Απόψεις

Γιατί λέμε «όχι» στη νέα αμυντική συμφωνία με τις ΗΠΑ

Στα βασικά της σημεία η συμφωνία δεν έχει ετήσια ισχύ, όπως στο παρελθόν, αλλά τουλάχιστον πενταετή διάρκεια

Γράφει ο Νίκος Ε. Ηγουμενίδης*

Η νέα συμφωνία αμυντικής συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ, που φέρνει σήμερα η Ν.Δ. προς ψήφιση στην Ολομέλεια της Βουλής, δεν αποτελεί μια συμφωνία αμοιβαίου συμφέροντος. Η συμφωνία δεν εξασφαλίζει εγγυήσεις για τη χώρα, αφαιρεί σημαντικούς διπλωματικούς μοχλούς πίεσης από τη χώρα και οδηγεί στην αναβάθμιση του ρόλου της γείτονος χώρας. Ως εκ τούτου, η καταψήφισή της στη σημερινή ονομαστική ψηφοφορία αποτελεί μονόδρομο.

Στα βασικά της σημεία η συμφωνία δεν έχει ετήσια ισχύ, όπως στο παρελθόν, αλλά τουλάχιστον πενταετή διάρκεια. Μέσα από τη συμφωνία επιτρέπεται για τουλάχιστον μια πενταετία στην κυβέρνηση των ΗΠΑ να διατηρεί και να λειτουργεί στρατιωτικές και βοηθητικές ευκολίες εντός των εγκαταστάσεων των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στην Αεροπορική Βάση Λάρισας, στη Βάση Αεροπορίας Στρατού Στεφανοβικείου Μαγνησίας, καθώς και σε άλλες εγκαταστάσεις που θα συμφωνηθούν διμερώς. Χαρακτηριστικό είναι ότι ναι μεν η νέα συμφωνία υπεγράφη τον περασμένο Οκτώβρη, αλλά έκτοτε όχι απλώς δε βλέπουμε καμία αλλαγή στη στάση απέναντι στην Τουρκία, αλλά συμβαίνει το αντίθετο, αύξηση της επιθετικότητάς της. Παρά τη “διαφήμιση” της συμφωνίας από τον κ. Μητσοτάκη, ο ρόλος της Τουρκίας ενισχύεται, και αυτό διαφαίνεται μέσα από τους εξής παράγοντες που θα πρέπει να έχουμε υπόψη:

  1. Οι ΗΠΑ σταμάτησαν να στηρίζουν τον αγωγό EastMed και με επιχείρημα πως ο αγωγός δημιουργεί εντάσεις με την Τουρκία. Για την Ελλάδα αφαιρείται ένα ισχυρό χαρτί διπλωματικής πίεσης και μάλιστα για ένα έργο στο οποίο η Ελλάδα είχε επενδύσει σημαντικό διπλωματικό κεφάλαιο.
  2. ΟΙ ΗΠΑ εκφράζονται πλέον ανοιχτά στην πώληση μαχητικών αεροσκαφών F-16 στην Τουρκία. Η αγορά από την Τουρκία τού ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400 δε φαίνεται πλέον να απασχολεί, ενώ η Ελλάδα δεν κατορθώνει ούτε να αποτρέψει την πώληση F-16, ούτε να ενισχύει τον κλοιό κυρώσεων στην Τουρκία.
  3. Απέναντι στη συνεχιζόμενη ρωσική εισβολή στη Ουκρανία, η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να εφαρμόζει μέχρι κεραίας τις κυρώσεις στη Ρωσία - με σοβαρές επιπτώσεις στον τουρισμό και την οικονομία της - ενώ η Τουρκία πέφτει στα “μαλακά”. Είναι επιβεβλημένη η απερίφραστη καταδίκη της ρωσικής εισβολής, αλλά η εν λόγω αμυντική συμφωνία, σε συνδυασμό με την αποστολή όπλων στην Ουκρανία εκθέτουν την Ελλάδα σε νέους κινδύνους σε μια περιοχή αυξημένης ρωσικής γεωπολιτικής επιρροής.
  4. Μόλις 10 μέρες πριν το Στέιτ Ντιπάρτμεντ απέφυγε να πάρει θέση στο θέμα των παραβιάσεων του εθνικού εναέριου χώρου από τα τουρκικά αεροσκάφη, καλώντας Ελλάδα και Τουρκία να λύσουν τις διαφωνίες τους με συντονισμό και συνομιλίες. «Όπου υπάρχουν διαφωνίες σχετικά με τα όρια του χωρικού εναέριου χώρου μιας χώρας, καλούμε σε συντονισμό και σε συζήτηση», είναι η επίσημη απάντηση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ σε ερώτηση δημοσιογράφου για το θέμα των παραβιάσεων του εθνικού εναέριου χώρου από τα τουρκικά αεροσκάφη. Πολιτική ίσων αποστάσεων ακόμη κι όταν αυτό αφορά ζήτημα όχι κυριαρχικών δικαιωμάτων αλλά και κυριαρχίας της χώρας. Μετά την επίσκεψη Μητσοτάκη στην Ουάσινγκτον, είχαμε τη χειρότερη χρονιά στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με συνεχείς παραβιάσεις των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων από την Τουρκία το καλοκαίρι στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο.
  5. Σε όλα τα ενεργειακά σχέδια της περιοχής η Ελλάδα καλείται πλέον να “συνεννοηθεί” με την Τουρκία, αναγνωρίζοντας και ενισχύοντας τον ρόλο της στην περιοχή. Ο στόχος της ενεργειακής απεξάρτησης της Ρωσίας συμπεριλαμβάνει ως κύριο “παίκτη” την Τουρκία, και η Ελλάδα καλείται να υπηρετήσει ακραιφνώς μια τέτοια πολιτική, ουσιαστικά συμβάλλοντας στην ανάδειξη του γεωστρατηγικού ρόλου της Τουρκίας.

Όλα τα παραπάνω, όμως, δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Ο κ. Μητσοτάκης και η Ν.Δ., αντί να συνεχίσουν τη συμφωνία αμοιβαίου στρατηγικού διαλόγου με τις ΗΠΑ όπως χαράχτηκε την περίοδο 2015-2019 στη βάση αμοιβαία επωφελών σχέσεων, της πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής και της σύγκλισης συμφερόντων, από την πρώτη στιγμή της διακυβέρνησής του επέλεξε να είναι ο “πιστός και δεδομένος σύμμαχος” και επιφύλαξε για την Ελλάδα την άνευ όρων μετεξέλιξη της χώρας ως προκεχωρημένου φυλακίου της Δύσης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. θα καταψηφίσει τη συμφωνία και όταν γίνει κυβέρνηση θα αξιοποιήσει την παρ. 1 άρθρου 7 για τροποποίησή της. Αναμένουμε ο κ. Μητσοτάκης - που σπεύδει να κυρώσει τη συμφωνία ενόψει της επίσκεψής του στην Ουάσινγκτον - να εξασφαλίσει συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις από τον Αμερικανό πρόεδρο. Αυτό σημαίνει μη πώληση F16, ευθεία καταδίκη τουλάχιστον των τουρκικών υπερπτήσεων, ενσωμάτωση Τουρκίας σε νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική υπό προϋπόθεση σεβασμού αρχών καλής γειτονίας και ασφαλώς πίεση σε Τουρκία για εφαρμογή κυρώσεων.

H στρατηγική του “πιστού και προβλέψιμου συμμάχου” όχι μόνο εκθέτει τη χώρα σε νέους κινδύνους, αλλά επιτρέπει την ανεμπόδιστη επιδείνωση των συσχετισμών ισχύος Ελλάδας-Τουρκίας σε μια περίοδο που προτεραιότητα των ΗΠΑ είναι η αποκατάσταση σχέσεων με την Τουρκία. Σε αυτό το πλαίσιο αποδυναμώνονται οι παράγοντες ισχύος που χρειάζεται η Ελλάδα, τόσο για να προασπίσει την κυριαρχία και τα κυριαρχικά της δικαιώματα αποτελεσματικά, όσο και για να προωθήσει με αυτοπεποίθηση την προοπτική προσφυγής στη Χάγη για υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ.

Συμπερασματικά, μέσα από τη νέα αμυντική συμφωνία, ο κύριος Μητσοτάκης είναι ο πρώτος πρωθυπουργός που παραχωρεί επ' αόριστον στρατιωτικές εγκαταστάσεις στις ΗΠΑ (Σούδα, Αλεξανδρούπολη, Λάρισα, Βόλο), χωρίς καν συγκεκριμένα ανταλλάγματα. Η Ελλάδα είναι ο θεατής στην αναβάθμιση του διεθνούς ρόλου της Τουρκίας και όλοι οι συσχετισμοί φαίνονται να επιδεινώνουν τη θέση της χώρας μας. Μια τέτοια προοπτική δεν αξίζει στην πατρίδα μας.

* Ο Νίκος Ηγουμενίδης είναι βουλευτής Ηρακλείου ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτικής Συμμαχίας, μέλος της Επιτροπής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής.

 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια