Απόψεις

Μνήμες μιας άλλης εποχής που δε θα ξεχαστεί ποτέ

«Μα εγώ θυμάμαι και τον τρυγητό για την παραγωγή σταφίδας. Το πανηγύρι στα χωριά. Τους εργάτες που ταξίδευαν ακόμα και με τα πόδια, για να μεταβούν στο Μαλεβίζι και να βρουν μεροκάματο στο αμπέλι»

Ήξεραν να παράγουν και μπορούσαν να “μιλάνε” με τη γη τους...

*Του Χριστόφορου Παπαδάκη

 Άλλες εποχές μού έρχονται στον νου, με τους γονείς και τους παππούδες να πιάνουν την πέτρα και να τη λειώνουν μες στα ροζιασμένα χέρια τους... Να σκάβουν με το σκαπέτι και, όταν αργότερα βγήκαν οι σκαφτικές, να έχουν τη σκαφτικιά για όχημα που θα τους πάει στο χωράφι. Κι εκεί να “λύνουν” με έναν πίρο το τιμόνι, να βγάζουν τις ρόδες και να τοποθετούν τα σκαπέτια για να οργώσουν το χωράφι... Μηχανή τετράκυκλη, που από μεταφορικό μέσο μπορούσε να μετατραπεί και σε μέσο σκαψίματος της γης... ενώ οι ίδιες μηχανές είχαν την ιδιότητα να γίνονται ακόμα και... ψεκαστικές!

Θυμάμαι, που λες, να “λύνουν” τη μηχανή, να τη μετατρέπουν σε μηχανή σκαψίματος και, αφού τελειώσουν το σκάψιμο του χωραφιού, να ξαναβάζουν τις ρόδες, να ξαναενώσουν την καρότσα και το κάθισμα με το τιμόνι της σκαφτικιάς, και να γυρίζουν κατάκοποι στο σπιτικό τους. Αλλά με μία ευχαρίστηση ότι φρόντισαν τη γη τους και θα πάρουν τη σοδειά που τους αξίζει, για να θρέψουν τη φαμίλια τους.

Θυμάμαι τις απέραντες εκτάσεις με το ροζακί σταφύλι... Αυτό το διαμάντι της κρητικής αμπελουργίας. Το πιο νόστιμο και πιο ποιοτικό σταφύλι που πέρασε ποτέ από τους αμπελώνες του νησιού μας, που κάποια στιγμή, λέει, οι ξένοι δεν το ήθελαν γιατί είχε κουκούτσι και δεν μπορούσαν τα παιδιά τους να το καταναλώσουν άφοβα. Και τότε, υπήρξε η σταδιακή στροφή στο... υπερφυσικό σουλτανί σταφύλι... Δηλαδή, με ορμόνες, το σταφύλι που πήγαινε στη σταφιδοποίηση, το κάναμε “γίγα” και, αφού το φουσκώναμε σαν τη γυναίκα με... τη σιλικόνη στα στήθη, το στέλναμε στους ξένους (κυρίως στους Εγγλέζους) ως επιτραπέζιο σταφύλι!

Μα εγώ θυμάμαι και τον τρυγητό για την παραγωγή σταφίδας. Το πανηγύρι στα χωριά. Τους εργάτες που ταξίδευαν ακόμα και με τα πόδια, για να μεταβούν στο Μαλεβίζι και να βρουν μεροκάματο στο αμπέλι.

Θυμάμαι το λιομάζωμα. Άλλη γιορτή και αυτή. Το πανηγύρι του χειμώνα, σα να λέμε...

Μα και την αφθονία. Τα αρώματα των περβολιών που ποτίζονταν από στέρνες... Τους καταπότες και τα νερά να τρέχουν ασταμάτητα μέσα από τα αυλάκια. Θυμάμαι τις πομώνες που δούλευαν και αντλούσαν το νερό από τα πηγάδια και τις λιγοστές, ακόμα τότε, γεωτρήσεις για να γεμίσουν οι στέρνες. Κάθε αγροτική περιουσία είχε και την πηγή της... Ενώ τα μηχανήματα αυτά ήταν κατασκευασμένα από μηχανουργούς που μεγαλουργούσαν στην Κρήτη, πρωτοτυπώντας παγκοσμίως και ξεπερνώντας σε αντοχές και σε ευρεσιτεχνία ακόμα και τους προχωρημένους στην τεχνολογία Άγγλους, Γάλλους, Γερμανούς αλλά και τους Αμερικάνους ακόμα, χωρίς υπερβολή...

Φτώχια; Μα, φυσικά. Αλλά υπήρχε η ελπίδα... Το φθινόπωρο έμπαινε και το αγροτικό νοικοκυριό ήξερε πως από τα σταφύλια, τη σταφίδα, ή τα κηπευτικά θα εξασφάλιζε τους πόρους για τα έξοδα των παιδιών στο σχολείο. Ύστερα, φτάνοντας στα Χριστούγεννα, είχε τη σοδειά από το λάδι, ενώ απαραιτήτως υπήρχαν και τα ζώα, για το γάλα, το κρέας και τα αβγά της οικογένειας, πέρα βέβαια από τους κτηνοτρόφους, που συνδύαζαν τη γεωργία με την κτηνοτροφία και δούλευαν από την ώρα που ο ήλιος έκανε την εμφάνισή του, μέχρι τη στιγμή που κρυβόταν για να παραχωρήσει τη θέση του στο φεγγάρι και να πάει κι αυτός για ύπνο...

Νοικοκύρηδες... Ακόμα και όσοι χρεώθηκαν στην Αγροτική Τράπεζα, ήξεραν κάθε χρόνο πως θα εξασφαλίσουν από τη σοδειά τους και τις δόσεις τους τουλάχιστον για τις βασικότερες ανάγκες των παιδιών τους. Πάντα εξασφάλιζαν τα προς το ζην...

Αλλά θα μου πεις... “Τι κάθεσαι, καημένε, τώρα και θυμάσαι... Άλλο οι δεκαετίες εκείνες, άλλο το σήμερα...”.

Ασφαλώς και έτσι είναι... Αλλά να... Δεν πρέπει να δούμε ποιοι έφταιξαν, γιατί και πώς φτάσαμε σε μια εποχή, όπου, ενώ η τεχνολογία έχει τόσο πολύ προχωρήσει, η αγροτική παραγωγή φθίνει διαρκώς, ο αγροτικός πληθυσμός λιγοστεύει συνέχεια, αλλά ακόμα και η εργατικότητα του αγρότη και του κτηνοτρόφου, πλέον, τίθεται σε αμφιβολία;

Αμπέλια εγκαταλείπονται. Λιόφυτα εγκαταλείπονται. Ακόμα και τα κοπάδια ψοφάνε από την πείνα, ενώ ζώα αναπαραγωγής οδηγούνται στα σφαγεία, από τους κτηνοτρόφους που δεν ελπίζουν πια σε τίποτα!

Η Κρήτη που εγώ θυμάμαι είχε αξιοπρέπεια. Είχε νοικοκύρηδες. Δεν είχαν τίποτα στα χέρια τους, αλλά είχαν μια μοναδική ικανότητα: να πιάνουν το χώμα και να το μετατρέπουν σε τροφή... Κι όμως... Σήμερα εξαρτιόμαστε από τις εισαγόμενες αηδίες. Δεν ξέρουμε τι τρώμε. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι αυτό που θα μας φέρουν από τις άλλες χώρες θα είναι και στις ποσότητες που το χρειαζόμαστε για να καλύψουμε τις ανάγκες μας.

Εξαρτημένοι. Μοιραίοι. Ανήμποροι. Απογοητευμένοι. ΕΟΚ; Ναι. Φυλλοξήρα; Ναι. Επιδοτήσεις; Ασφαλώς. Όλα αυτά συνέβαλαν για να φτάσουμε στη σημερινή κατάσταση. Είχαμε πλήρη αυτάρκεια. Και μας κάνανε ζητιάνους. Μας κρατούν στο χέρι κι εμείς απλά αναπολούμε (όσοι αναπολούμε, δηλαδή) τους ανθρώπους μιας άλλης εποχής που “μιλούσαν” με τη γη τους και ήξεραν να ζουν...

*Ο Χριστόφορος Παπαδάκης είναι δημοσιογράφος και συντάκτης στη «Νέα Κρήτη».

Φωτογραφία αρχείου Unsplash

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια