Απόψεις

Δασκαλάκης: Τα γηρατειά ως «τελείωση» της ζωής

Είναι λοιπόν τα γερατειά μόνο αρρώστιες, πόνοι και μοναξιές; Είναι σκέτη μιζέρια και απογοήτευση; Περίοδος της ζωής που δεν αξίζει να τη βιώνεις; Όχι βέβαια, όχι ακριβώς...

Του Γιώργου Δασκαλάκη

Η ζωή είναι ωραία τελικά. Είναι το υπέρτατο αγαθό, η ίδια η ύπαρξή σου. Γλυκιά και πολυπόθητη, παρότι γεμάτη δοκιμασίες και προβλήματα, ίσως μάλιστα ακριβώς γι’ αυτό. Έχει βέβαια περιορισμένη, διαφορετική για τον καθένα, διάρκεια, που σπάνια ξεπερνά τα εκατό χρόνια, μέσα στα οποία συμβαίνουν αδιάκοπες αλλαγές. Γεννιέσαι, περνάς από διαδοχικά στάδια εξέλιξης, φτάνεις στην κορυφή της ακμής και κάπου εκεί, γύρω στα 70, νιώθεις ότι πέφτει σιγά-σιγά η ενεργητικότητά σου, λιγοστεύουν οι δυνάμεις σου, κουράζεσαι εύκολα και προτού καλά-καλά το καταλάβεις βρίσκεσαι στην ομάδα των υπερήλικων.

Τώρα, το κορμί σου είναι καταπονημένο, τα μέλη του αδύναμα, ο οργανισμός σου γενικά ευάλωτος, ευεπίφορος σε ανημποριές και ανωμαλίες ήπιες, συμβατές όπως τις λένε οι γιατροί, ή σοβαρές ασθένειες που σε οδηγούν σε νοσοκομείο. Οι βασικές αισθήσεις σου, όπως η όραση και η ακοή, σταδιακά αμβλύνονται, οι νοητικές σου λειτουργίες επιβραδύνουν επίσης, με πρώτη και καλύτερη τη μνήμη. Παθολογικοί παράγοντες, όταν συντρέχουν και συνυπάρχουν, εγκυμονούν σοβαρό κίνδυνο για ενδεχόμενο “πέσιμο”, ατύχημα, που μαζί με... ομοιοκατάληκτό του αποτελούν πολύ πιθανές αιτίες θανάτου κάθε ηλικιωμένου, σύμφωνα με γνωστή λαϊκή παροιμία.

Οι δυσμενείς αυτές συγκυρίες, όπως είναι φυσικό, σου προκαλούν, εκτός από σωματικούς πόνους, ψυχικές στενοχώριες. Την ίδια στιγμή, συνομήλικα ή και μικρότερά σου προσφιλή πρόσωπα φεύγουν από τη ζωή προξενώντας σου βαθιά μελαγχολία, αλλά και περίεργες ενοχές, που εσύ εξακολουθείς να ζεις. Νιώθεις τελικά να σε κυριεύει μια δυσάρεστη μοναξιά, “μοναξιά της κορυφής” κι αυτή - της ηλικιακής κορυφής. Σου λείπει, βλέπεις, η συντροφιά και η κουβέντα με συγκαιρίτικα φιλικά πρόσωπα, αυτή που έχει μοναδική αξία και γλυκύτητα, γιατί όπως είχαν επισημάνει και οι αρχαίοι: «γέρων, γέροντι γλώτταν ηδίστην έχει, παις παιδί» («ο γέρος με άλλον γέροντα κάνει την πιο απολαυστική κουβέντα και το παιδί με άλλο παιδί»).

Μετά από όλα αυτά, δικαιολογημένα διερωτάσαι: Είναι λοιπόν τα γερατειά μόνο αρρώστιες, πόνοι και μοναξιές; Είναι σκέτη μιζέρια και απογοήτευση; Περίοδος της ζωής που δεν αξίζει να τη βιώνεις;
Όχι βέβαια, όχι ακριβώς...

Είναι αλήθεια ότι οι ηλικιωμένοι δεν έχουν πια την εκτίμηση και τον σεβασμό που απολάμβαναν παλιότερα, όταν “Γέροντας”- “Γερόντισσα” ήταν τιμητικά προσωνύμια για αξιόλογα, αξιοσέβαστα πρόσωπα και οι νεότεροι «ασπάζονταν την δεξιάν» των ηλικιωμένων σε ένδειξη σεβασμού. Σήμερα και μόνο τα ονόματα αυτά θεωρούνται υβριστικά. Ποιος αλήθεια θα αποκαλούσε μια ηλικιωμένη κυρία “γριά” και δε θα χαρακτηριζόταν το λιγότερο αγενής, όταν πιθανώς η ίδια - συμβαίνει κι αυτό - έχει ζητήσει από τα εγγόνια της σε δημόσιους χώρους να τη φωνάζουν με το βαφτιστικό της όνομα και όχι γιαγιά που, συνειρμικά, παραπέμπει σε προσδιορίσιμη ηλικία;
Οι νεότεροι, σήμερα, βλέπουν τα γερατειά σαν κατάντημα, σαν επερχόμενη απειλή και τους ηλικιωμένους με διάθεση ανταγωνιστική, σαν να τους στερούν δικαιώματα, γι’ αυτό και η χαλάρωση και η αλλαγή συμπεριφοράς προς αυτούς.

Σ’ αυτό βέβαια συνετέλεσαν και οι κοσμογονικές αλλαγές που σημειώθηκαν τον 20ό αιώνα και συγκεκριμένα:

  1. Η σημαντική αύξηση της διάρκειας ζωής που συνέβη σε χρόνο-ρεκόρ. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι εφημερίδα στις αρχές του 20ού αιώνα έγραφε «τεσσαρακοντούτης γέρων παρασυρθείς υπό ιππηλάτου αμάξης...», και λίγες δεκαετίες αργότερα ο αξέχαστος Γιώργος Ζαμπέτας μάς βεβαίωνε ότι «ο σαραντάρης είναι ο νέος της εποχής...».
  2. Η αστικοποίηση μεγάλου μέρους του αγροτικού πληθυσμού και η απομάκρυνσή του από το περιβάλλον του, με τους πανάρχαιους κοινωνικούς θεσμούς και δομές (κοινότητα, ενορία, γειτονιά, καφενείο).


Αυτές οι απότομες, επαναστατικές κοινωνικές αλλαγές και ανακατατάξεις ήταν φυσικό να επηρεάσουν και να χαλαρώσουν τις σχέσεις μεταξύ των γενεών και ειδικότερα την αντιμετώπιση των γερόντων από τους νεότερους.
Ως ηλικιωμένος εσύ, βιώνοντας ο ίδιος τα γεράματα, έχεις άμεση και άρα πιο έγκυρη άποψη για το θέμα: Βλέπεις τα γερατειά ως το τελευταίο στάδιο πριν από τον θάνατο σαν παρυφή της ύπαρξής σου, περίοδο “τελείωσης” της ζωής σου, που δεν είναι πάντοτε στρωμένη με ροδοπέταλα, ούτε όμως απαραίτητα αφόρητη και σε καμιά περίπτωση λιγότερο ενδιαφέρουσα. Άλλωστε το γεγονός ότι είσαι εδώ και απολαμβάνεις το ύψιστο δώρο της ζωής, λίγο πριν το απόλυτο τέλος της, προσδίδει στην προχωρημένη ηλικία σου μια ιδιαίτερη γοητεία, σχεδόν μια μαγευτικότητα!

Και πρώτα-πρώτα, το ότι είσαι πιο επιρρεπής στις αρρώστιες, από τους νεότερους, δε σημαίνει πως είσαι άρρωστος, απλά αρρωσταίνεις συχνότερα. Εξάλλου οι ασθένειες αντιμετωπίζονται τώρα ικανοποιητικά από την Επιστήμη, με λίγες εξαιρέσεις όπως ο καρκίνος, γνωστός ως “επάρατη” νόσος, και το Αλτσχάιμερ που διεκδικεί τον τίτλο της «τρισκατάρατης».

Σοβαρή ανακούφιση στις στενοχώριες σου προσφέρει επίσης η μνήμη, που η ελάττωσή της είναι επιλεκτική: Ξεχνάς τα ονόματα, δε βρίσκεις τις λέξεις, αμφιβάλλεις αν πήρες τα πρωινά χάπια σου, αλλά μπορείς ταυτόχρονα να ανακαλείς στη μνήμη σου παλιές ευχάριστες στιγμές από τα νεανικά σου χρόνια. Αυτή η επιλεκτικότητα της μνήμης αποτελεί αναπάντεχο “όπλο” κόντρα στις κακοκεφιές σου, αφού δε σε αφήνει να πολυθυμάσαι τρέχουσες ανημποριές και στενοχώριες, αλλά σου επιτρέπει να αναπολείς ευχάριστες στιγμές από τα παλιά, ώστε να ξεχνιέσαι να ξεδίδεις και όσο γίνεται να καταπραΰνεις τον πόνο σου και να ξαλαφρώνεις.
Σε κάθε περίπτωση τα γερατειά δεν είναι μόνο αρρώστιες.

Το «γήρας» των Αρχαίων, όντως, «ουκ έρχεται μόνον». Κουβαλά μαζί του πολύτιμες εμπειρίες, πνευματικά κατασταλάγματα και γαλήνη, αξίες που εξισορροπούν με το παραπάνω όλα τα δεινά. Ο Deepak Chorra, στο πρόσφατο βιβλίο του “Ο θεραπευτικός εαυτός”, αναφέρει: «Εάν ο εγκέφαλός μας αρχίζει να επιβραδύνει, δε σημαίνει ότι πρέπει να πανικοβληθούμε. Τα ελλείμματα του γήρατος αντισταθμίζονται από τη σοφία, την ευγένεια και την ηρεμία που κερδίζουμε με την ηλικία».


Με αυτές τις αξίες των γερατειών ως εφόδιο και τον ελεύθερο χρόνο που διαθέτεις, ως σύμμαχο, μπορείς τώρα να καταπιάνεσαι με πολύ ενδιαφέροντα θέματα, όπως:
- Να πραγματοποιείς, στον βαθμό που μπορείς, επιθυμίες και ενδιαφέροντα που δεν είχες τον καιρό μέχρι τώρα, όπως σπορ, ταξίδια, διάβασμα, περιποίηση κήπου και γενικά όλα τα “χόμπι” σου.
- Να χαίρεσαι και να απολαμβάνεις με περισσότερη άνεση τα αγαπημένα σου πρόσωπα, σύντροφο, παιδιά, εγγόνια (κυρίως αυτά), τη συντροφιά συγγενών και συναδέλφων, τις παρέες παιδικών φίλων...
- Να γνωρίσεις καλύτερα τον εαυτό σου. Αφού αναστοχαστείς συστηματικά, να επαναξιολογήσεις το παρελθόν σου, τα λάθη και τις αδικίες που ίσως έχεις κάνει σε άλλους, ή υπέστης ο ίδιος, με αντικειμενικότητα, μακριά από εγωισμούς, συμφέροντα και προκαταλήψεις. Αλλά με αποκλειστικό οδηγό την απαραβίαστη συνείδησή σου, την έμφυτη ικανότητά σου να διακρίνεις το καλό από το κακό, πριν ακόμη σου το διδάξουν. Τη συνείδησή σου που είναι για σένα ο ίδιος ο Θεός, σύμφωνα με τη χριστιανική ρήση «βροτοίς άπασιν η συνείδησις Θεός». Και μη διστάσεις να ζητήσεις συγνώμη από όσους θεωρήσεις ότι έβλαψες ή στενοχώρησες και να συγχωρήσεις παράλληλα όσους νομίσεις ότι σε έβλαψαν ή σε κακοκάρδισαν. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να κοιτάζεις πίσω σου και να μη ντρέπεσαι για κάτι που έκανες ή παρέλειψες...

Η παροδικότητα της ζωής...και το άγχος του θανάτου

Ελεύθερος έτσι από μίση ή ενοχές, είσαι έτοιμος να αντιμετωπίσεις το τεράστιο, το ιδιαίτερα σημαντικό θέμα, που δεν είναι άλλο από την αγωνία και το άγχος του θανάτου. Ένα θέμα πραγματικό, πάντοτε υπαρκτό, αλλά ταυτόχρονα δυσάρεστο, τρομακτικό και γι’ αυτό σκόπιμα αγνοημένο, αδιάφορο τάχα, παρότι καθορίζει αποφασιστικά την ποιότητα της ζωής σου.

Θα μου πεις, γιατί να ασχοληθώ με ένα θέμα τόσο δυσάρεστο και τρομακτικό όπως ο θάνατος;

Μα, ακριβώς επειδή μόνο αν τον πλησιάσεις, αν τον κοιτάξεις κατάματα, αντί να προσποιείσαι ότι τον αγνοείς, θα μπορέσεις να εξοικειωθείς, να συμφιλιωθείς μαζί του, ώστε να καταπραΰνεις τους φόβους που άδικα δηλητηριάζουν τη ζωή σου.
«Γιατί η προσέγγιση του θανάτου οδηγεί σε εκπαίδευση για τη ζωή» (Ίρβιν Γιάλομ) και «η μελέτη του θανάτου είναι το μοναδικό αντικείμενο της Φιλοσοφίας (Σωκράτης)».
Σε κάθε περίπτωση είναι σκόπιμο, οπλισμένος με θάρρος, στωικότητα και κάποια φιλοσοφική διάθεση, να τολμήσεις μια γνωριμία με το αναπόφευκτο γεγονός του θανάτου, γιατί μόνο κέρδος θα αποκομίσεις. Ο φόβος του θανάτου εμπεριέχει τρεις συνιστώσες: το εφήμερο της ζωής, τον ίδιο τον θάνατο και τη μεταθανάτια ανθρώπινη τύχη.

1. Η παροδικότητα της ζωής

Όλα τα έμβια όντα έχουν αρχή και τέλος, και ο άνθρωπος δεν αποτελεί εξαίρεση. Η διάρκεια ζωής, το προσδόκιμο επιβίωσης, κυμαίνεται σήμερα γύρω στα 80-82 χρόνια και συνεχώς ανεβαίνει (ο γράφων διανύει το 94ο).
Η σκέψη ότι, μέσα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα, όλα όσα ζεις θα τελειώσουν, σε φορτώνει με άγχος, διαβρώνει κάθε καλή στιγμή και δε σ’ αφήνει να απολαύσεις τη ζωή σου. Όπως όμως συμβαίνει με κάθε πράγμα, έτσι και με τη ζωή, η προσωρινότητα και η μικρή διάρκειά της, όχι μόνο δεν αφαιρεί και δε μειώνει την αξία της, αλλά αντίθετα την αυξάνει.
Όπως λέει ο Φρόιντ, «η ομορφιά ενός ατόμου είναι προσωρινή, χάνεται για πάντα στην πορεία της ζωής του, αλλά ακριβώς η εφήμερη φύση της είναι που της προσδίδει τη φρεσκάδα και τη γοητεία της» και «ένα λουλούδι που ανθίζει για μια νύχτα δε μας φαίνεται γι’ αυτό λιγότερο όμορφο».
Άλλωστε οι περιορισμοί στη δυνατότητα κάθε απόλαυσης αυξάνουν την αξία της.
Σκέφτηκες εξάλλου τι θα συνέβαινε αν ήταν δυνατό να ισχύσει η υποθετική ιδέα του Νίτσε για αιώνια επανάληψη της ζωής, το ενδεχόμενο δηλαδή να ζεις, ξανά και ξανά, στο διηνεκές; Και μόνο η σκέψη μιας τέτοιας πιθανότητας είναι εφιαλτική και οδηγεί σε απελπισία.
Στην περίπτωση που θεωρείς ότι η ζωή δε σε φτάνει να ολοκληρώσεις όσα θα ήθελες, ο στωικός φιλόσοφος Σενέκας απαντά ότι δε φταίει η ζωή που είναι μικρή, αλλά οι κακές επιλογές και προτεραιότητες που κάνεις, όπως το κυνήγι του χρήματος και η απληστία που σου απορροφούν τόση ενέργεια, ώστε να μη μένει χρόνος να κάνεις πράγματα που αξίζουν.
Ο Ίρβιν Γιάλομ στο βιβλίο του “Ο κήπος του Επίκουρου” γράφει σχετικά: «Αν στ’ αλήθεια συλλάβουμε το πεπερασμένο, το παροδικό της ύπαρξής μας, τον σύντομο χρόνο μας στο φως, θα φτάσουμε όχι μόνο να γευτούμε πόσο πολύτιμο είναι το κάθε λεπτό και πόσο απολαυστικό είναι και μόνο το γεγονός ότι ζούμε, αλλά και να αυξήσουμε τη συμπόνια για τον εαυτό μας και για όλα τα ανθρώπινα πλάσματα».

2. Ο φόβος του θανάτου

Η αγωνία και ο φόβος για τον αναπόδραστο θάνατο είναι συναίσθημα προαιώνιο, στοιχειώνει τον άνθρωπο από τα πρώτα του βήματα και είναι ο λόγος που ίδρυσε τις διάφορες θρησκείες για προστασία.
Το περίεργο είναι ότι ο φόβος αυτός εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι κορυφαίο συναίσθημα και να επηρεάζει τόσο αρνητικά τη ζωή σου. Και είναι περίεργο και παράλογο, γιατί στην πραγματικότητα δεν είναι κάτι που θα συμβεί σε σένα - όταν συμβεί δε θα είσαι εκεί. Όσο ζεις, θάνατος δεν υπάρχει και όταν έλθει εσύ θα πάψεις να ζεις.
Ο αρχαίος Επίκουρος έλεγε ότι ο φόβος του θανάτου είναι χάσιμο χρόνου. Βασίζεται σε λάθος λογική γιατί τον θάνατο δεν τον βιώνεις - όταν σου συμβεί δε θα υπάρχεις για να τρομάξεις ή να πονέσεις. Μ’ άλλα λόγια, «όπου είσαι εσύ δεν είναι ο θάνατος και όπου είναι ο θάνατος δεν είσαι εσύ».
Παρόμοια και ο φιλόσοφος του 20ού αιώνα Λούντβιχ Βιτγκεστάιν έγραψε: «Ο θάνατος δεν είναι ένα γεγονός στη ζωή». Γεγονός είναι κάτι που βιώνεις, αλλά ο ίδιος ο θάνατος αφαιρεί την πιθανότητα να έχεις εμπειρία της βίωσής του.
Επομένως όποια μορφή κι αν έχεις φανταστεί ότι έχει ο θάνατος, Αγγέλου με ρομφαία, Εωσφόρου φοβερού με μάχαιρα, ή μασκοφόρου με δρεπάνι κ.λπ., το βέβαιον είναι ότι δε θα συναντηθείς ποτέ μαζί του.
Εξάλλου, δεν είναι λογικό να σε απασχολεί και να σε φοβίζει κάτι, που δεν μπορείς να αλλάξεις, να αποφύγεις, κάτι που είναι αναπόδραστο.

Η μεταθανάτια ανθρώπινη τύχη

Για την τύχη του ανθρώπου μετά τον θάνατό του δεν υπάρχουν πραγματικά, απτά στοιχεία ή ανθρώπινες εμπειρίες. Το θέμα εμπίπτει στη σφαίρα της μεταφυσικής και της δογματικής. Διάφορες θρησκείες και φιλοσοφικές αναζητήσεις, προκειμένου να ικανοποιήσουν και να κατασιγάσουν τις σχετικές αγωνίες του ανθρώπου για τον θάνατο και την επιθυμία του για αθανασία, ασχολήθηκαν με το θέμα, από παλιά, και κατέληξαν σε θρησκευτικά και φιλοσοφικά δόγματα, δοξασίες και πεποιθήσεις.
Τα ακούσματα και τα διαβάσματα τέτοιων θρησκευτικών και φιλοσοφικών δογμάτων και πεποιθήσεων είναι και οι κύριες πηγές από τις οποίες διαμορφώνεις τη δική σου άποψη, το δικό σου “πιστεύω” σχετικά με την τύχη σου μετά τον θάνατο.


Τα πιθανά ενδεχόμενα είναι τα ακόλουθα:

  1.  Έχεις βαθιά και αδιασάλευτη θρησκευτική πίστη και βεβαιότητα για την ύπαρξη μεταθανάτιας ζωής και θείας κρίσης. Ακολουθείς επομένως ευσυνείδητα και πρόθυμα τις εντολές της πίστης σου και προσδοκάς ανταπόδοση στη μέλλουσα ζωή.
  2.  Επικεντρώνεσαι στην προετοιμασία για την άλλη αιώνια ζωή, περιορίζεις, παραμελείς ηθελημένα την ολοκληρωτική συμμετοχή σου σ’ αυτήν εδώ τη ζωή και επαφίεσαι για όλα στη θεία βούληση.
    Αναμένεις τον θάνατο με γαλήνη και αταραξία, με την πεποίθηση ότι πας σε κάτι προσδοκώμενο και ποθητό. Η αληθινή αυτή πίστη σε ενθαρρύνει στη βίωση και της παρούσας ζωής, ενώ σε ηρεμεί, σε καθησυχάζει και εξαφανίζει κάθε φόβο για τη μεταθανάτια τύχη σου.
  3.  Δεν πιστεύεις σε άλλη ζωή, θεωρείς ότι ο θάνατος είναι απόλυτος και οριστικός, ενώ η ιδέα για ανάσταση και ύπαρξη μεταθανάτιας ζωής είναι απλά προϊόν ανθρώπινης επιθυμίας.Ζεις τη ζωή σου στα πλαίσια της ελεύθερης βούλησής σου και των κοινωνικών κανόνων, με οδηγό τη συνείδησή σου, πιστεύοντας όπως ο Γκαίτε ότι «η ζωή υπάρχει απλά για να βιώνεται».
    Και σ’ αυτήν την περίπτωση δεν έχεις λόγο να φοβάσαι για τη μεταθανάτια τύχη, για κάτι που πιστεύεις ως ανύπαρκτο.
  4.  Είναι τέλος ενδεχόμενο να πιστεύεις ότι δεν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο και παράλληλα να υποβόσκει η σκέψη ότι είναι πιθανόν και να υπάρχει.


Αυτή η αβεβαιότητα και η αμφιταλάντευση γεννά ελπίδα αλλά και φόβο. Ελπίδα για το ενδεχόμενο ύπαρξης και άλλης ζωής, φόβο για το αν θα είσαι κατάλληλα προετοιμασμένος γι’ αυτήν.
Αυτή η αναποφασιστικότητα και η αμφιρρέπεια δημιουργούν ένα σύμπλεγμα δυσάρεστων συναισθημάτων - μοιάζει σα να προσπαθείς να ισορροπήσεις πατώντας ταυτόχρονα σε δύο βάρκες, είναι επικίνδυνη, αδιέξοδη και σε κάθε περίπτωση απευκταία.


Άλλωστε τα άμεσα συναισθήματα που συνεπάγεται, φόβος και ελπίδα, είναι κατά τον Καζαντζάκη εντελώς ασύμβατα προς το υπέροχο αγαθό που λέγεται ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια