωγής από όλα τα προϊόντα και τα κηπευτικά.

Για το  ζύγισμα της παραγωγής κρατούσε μαζί του τον καμπανό. Η πληρωμή του φόρου γινόταν στο χωράφι και αν ανακαλυπτόταν φοροδιαφυγή (κρύψιμο προϊόντων), το πρόστιμο ήταν διπλασιασμός όλου του φόρου με άμεση καταβολή.

Το μουλτεζίμη κατά την είσπραξη του φόρου συνόδευε πάντα και ένας χωροφύλακας για ευνόητους λόγους. Οι φόροι όμως δεν τέλειωναν εδώ. Αν κάποιος ήθελε να μεταφέρει εμπορεύματα σε κάποια πόλη για να τα πουλήσει , πλήρωνε στην είσοδο της πόλης που πήγαινε φόρο που καθόριζε το Δημοτικό Συμβούλιο αυτής.



 Πωλητήριο  Μαλικιανέδων  του έτους 1770 όπως βρίσκεται στο Τουρκικό αρχείο Ηρακλείου. Μαλικαινές ήταν η δια βίου μίσθωση του φόρου της δεκάτης από όλη την παραγωγή μιας περιφέρειας και συχνά αυτή γινόταν κληρονομική.

 Τα κοινοτικά τέλη  ύδρευσης, άρδευσης κλπ καταλογίζονταν με απόφαση του κοινοτικού συμβουλίου και τα πλήρωναν στον εισπράκτορα ο οποίος ερχόταν στο χωριό.

Υπήρχαν και τέλη σε προσωπική εργασία για την συντήρηση των αγροτικών δρόμων, των καναλιών άρδευσης κλπ.

Η Αγροτική Οδοποιία. Το κοινοτικό συμβούλιο εκτιμούσε τις συνολικές ημέρες εργασίας που χρειαζόταν για τα απαιτούμενα έργα και με απόφαση του γινόταν κατανομή σε όσους μπορούσαν να προσφέρουν χειρωνακτική  εργασία.

Όποιος δεν πήγαινε του καταλόγιζαν σε χρήματα την αξία των ημερομισθίων και τα πλήρωνε στον εισπράκτορα. Ο θεσμός υπήρχε μέχρι τη δεκαετία του 70 που έπαψε να εφαρμόζεται.

Μονάδες μέτρησης μέχρι το 1952 που καθιερώθηκαν οι σημερινές, χρησιμοποιούσαν:

Για το βάρος των προϊόντων την οκά που είχε 400 δράμια και αντιστοιχούσε σε 1280  γραμμάρια. Το καντάρι που αντιστοιχούσε σε 44 οκάδες. Συμβατική μονάδα βάρους των υγρών (λαδιού και κρασιού) ήταν το μίστατο. Ένα μίστατο κρασιού ζύγιζε 9-12 οκάδες, λαδιού 8 - 10 οκ.

Για τον όγκο των στερεών τροφίμων (σιτάρι, όσπρια κλπ.)  είχαν το μουζούρι που το υπολόγιζαν σε 16 οκάδες με υποδιαιρέσεις το πινάκι (8 οκ.), το πρατικό (4 οκ.) και το αξάγι (1 οκά).  Το μήκος μετρούσαν με τον πήχη που τον υποδιαιρούσαν σε 8 ρούπια. Ένας πήχης ήταν 64  εκατοστά του σημερινού μέτρου.

Το ζευγαρικό ήταν συμβατική μονάδα επιφανείας με την οποία γινόταν υπολογισμός του εμβαδού γης. Ήταν ίσο με το έδαφος που μπορούσαν να καλλιεργήσουν με ζώα, (συνήθως 2 βόδια), σε μια μέρα. Αποτελούσε τμήμα ακαθόριστης εκτάσεως, που εξαρτιόταν από την ικανότητα και του ζευγολάτη και των  ζώων.

(Συνεχίζεται)  

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια