Απόψεις

Έρχεται βροχή, έρχεται μπόρα - Ελληνικοί εξοπλισμοί και «γεωπολιτικό κριτήριο»

Ποιες είναι άραγε οι παρασκηνιακές συστάσεις της Μόσχας προς το Βελιγράδι και με ποια κίνητρα;

Ο φόβος ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία μπορεί να προκαλέσει ευρύτερη αποσταθεροποίηση (σε στρατιωτικό και γεωπολιτικό επίπεδο) είχε επισημανθεί έγκαιρα.

*Γράφει ο Ζαχαρίας Μίχας.

Την κατάσταση αυτή βιώνουμε σήμερα, ακόμα κι αν δε θεωρηθεί αποτέλεσμα σκόπιμων ενεργειών των πρωταγωνιστών της κρίσης. Σε αυτή την κατάσταση, και ενώπιον του πιθανού ενδεχομένου περαιτέρω κλιμάκωσης, το παράθυρο ευκαιρίας για ταχεία προσπάθεια επανεξοπλισμού της Ελλάδας σταδιακά κλείνει, χρονικά και οικονομικά.

Η διαχείριση από ελληνικής πλευράς πρέπει να είναι πολύ προσεκτική, με σκοπό να συνεχιστεί η προσπάθεια με αποτελεσματικό τρόπο. Στόχος είναι να βρεθούμε στην καλύτερη δυνατή κατάσταση με όρους συνολικής εθνικής ισχύος, κυρίως όμως στρατιωτικής, σε περίπτωση εκτροπής. Η κρίση στις σχέσεις Σερβίας-Κοσόβου, δίπλα στα ελληνικά σύνορα, αποτράπηκε προς το παρόν. Δεν αντιμετωπίστηκαν, όμως, τα αίτια.

Έχει ενδιαφέρον, πάντως, η στάση της Μόσχας που έσπευσε να στηρίξει το Βελιγράδι. Το δίλημμα για τη Δύση είναι μεγάλο. Η απροθυμία του ΝΑΤΟ να εμπλακεί θα μπορούσε να δημιουργήσει παράθυρο ευκαιρίας για μερική, έστω, αντιστροφή των τετελεσμένων της επέμβασης του 1999. Να υπενθυμιστεί ότι και ο πόλεμος εκείνος είχε ξεσπάσει όταν στις ΗΠΑ κυβερνούσαν οι Δημοκρατικοί και οι Πράσινοι συμμετείχαν στην κυβέρνηση στη Γερμανία.

Ποιες είναι άραγε οι παρασκηνιακές συστάσεις της Μόσχας προς το Βελιγράδι και με ποια κίνητρα; Αξίζει πάντως να υπενθυμιστεί και η συνέπεια με την οποία η Ισπανία εξακολουθεί να απορρίπτει κάθε ιδέα διπλωματικής αναγνώρισης του Κοσόβου, χωρίς στη Μαδρίτη να φοβούνται ότι η χώρα τους θα απομονωθεί διεθνώς. Εξάλλου, η σύρραξη Ρωσίας-Ουκρανίας και οι εδαφικές απώλειες του Κιέβου ενισχύουν το επιχείρημα ότι η Δύση ασκεί πολιτική δύο μέτρων και δύο σταθμών...

Λίγες ημέρες αργότερα ξέσπασε η κρίση με αφορμή την επίσκεψη της προέδρου της αμερικανικής Βουλής, Νάνσι Πελόζι, στην Ταϊβάν. Η ανησυχία που προκλήθηκε παγκοσμίως για τις κινεζικές αντιδράσεις ήταν μεγάλη. Οι Ρώσοι έσπευσαν με δηλώσεις να στηρίξουν πλήρως το Πεκίνο, ανταποδίδοντας την κινεζική στάση στο Ουκρανικό. Επιχειρούν άραγε οι ΗΠΑ να δημιουργήσουν συνθήκες κρίσης με οικονομικό αντίκτυπο στους δύο βασικούς αντιπάλους τους, τη Ρωσία και την Κίνα, ώστε να πληγεί η εν εξελίξει προσπάθεια αμφοτέρων να προσεγγίσουν τους Αμερικανούς στον στρατιωτικό τομέα;

Στο σκηνικό που διαμορφώνεται δεν μπορεί να αποκλειστεί μια επικίνδυνη στρατιωτική κλιμάκωση που θα συμπαρασύρει πολλές περιοχές του πλανήτη. Η Ελλάδα, έστω και καθυστερημένα, «τρέχει» για να ενισχύσει τη στρατιωτική της ισχύ, μέσω εξοπλισμών και συμμαχικών σχέσεων. Οι ενέργειές της πρέπει να είναι στοχευμένες και κυρίως απαιτείται εις βάθος κατανόηση του προβλήματος εθνικής ασφαλείας που αντιμετωπίζει.

Η ελληνική προσπάθεια εστιάζεται στην ταχεία υλοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων εξοπλιστικών προγραμμάτων. Η προτεραιοποίηση από την πλευρά του ΓΕΕΘΑ είναι δύσκολη εργασία. Υπάρχουν εξοπλιστικά προγράμματα που με τους κατάλληλους χειρισμούς (σ.σ. με προϋπόθεση την άμεση διάθεση συστημάτων από τα αποθέματα της χώρας-προμηθευτή) μπορούν να αποδώσουν άμεσα μετρήσιμο στρατιωτικό, άρα και αποτρεπτικό αποτέλεσμα, με παράδειγμα τα αντιαρματικά όπλα.

Άλλα προγράμματα θα φέρουν πρακτικό αποτέλεσμα σε μερικά χρόνια (π.χ. τα F-35A Lightning II). Και σε αυτά υπάρχουν περιθώρια διαπραγμάτευσης για μετρήσιμο αποτέλεσμα πιο σύντομα. Τέτοια προγράμματα έχουν και ευρύτερη γεωστρατηγική διάσταση, ενώ επίσης ενισχύουν την ελληνική αποτροπή σε επίπεδα πέραν του στρατιωτικού. Οι συμμαχικές σχέσεις ενισχύουν το αποτρεπτικό αποτέλεσμα μέσω των εξοπλισμών, όταν αυτοί έχουν εμβληματικό χαρακτήρα που πείθει την Τουρκία για το επίπεδο δέσμευσης του προμηθευτή

Χαρακτηριστικό παράδειγμα απτού γεωπολιτικού αποτελέσματος μέσω των εξοπλισμών αποτελεί η δέσμευση περιοχών εντός των ορίων του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου από την πλευρά του ισραηλινού ναυτικού για τη διενέργεια ασκήσεων με πραγματικά πυρά. Πρόκειται για μια ενέργεια αναγνώρισης της ελληνικής δικαιοδοσίας, άρα απόρριψης στην πράξη των τουρκικών ισχυρισμών. Ταυτόχρονα αποτελεί σαφές μήνυμα στην Άγκυρα ότι η αποκατάσταση των διμερών σχέσεων Ισραήλ-Τουρκίας δεν μπορεί να κινείται εκτός του πλαισίου της διεθνούς νομιμότητας.

Διαφωνίες είναι θεμιτό να υπάρχουν, όπως η διένεξη Ισραήλ-Λιβάνου για τις θαλάσσιες ζώνες. Παρά την ένταση, όμως, οι δύο πλευρές αφενός δεν επιχειρούν να αλλάξουν το Δίκαιο της Θάλασσας (όπως η τουρκική αμφισβήτηση του δικαιώματος των νήσων σε ΑΟΖ-υφαλοκρηπίδα) και αφετέρου έχουν δεχτεί μία από τις μεθόδους του ΟΗΕ (μεσολάβηση) στην προσπάθεια εξεύρεσης λύσης.

Αυτό δε θα ήταν δυνατό να συμβεί εάν η θέση της μίας ή και των δύο πλευρών βασίζονταν σε παραλογισμούς. Σε ποια βάση θα μπορούσε να συζητήσει η Ελλάδα με μια χώρα που αυθαίρετα ζητά να αποστερήσει από τα νησιά της ΑΟΖ-υφαλοκρηπίδα; Αυταπόδεικτα δεν μπορεί να υπάρξει κοινό έδαφος, ενώ και η απλή αποδοχή μιας παράλογης θέσης στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων τής παρέχει μια μορφή νομιμοποίησης.

Η διαφορά στρατιωτικής ισχύος ανάμεσα στο Ισραήλ και τον Λίβανο είναι χαώδης, κάτι το οποίο δεν ισχύει στην περίπτωση Ελλάδας και Τουρκίας. Άρα, το εβραϊκό κράτος λαμβάνει σαφή θέση υπέρ της ανάγκης προάσπισης ενός πλαισίου νομιμότητας στον ανταγωνισμό ανάμεσα στις χώρες της περιοχής με σκοπό την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους, παρά το εξόφθαλμο στρατιωτικό του πλεονέκτημα. Αυτό το συμμερίζεται και η Αίγυπτος, οπότε με την προσθήκη της Ελλάδας δημιουργείται μια πολύ ισχυρή σύμπλευση σε επίπεδο αρχών, που επιχειρεί να βάλει όρια στην ανεξέλεγκτη, ταραχοποιό και αποσταθεροποιητική συμπεριφορά της Τουρκίας.

Οι ελληνικές πρωτοβουλίες δε σταματούν όμως εδώ. Όλα δείχνουν ότι η Αθήνα επιχειρεί να φέρει και την Ιταλία σε αυτή την άτυπη σύμπλευση. Με όχημα το πρόγραμμα των κορβετών σε συνδυασμό με την παρουσία του Μάριου Ντράγκι, ενός statesman με την παραδοσιακή έννοια του όρου, η κυβέρνηση έδειχνε να επιθυμεί την επιλογή των FCX-30 Doha για το Πολεμικό Ναυτικό.

Το ΓΕΝ έχει τηρήσει προσεκτικά αποστάσεις από την τελική κυβερνητική επιλογή, λέγοντας ότι και η ιταλική και η γαλλική (Gowind) και η ολλανδική (Sigma 10514) πρόταση καλύπτουν τις επιχειρησιακές απαιτήσεις. Σύμφωνα με πηγές, για λόγους ομοιοτυπίας που εξασφαλίζει οικονομίες κλίμακος δεν κρύβεται μια διακριτική προτίμηση για τις γαλλικές Gowind, μετά την επιλογή των φρεγατών FDIHN Belharra. Τα κριτήρια που σταθμίζονται, όμως, είναι πολλά περισσότερα.

Διαφαίνεται μια κυβερνητική πρόθεση συνεργασίας με τους Ιταλούς, σε συνδυασμό με την υπογραφή ενός Συμφώνου Αμυντικής Συνδρομής, στο πρότυπο του ελληνογαλλικού. Επίσης, με τη συμμετοχή των Ιταλών στη διάσωση των Ναυπηγείων Ελευσίνας. Θα επανέλθει όμως ο Ντράγκι στην εξουσία; Ή μια νέα κυβέρνηση θα περιπλέξει δραματικά το γεωπολιτικό σκέλος της απόφασης οδηγώντας σε ανατροπές;

Η Γερμανία είναι η άλλη χώρα την οποία επιχειρεί να προσεταιριστεί η Ελλάδα. Για άλλη μια φορά όμως, την ανάγκη για ψύχραιμη αντιμετώπιση την αντικατέστησε η γνωστή «οπαδική». Αναλόγως των προτιμήσεων, οι Γερμανοί αποτελούν την επιτομή ή του «κακού» ή του «καλού». Η κυριαρχία τους στον τομέα των ελληνικών τεθωρακισμένων και υποβρυχίων εκ των πραγμάτων έχει δημιουργήσει μια παράδοση.

Προφανώς οι δηλώσεις της υπουργού Εξωτερικών Μπέρμποκ στην Τουρκία δε διασφαλίζουν αλλαγή της γερμανικής στάσης. Δεν μπορούν, όμως, και να απαξιώνονται. Οι συνθήκες έχουν αλλάξει και η Γερμανία δεν είναι η πρώτη χώρα που επανεξετάζει γενικότερα τη στάση της. Όλα είναι ρευστά, ενώ στο επίπεδο των εξοπλισμών τα τουρκικά προγράμματα με γερμανικές εταιρείες, που έχουν βαλτώσει την τελευταία πενταετία, ανέρχονται σε πολλές εκατοντάδες.

Η Ελλάδα έχει συμφέρον να διατηρήσει στενές σχέσεις με τη Γερμανία. Οφείλει να διαπραγματευτεί σκληρά για να πετύχει τον μη υπολογισμό των εξοπλιστικών δαπανών στο χρέος σε συνεργασία με άλλους συμμάχους. Επίσης, να κάνει τα πάντα για να πείσει το Βερολίνο ότι η υπό ανάδυση νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας στην περιοχή ανατρέπει παραδοχές δεκαετιών, στις οποίες όλοι θα προσαρμοστούν αργότερα ή γρηγορότερα.

Κατά συνέπεια, το ελληνικό εθνικό συμφέρον επιτάσσει την προστασία των διμερών σχέσεων και τη με κάθε τρόπο αποφυγή εργαλειοποίησής τους για την προώθηση του ενός ή του άλλου οπλικού συστήματος. Η ισορροπία είναι δύσκολη, αλλά μπορεί να επιτευχθεί εάν από ελληνικής πλευράς τηρηθούν κάποιες βασικές αρχές. Η Ελλάδα δεν προμηθεύεται κάποιο οπλικό σύστημα για να κάνει χάρη στη Γερμανία, αλλά για να καλύψει πιεστικές επιχειρησιακές ανάγκες της με τον βέλτιστο από απόψεως κόστους-οφέλους τρόπο, ο οποίος επιπλέον θα ωφελήσει την εγχώρια αμυντική βιομηχανία.

Δε χρειάζεται προσχηματική εξέταση εναλλακτικών για να δοθεί επίφαση νομιμότητας. Είναι προτιμότερη η έντιμη στάση απέναντι σε όλους, όχι οι συνήθεις μεθοδεύσεις. Μυστικό δεν είναι ότι η ιδιαίτερη στάθμιση της γεωπολιτικής παραμέτρου στην τελική απόφαση οδηγεί σε καλύτερους όρους. Η ίδια η κυβέρνηση διατείνεται ότι ο ανταγωνισμός που προκαλείται - παρά τη «χαλαρή» τήρηση των νομικώς προβλεπόμενων διαδικασιών - εξασφαλίζει καλύτερους όρους.

* Ο Ζαχαρίας Μίχας είναι συνιδρυτής και διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας (ΙΑΑΑ/ISDA).

(φωτογραφία αρχείου Intime)

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια