Απόψεις

Η αντιλαϊκή πολιτική της κυβέρνησης της Ν.Δ.

Η κυβέρνηση επιτρέπει να απλώνεται το σαρωτικό κύμα ακρίβειας παρακολουθώντας παθητικά και αδιάφορα, αρνούμενη να λάβει μέτρα αντιμετώπισης, παρέμβασης στην αγορά και καταπολέμησης των καρτέλ

Της Χρυσάνθης Καμπουράκη*

Η κυβέρνηση της Ν.Δ. συνεχίζει την αντικοινωνική πολιτική της σε όλα τα κρίσιμα πεδία, ενώ καλπάζει η πανδημία και η κρίση ακρίβειας, και έρχεται ένας δύσκολος χειμώνας για τους δοκιμαζόμενους πολίτες, τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Αφήνει απροστάτευτα τα λαϊκά στρώματα, τις ευάλωτες ομάδες και τα νοικοκυριά, ενώ ένα στα τρία από τα τελευταία αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες του ήδη από το 2020. Αυξάνεται το ποσοστό των πολιτών που διαβιούν σε συνθήκες σοβαρής υλικής στέρησης. Στοιχεία της Eurostat καταδεικνύουν ότι η Ελλάδα καταγράφει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ε.Ε., το 31,5%, όσον αφορά στον κίνδυνο φτώχιας που διατρέχουν τα παιδιά.

Η κυβέρνηση επιτρέπει να απλώνεται το σαρωτικό κύμα ακρίβειας παρακολουθώντας παθητικά και αδιάφορα, αρνούμενη να λάβει μέτρα αντιμετώπισης, παρέμβασης στην αγορά και καταπολέμησης των καρτέλ. Μειώνει ωστόσο το πραγματικό εισόδημα των πολιτών και την αγοραστική τους δύναμη, ευνοώντας μια νέα φτωχοποίηση της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Φρόντισε, αντιθέτως, να ξεπουλήσει τη ΔΕΗ, το βασικό εργαλείο ενεργειακής πολιτικής, σε ξένα ιδιωτικά συμφέροντα, ακυρώνοντας τον δημόσιο χαρακτήρα της, με αποτέλεσμα ΔΕΗ και πάροχοι να επιβαρύνουν μονομερώς τους καταναλωτές. Ενισχύει κατά συνέπεια την ενεργειακή φτώχια με την αύξηση-ρεκόρ στο ρεύμα, στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο, αλλά και σε προϊόντα βασικών αναγκών, διευρύνοντας τις κοινωνικές ανισότητες.

Αρνείται η κυβέρνηση Μητσοτάκη, άλλωστε, να υιοθετήσει τις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., για μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης καυσίμων, όπως έχουν κάνει χώρες της Ε.Ε. Αρνείται την πρόταση για αύξηση του κατώτατου μισθού στα 800 ευρώ και για μείωση της φορολογίας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, και παράλληλα αρνείται τη διαγραφή της επιστρεπτέας προκαταβολής και μέρους του πανδημικού χρέους τους.

Εν μέσω, δε, ανεξέλεγκτης ακρίβειας, φέρνει και τη χαριστική βολή στις λαϊκές αγορές: Απομακρύνει τους αγρότες παραγωγούς και μικροεμπόρους, ενώ επιτρέπει την είσοδο στις λαϊκές ιδιωτικών εταιρειών, παραδίνοντας και αυτές στα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα, αποκλείοντας τους καταναλωτές από τα ποιοτικά και φθηνά προϊόντα.

Η κυβερνητική αναλγησία επεκτείνεται και στα σχολικά γεύματα, που ξεκίνησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ το 2016 και τα καθιέρωσε, υποστηρίζοντας τις ευάλωτες ομάδες και την εκπαιδευτική διαδικασία, αποτρέποντας τη σχολική διαρροή. Πέρυσι η κυβέρνηση της Ν.Δ. τα μείωσε κατά 40%. Φέτος, που αυξάνεται η φτώχια των νοικοκυριών, έχει αφήσει τα σχολεία χωρίς σχολικά γεύματα - 224.000 δικαιούχους μαθητές.

Αδιαφορώντας η κυβέρνηση Μητσοτάκη για τους αδύναμους πολίτες, επιπρόσθετα, κόβει τη δωρεάν μετακίνηση (που είχε εφαρμόσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ) στις αστικές συγκοινωνίες των Αθηνών για τους ανέργους και τους εγγεγραμμένους στον ΟΑΕΔ στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Τραγική είναι, από την άλλη μεριά, η αποτυχία της κυβέρνησης Μητσοτάκη στον κρίσιμο τομέα της πανδημίας και των εμβολιασμών. Τον Οκτώβριο 2021 οι νεκροί ανήλθαν στους 1.000, θλιβερή πρωτιά στην Ευρώπη, τη στιγμή που στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες η πανδημία έχει περιοριστεί. Στη Θεσσαλονίκη επαναλαμβάνεται η περυσινή τραγωδία, αφού είναι ήδη χωρίς καμία κενή ΜΕΘ. Η πανδημία καλπάζει, χωρίς εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα και χωρίς μέτρα καταπολέμησης των συνωστισμών στα ΜΜΕ, στα σχολεία (αυξάνει τον αριθμό των μαθητών ανά αίθουσα), στους μαζικούς χώρους εργασίας ή στους θρησκευτικούς χώρους.

Πέτυχε, ωστόσο, η κυβέρνηση εγκληματικά την αποδυνάμωση των δημόσιων νοσοκομείων, τα οποία κατάντησε μονοθεματικά, ενώ υποστελέχωσε το ΕΣΥ και ευνόησε την κατάρρευσή του. Ενέγραψε στον προϋπολογισμό και 900 εκατομμύρια λιγότερα για την Υγεία. Εκδίωξε επιπλέον τους ανεμβολίαστους υγειονομικούς, για να βάλει στα δημόσια νοσοκομεία ιδιώτες επιχειρηματίες υγείας. Η πανδημία εξάλλου εργαλειοποιήθηκε, για να αυξήσει τα κέρδη των κλινικαρχών, αφού οι περισσότεροι ασθενείς εκτός COVID καταφεύγουν στους ιδιώτες.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δε διαθέτει την πολιτική βούληση, ούτε την υγειονομική στρατηγική περιορισμού της πανδημίας. Αρνήθηκε για τρίτη φορά την πρόταση της αξιωματικής αντιπολίτευσης για σύσταση επιστημονικής επιτροπής κοινής αποδοχής, με σκοπό να διαχειριστεί αποτελεσματικά την πανδημία. Ούτε φέρνει τα μονοκλωνικά αντισώματα, τα θεραπευτικά σκευάσματα που χρησιμοποιούνται στις άλλες χώρες, για τη σωτηρία πολλών ασθενών. Χρεώνεται όλη την ευθύνη των πάνω από 16.000 θανάτων, καθώς αρκείται στην επικοινωνιακή διαχείριση, ενώ κηρύττει κάθε τρεις μήνες το τέλος της πανδημίας, στέλνοντας στους πολίτες μηνύματα χαλάρωσης, απαξιώνοντας τους επιστήμονες.

Ο ελληνικός λαός λοιπόν βρίσκεται σε απόγνωση, βιώνοντας πολλαπλές απειλές, κρίσεις και αδιέξοδα. Είναι αναγκαία η πολιτική αλλαγή, η προοδευτική διακυβέρνηση της χώρας μας με ανθρωποκεντρικό και δημοκρατικό πρόσημο, υπέρ της κοινωνικής πλειοψηφίας. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, ανίκανη να προστατεύσει την κοινωνία και να χαράξει διέξοδο, καθιστά τους πολίτες καθημερινά θύματα της αποτυχημένης διακυβέρνησής της. Είναι επιτακτική ανάγκη, επομένως, ο λαός να τη στείλει στην αντιπολίτευση, προκειμένου να γλιτώσει από τις ολέθριες, ακραίες νεοφιλελεύθερες, αντιλαϊκές πολιτικές της.

* Η Χρυσάνθη Καμπουράκη είναι μέλος της Νομαρχιακής Επιτροπής ΣΥΡΙΖΑ Ηρακλείου και πρώην υποψήφια βουλευτής.

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια