Απόψεις

Γιατί με αύξηση επιτοκίων δεν τιθασεύεται ο πληθωρισμός

«Η αντιμετώπισή του δε θα έλθει από νομισματική λύση»

Οι ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα μετά την έναρξη των πολεμικών συγκρούσεων της Ρωσίας στην Ουκρανία, λαμβάνουν μέτρα για τον περιορισμό του πληθωρισμού.

*Των Σάββα Ρομπόλη και Βασίλη Μπέτση

Τα συγκεκριμένα μέτρα, διαφοροποιούμενα από χώρα σε χώρα, επικεντρώνονται, κατά βάση, σε μειώσεις των φόρων ή σε εκπτώσεις στις τιμές των καυσίμων, των ενεργειακών και διατροφικών προϊόντων, καθώς και σε μικρότερο βαθμό στην ρύθμιση των τιμών (Aude Martin, 18/5/22, Alternatives Economiques).

Όμως, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, η αποτελεσματικότητα των συγκεκριμένων μέτρων, εκτός από διαφοροποιούμενη από χώρα σε χώρα, είναι αρκετά περιορισμένη, δεδομένου ότι ο πληθωρισμός, σε σύντομο χρονικό διάστημα, αυξήθηκε στην Ευρωζώνη από 4,9% τον Νοέμβριο του 2021 σε 8,1% τον Μάϊο του 2022 και στην Ελλάδα από 4,2% τον Νοέμβριο του 2021 σε 11,3% τον Μάϊο του 2022 (ΕΛ.ΣΤΑΤ.). Έτσι, κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ο πληθωρισμός στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 155%, ενώ στην Ευρωζώνη αυξήθηκε κατά 65%, με αποτέλεσμα το εισόδημα και η αγοραστική δύναμη των μισθών στην χώρα μας να δέχονται ένα σημαντικό πλήγμα σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης.

Ο βασικός λόγος των δυσμενών αυτών εξελίξεων του πληθωρισμού στην Ευρώπη, της καθίζησης της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, της βίαιης ανισοκατανομής του εισοδήματος και της φτωχοποίησης, κ.λπ., προς όφελος της υπερ-κερδοφορίας των επιχειρήσεων ενέργειας, εκτός από τους ανεπαρκείς πόρους που διατίθενται από τις οικονομικές πολιτικές για την ανακούφιση των νοικοκυριών-επιχειρήσεων, τις μεγάλες καθυστερήσεις στον χρόνο, κ.λπ., είναι ότι ως πληθωρισμός της προσφοράς προϋποθέτει πολιτικές και πόρους μετασχηματισμού της προσφοράς ενέργειας και μείωσης των τιμών των ενεργειακών προϊόντων.

Κατά συνέπεια, ως πληθωρισμός της προσφοράς, με παρενέργειες στη μείωση της ζήτησης και της οικονομικής δραστηριότητας, η αποτελεσματική αντιμετώπισή του θα προέλθει από:

  • Άμεσα μέτρα χρηματοδοτικής υποστήριξης της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, της μείωσης των τιμών των ενεργειακών προϊόντων και των μεταφορών.
  • Βραχυμεσοπρόθεσμα μέτρα αλλαγής στη δομή της προσφοράς και του εφοδιασμού των ενεργειακών προϊόντων.

Το έλλειμμα αποτελεσματικών οικονομικών και ενεργειακών πολιτικών, όπως προκύπτει από τη μη υλοποίηση των προαναφερόμενων μέτρων πολιτικής, σε συνδυασμό με τη διατήρηση των πολεμικών συγκρούσεων της Ρωσίας με την Ουκρανία συνέβαλαν, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, σε αυξητική δυναμική των ενεργειακών και διατροφικών τιμών σε Ευρώπη και ΗΠΑ.

Δεν τιθασεύεται ο πληθωρισμός

Στις συνθήκες αυτές, παρεμβαίνουν οι Κεντρικές Τράπεζες με αύξηση των επιτοκίων, προσδοκώντας να ελέγξουν την εκρηκτική αύξηση του πληθωρισμού με μείωση της ζήτησης και δημιουργίας συνθηκών ευνοϊκότερης ισορροπίας με τη συνολική προσφορά. Όμως, ο σημερινός πληθωρισμός δεν είναι νομισματικής προέλευσης και επομένως η αντιμετώπισή του δε θα έλθει από νομισματική λύση (Olivier Passet, Xerfi, 2022).

Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι η πολιτική αύξησης των επιτοκίων δε θα είναι επαρκής ως εργαλείο αντιμετώπισης του υψηλού πληθωρισμού στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα η μείωση της ζήτησης να επιφέρει επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας και αύξηση της ανεργίας, μετεξελίσσοντας το πληθωριστικό φαινόμενο σε κίνδυνο δημιουργίας συνθηκών στασιμοπληθωρισμού και ύφεσης.

Η Κεντρική Τράπεζα (Fed) των ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) κατανοούν τις προαναφερόμενες δυσμενείς εξελίξεις, αλλά, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις των ηγεσιών τους, ελπίζουν ότι με την αύξηση των επιτοκίων θα αποκτήσουν τον έλεγχο του πληθωρισμού, χωρίς να οδηγηθούν η ευρωπαϊκή και η αμερικανική οικονομία σε στασιμοπληθωρισμό και ύφεση.

Κι αυτό γιατί εκτιμούν ότι θα επαναφέρουν μεσοπρόθεσμα τον πληθωρισμό σε επίπεδο χαμηλότερο του 2% με περιορισμένες αυξήσεις των επιτοκίων. Έτσι, θεωρείται ότι, αυξάνοντας την τιμή στην οποία οι τράπεζες μπορούν να αποκτήσουν βραχυπρόθεσμα κεφάλαια και ανακοινώνοντας ότι αυτό θα συμβεί στο μέλλον, η ΕΚΤ επιθυμεί να αυξήσουν τα μακροπρόθεσμα επιτόκια με τα οποία δανείζουν σε νοικοκυριά, επιχειρήσεις και κράτη.

Αυτή η αύξηση του κόστους χρήματος αναμένεται να περιορίσει την επιλογή τους για επενδύσεις, συμβάλλοντας στην επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας, καθώς και στη χαλάρωση των πιέσεων στις τιμές (Chr.Chavagneux, 14/6/22, Alternatives Economiques), με την επίτευξη του στόχου του επιπέδου πληθωρισμού στο 2% και την εκπλήρωση ενός βασικού κριτηρίου για την αύξηση των επιτοκίων. Όμως, παράλληλα, με την εκτίμηση αυτής της προοπτικής αναδεικνύεται ο προβληματισμός ο οποίος πηγάζει από το γεγονός ότι η ΕΚΤ οδηγήθηκε στην επιλογή της αύξησης των επιτοκίων με την εκτίμηση της αποκλιμάκωσης του πολέμου στην Ουκρανία, των αντίστοιχων επιλογών άλλων κεντρικών τραπεζών και των ενεργειών των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Στις συνθήκες αυτές το ερώτημα που τίθεται είναι ποιο θα είναι το τίμημα της αύξησης των επιτοκίων και τι θα συμβεί στην ευρωπαϊκή οικονομία εξαιτίας π.χ. της διατήρησης των πολεμικών συγκρούσεων και της διακοπής της παροχής ρωσικού αερίου στην Ευρώπη; Αναλυτές και αξιωματούχοι της ΕΚΤ ανησυχούν για «το σενάριο του στασιμοπληθωρισμού μίας συρρικνούμενης οικονομίας με επίμονα υψηλό πληθωρισμό» (Martin Arnold,17/6/22, euro2day.gr), με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται για το βιοτικό επίπεδο των πολιτών εξαιτίας της ποσοτικής σύσφιγξης και της αύξησης του κόστους του χρέους, ιδιαίτερα των κρατών-μελών της Νότιας Ευρώπης.

*Ο Σάββας Ρομπόλης είναι ομότιμος Καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου και συγγραφέας και ο Βασίλης Μπέτσης είναι είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής στο εργαστήριο Κοινωνικής Στατιστικής και Ανάλυσης Δεδομένων.

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια