Απόψεις

OΛΜΕ: Από την άρνηση της αξιολόγησης... στην άρνηση της PISA και του ΟΟΣΑ

Η ΟΛΜΕ ανασύρει από το συρτάρι της πεπαλαιωμένα επιχειρήματα και λογικές, που έχουν ξεπεραστεί προ καιρού από την ίδια την πραγματικότητα

Η συνδικαλιστική ηγεσία της ΟΛΜΕ, δηλώνοντας αρνήτρια της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, εντάχθηκε αυτομάτως και αυτή στο γνωστό γραφικό αλλά και επικίνδυνο συνονθύλευμα των αρνητών.

*Γράφει ο Κωνσταντίνος Χαροκόπος  

Του Covid, των μασκών, της τηλεκπαίδευσης, των εμβολιασμών, των διασωληνώσεων και τώρα των απογραφών. Παρήγορο είναι το γεγονός ότι οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί αρνήθηκαν να συμπορευτούν με τις επιλογές των εργατοπατέρων.

Η άρνηση της ΟΛΜΕ στην αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, που αποφασίστηκε από το υπουργείο Παιδείας και αγκαλιάστηκε από την πλειοψηφία των πολιτών της χώρας, δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Δεν ήταν ένα φρέσκο φρούτο που έπεσε ξαφνικά από το δέντρο. Ήταν ένα σαπισμένο φρούτο, που εδώ και έξι χρόνια κρατιόταν με το ζόρι σε ένα κλαδί.

Ήδη από το 2015 η ΟΛΜΕ καλούσε το υπουργείο Παιδείας να σταματήσει τη συμμετοχή του εγχώριου εκπαιδευτικού συστήματος στον διαγωνισμό PISA του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Από το 2015, η ΟΛΜΕ καλούσε τους εκπαιδευτικούς, τους συλλόγους και τους διευθυντές των σχολείων, τους γονείς και τους μαθητές να μην αποδεχτούν να συμμετάσχει κανένα σχολείο στον διαγωνισμό PISA.

Το πρόγραμμα PISA (Programme for International Student Assessment) είναι ένα πρόγραμμα του ΟΟΣΑ, στο οποίο συμμετέχουν μαθητές από 78 διαφορετικές χώρες. Κατά τη διάρκεια του προγράμματος, οι μαθητές δοκιμάζονται σε μια σειρά από κοινά θέματα σε τρία γνωστικά αντικείμενα και συγκεκριμένα στα Μαθηματικά, στις φυσικές επιστήμες και στην κατανόηση κειμένου.

Τα θέματα αυτά είναι σχεδιασμένα για να αξιολογούν την κριτική και την αναλυτική σκέψη των παιδιών, καθώς και την ικανότητά τους να επεξεργάζονται έννοιες και δεδομένα για να επιλύσουν προβλήματα με επιστημονικό τρόπο. Είναι μια έρευνα που δε σχετίζεται με συγκεκριμένη διδακτική ύλη, αλλά που καλείται να εξετάσει το αν και κατά πόσο οι 15χρονοι είναι κατάλληλα καταρτισμένοι για να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της εποχής μας.

Με δυο λόγια, η αξιολόγηση των μαθητών δε γίνεται πάνω στις γνώσεις τους. Γίνεται πάνω στον τρόπο που σκέφτονται και λειτουργούν τα παιδιά στην προσπάθειά τους να επιλύσουν τα προβλήματα που τους τίθενται. Και όπως είναι λογικό, πίσω από την αξιολόγηση των μαθητών γίνεται η αξιολόγηση των καθηγητών. Των ανθρώπων που έχουν αναλάβει να μάθουν στα νέα παιδιά, στους σημερινούς μαθητές και αυριανούς ενεργούς πολίτες στον χώρο της οικονομίας, το πώς να σκέφτονται, προκειμένου να ανταποκρίνονται σε σύνθετα προβλήματα.

Στον τελευταίο διαγωνισμό της PISA, που γίνεται κάθε 3 χρόνια, η χώρα μας δεν τα πήγε καλά. Έλαβε την 42η θέση ανάμεσα στις 78 χώρες στην «κατανόηση κειμένου», την 44η στα Μαθηματικά και την 44η στη Φυσική. Μάλιστα οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών ήταν αρκετά χαμηλότερες από τον μέσο όρο των επιδόσεων των μαθητών των χωρών του ΟΟΣΑ. Συγκεκριμένα, στην κατανόηση κειμένου η Ελλάδα έλαβε 457, με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ να βρίσκεται στο 487, στα Μαθηματικά 451 έναντι 489 και στη Φυσική 452 έναντι 489. Μάλιστα, στα αποτελέσματα PISA 2018, οι μαθητές της Τουρκίας πέτυχαν καλύτερες επιδόσεις από τις αντίστοιχες δικές μας.

Αντί όμως οι συνδικαλιστικοί ταγοί της ΟΛΜΕ να ψάχνουν τρύπα για να κρυφτούν, διότι η αποτυχία αυτή καθρεπτίζεται πάνω στα πρόσωπά τους, καταγγέλλουν τον διαγωνισμό και προτείνουν την αποχώρησή μας από αυτόν.

Γιατί; Διότι κατά πρώτον «στοιχίζει ακριβά», αφού η ετήσια εισφορά της χώρας μας στο Πρόγραμμα PISA ανέρχεται στο ποσό των 76.000 ευρώ! Και κατά δεύτερον, οι χώρες οι οποίες διακρίνονται στον διαγωνισμό, όπως είναι το Χονγκ Κονγκ, η Σιγκαπούρη, η Κορέα και η Ταϊβάν, δεν είναι τα πρότυπα κοινωνίας και εκπαίδευσης που πρέπει να ακολουθήσουμε!

Και επειδή τα επιχειρήματα αυτά προκαλούν στις μέρες μας μόνο γέλωτα, η ΟΛΜΕ υποστηρίζει ακόμα ότι το πρόγραμμα της PISA εντάσσεται στη φιλοσοφία και στις επιδιώξεις των δυνάμεων της αγοράς, δημιουργεί ακατάπαυστα αξιολογικές ιεραρχίες εκπαιδευτικών συστημάτων και νομιμοποιεί, μέσω ενός ανταγωνιστικού αγοραίου και εξετασιοκεντρικού προτύπου εκπαίδευσης, την κατηγοριοποίηση και την ταξική διαφοροποίηση των σχολείων.

Η ΟΛΜΕ ανασύρει από το συρτάρι της πεπαλαιωμένα επιχειρήματα και λογικές, που έχουν ξεπεραστεί προ καιρού, από την ίδια την πραγματικότητα. Και εμμένει σε αυτές, προτιμώντας να είναι χρήσιμη στον εαυτό της και όχι στο κοινωνικό σύνολο. Ευτυχώς, η πλειονότητα των εκπαιδευτικών, των γονέων, των μαθητών και γενικότερα των πολιτών τούς έχει γυρίσει την πλάτη. Ζούμε τους τελευταίους βρυχηθμούς τού τέρατος του εκπαιδευτικού συνδικαλισμού.

*Ο Κωνσταντίνος Χαροκόπος είναι οικονομικός αναλυτής και αρθρογράφος

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια